Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Εξημέρωση (ΒΡΟΧΟΣ: Κάτι να μπορώ να κάνω)

θα εξημερωθώ,
κάποια νύχτα απ όσες έρθουν
θα σε χρειαστώ

βλέπω πάντα στ' όνειρο μου
ένα μικρό σταυρό
που έχει επάνω χαραγμένο
ένα μικρό Χριστό

τ΄όνομά μου ψιθυρίζει
πάνω απ'το σταυρό
με κοιτάζει πια στα μάτια
για να εξημερωθώ

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

...όταν είδα το πρόσωπο σου χαρούμενο, να λάμπει μέσα στη πιο κουρασμένη μέρα και νύχτα της ζωής μου

Με αγκάλιασες τελευταίο. Ήθελες να μου δείξεις οτι χαίρεσαι για όλα. Με έσφιξες με τα λεπτά αδύναμα χέρια σου. Καθώς με αγκάλιαζες μου είπες: "... και συ, που με έφερες... ". Χαλάρωσες την αγκαλιά σου και μετά με έσφιξες λίγο ακόμα, δυνατότερα.

"Μυρίζεις τσίπουρο" είπες, καθώς με άφηνες και γέλασες.

...

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

the mess we're in

Κάποτε είμασταν νέοι και χαρούμενοι! Κάποτε αγαπούσαμε πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη! Χωρίς περιστροφές ... Χωρίς δεύτερες σκέψεις. Χωρίς αναστροφές, με αντίθετα μηνύματα! Χωρίς να ξεχνάμε τι λέγαμε στη μέση της πρότασης! Γιατί έχει σημασία να υπάρχουμε μέχρι και αύριο! (Έχει άραγε?) Γιατί έχει σημασία να αναπνεύσουμε μέσα στη γυάλα που ζούμε σα χρυσόψαρα! (Έχει άραγε?) Τα μάτια μας γυαλίζουν τόσο όμορφα...!! Τα χείλη μας αφυδατωμένα παραμένουν πάνω μας! Τα μάτια μας πονάνε απο μέσα!

Οι σκέψεις συρρικνόνονται! Γίνονται παραμύθια και ιστορίες που τελικά δεν ήθελες να πεις αλλά ήδη βρίσκεσαι στη μέση τους ξαφνικά! Και θέλω να αγκαλιάσω όλη την ύπαρξή μου, να την κάνω δικιά μου τελικά! Έτσι κι αλλιώς δεν την χρειάζεται κανείς άλλος. Έτσι κι αλλιώς οι μέρες πέφτουν απ'το παράθυρο κάθε απόγευμα.

Είχα μια ελπίδα, οτι θα με πάρεις τηλέφωνο σήμερα... αλλά και μια λογική σκέψη οτι δε θα με πάρεις... Και το παραπέτασμα της πραγματικότητας είναι ήδη εδώ μπροστά στα μάτια μας. Έχω την αίσθηση οτι προχωράμε μπροστά κοιτάζοντας προς την άβυσσο πίσω μας. Έχω την εντύπωση οτι οι φωνές μας είναι μεθυσμένες πλέον. Έχω την εντύπωση οτι απο εμάς εξαρτάται αν θα είμαστε χαρούμενοι την επόμενη αιωνιότητα. Ας αποφασίσουμε αρχικά να είμαστε χαρούμενοι το επόμενο δευτερόλεπτο! Ας αποφασίσουμε οτι δεν έχουμε και πολλά να χάσουμε απ'οταν η ζωή μας μαζί τελείωσε... 

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

"Που είναι ο Παύλος σου τώρα? "



"Που είναι ο Παύλος σου τώρα? "

Μάλιστα... πιο παλιά είχα γνωρίσει ένα τύπο που έλεγε οτι ήταν ρατσιστής και εθνικιστής. Και πράγματι ήταν. Αυτό, πριν ακόμα μπει στο πολιτικό σκηνικό και στη βουλή η χρυσή αυγή. Τότε, με ενδιέφερε να καταλάβω για πιο λόγω κάποιος μπορεί να έχει αυτές τις απόψεις. Για πιο λόγο κάποιος να έχει τέτοιο πάθος μέσα του εναντίων άλλων ανθρώπων που δε ξέρει.
Ήταν φίλος μιας φίλης και όποτε βρισκόμασταν σε κοινή παρέα προσπαθούσα να ακούσω όσα είχε να πει, χωρίς να προβάλω καθόλου την δικιά μου αντίθετη άποψη. Το πρόβλημα βέβαια, ήταν οτι δεν υπήρχε άποψη πάνω στο θέμα απο την πλευρά του, παρά μόνο μια έντονη και εμμονική πίστη οτι τα πράγματα είναι "έτσι όπως τα λέω". Οι Αλβανοί είναι κλέφτες, οι Τούρκοι και οι Εβραίοι πρέπει να πεθάνουν, η Μακεδονία Ελληνική κτλ κτλ.
Τον άκουσα 2-3 φορές χωρίς να του φέρνω αντιρρήσεις. Μετά άρχισε να επαναλαμβάνεται. Άρχισα τότε λοιπόν να τον ρωτάω πραγματικά αυτά που ήθελα να τον ρωτήσω. Αν έχει γνωρίσει ποτέ κάποιον Αλβανό που ήταν κλέφτης, αν πιστεύει οτι όλοι οι Τούρκοι θέλουν να σκοτώσουν Έλληνες κτλ κτλ. Ο Αντρέας (έτσι τον έλεγαν) μιλούσε πολύ γρήγορα και κοφτά. Μου θύμιζε ριπή πυροβόλου ο τρόπος που μιλούσε. Όταν τον ρωτούσα λοιπόν πράγματα που δεν του άρεσαν, σταματούσε και με κοίταζε με τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια του... για 2-3 δευτερόλεπτα και... δεν απαντούσε τίποτα. Απλώς συνέχιζε να επαναλαμβάνει αυτά που έλεγε πριν σα χαλασμένο πικάπ. Καμία αλληλεπίδραση... κανένα ενδιαφέρον για συμμετοχή σε συζήτηση. Δε το έκανε αυτό επειδή με αγνοούσε ή επειδή είχε θυμώσει μαζί μου. Τίποτα απο τα 2 δεν ίσχυε. Απλώς δε μπορούσε να εξηγήσει ούτε και ο ίδιος για πιο λόγο πίστευε τόσο έντονα και τυφλά αυτά που πίστευε.

Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν... Από τότε ήταν που είχε υιοθετήσει αυτές τις απόψεις ο Αντρέας πολύ πιο έντονα.

Ο Αντρέας (και ο εκάστοτε Αντρέας), είχε ανάγκη να μισήσει κάποιον. Είχε μια τεράστια πλημμύρα μέσα του, που τον έκανε να χρειάζεται κάποιον να κατηγορήσει, κάποιον να μπορεί να ξεσπάσει και να βγάλει όλη την χωλή που έκρυβε μέσα του.

Μπορεί λοιπόν, ο Αντρέας αν του μιλήσουμε και του εξηγήσουμε κάποια πράγματα, να τα καταλάβει και να μην έχει τέτοιες "απόψεις"?
ΟΧΙ!
Και γιατί αυτό?
Επειδή αυτό που έχει ο Αντρέας δεν είναι άποψη αλλά είναι συναίσθημα-ανάγκη του. Όσο και να συζητήσεις με κάποιον αραχνοφοβικό το οτι δε μπορεί μια αράχνη να τον βλάψει, (εκτός αν βρίσκεστε στον Αμαζόνιο) δε πρόκειται να του αλλάξεις γνώμη.

Τα παιδιά λοιπόν, όταν είναι μικρά και πάνε στο σχολείο, μαθαίνουν πράγματα και μορφώνονται. Όταν κάποιος είναι 20 χρονών έχει πάρει την μορφή του. Αν έχει μείνει κάποια παραμόρφωση μέσα του, τότε είναι πάρα πολύ δύσκολο να την διορθώσουμε. Γιατί όσο μεγαλώνουμε ο πηλός μέσα μας αρχίζει και στερεοποιείται, παίρνοντας την τελική μορφή του... ανάλογη της μόρφωσης και άλλων... Τέτοιου είδους λοιπόν, κακοτεχνίες και παραμορφώσεις της ψυχής, αν πιστέψουμε οτι μπορούν να διορθωθούν με λόγια, είναι σα να περιμένουμε να αλλάξουμε το σχήμα του στερεοποιημένου πηλού με την δύναμη του ανέμου. Θα χρειαστεί πολύ δυνατός άνεμος για πολλά χρόνια για να έχουμε κάποια μικρά αποτελέσματα πάνω στον παραμορφωμένο πηλό. Αυτό που καταλαβαίνουμε λοιπόν, οτι χρειάζεται, είναι ένα σφυρί, ένα καλέμι και ένα δυνατό χέρι για να σπάσει αυτό το μόρφωμα που λέγεται χρυσή αυγή.


Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Άντε πάλι με τους λύκους...

Είμαι ο λύκος μέσα στο πλήθος
ξεκουράζω τα δόντια μου μέσα στο στόμα μου
κάθε πρωί φοβάμαι οτι θα ανακαλύψουν
τη γούνα μου και τα θολά μου μάτια

Καμιά φορά πριν τους μιλήσω γρυλίζω λίγο
και αυτοί με κοιτούν με τα αμήχανα χαμόγελά τους
η μοναξιά μου με κάνει κάθε τόσο
να δαγκώνω τη καρδιά μου

Η γούνα μου δε με ζεσταίνει πια
όσους θυμάμαι έχουν φύγει μακριά
και γω κρύβομαι όλο και πιο βαθιά
στη σκονισμένη μου σπηλιά

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

94

Απ'όταν πέθανε η γιαγιά μου ο παππούς μου μένει μόνος του στο σπίτι. Είναι 94 τώρα. Πηγαίνω τα Σάββατα και τρώμε μαζί. Μου λέει ιστορίες απ'όταν ήταν νέος... Μου λέει να πιούμε ένα ουζάκι... τις 11μιση το πρωί... και το πίνουμε. Πίνουμε και δεύτερο... Ο παππούς μου ξεχνάει με ταχύτητα αστραπής. έχουμε τα ποτήρια μας γεμάτα πάνω στο τραπέζι και αρχίζει: "Θες λίγο ούζο?" "Μωρέ βάλε λίγο ούζο να πιεις" " Με νερό λίγο ... έτσι για τη γεύση".  Το θέμα παραμένει πάντα το ίδιο! Ας ζήσουμε λίγο περισσότερο, ας αγαπήσουμε και ας αγαπηθούμε από αυτούς που είναι ικανοί για κάτι τέτοιο, ας αφήσουμε τη πνοή μας να αιωρηθεί μαζί με τα λόγια μας σα καπνός πάνω από το "γιορτινό" τραπέζι και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλο με τη ματιά του! Για το δρόμο που μας έφερε εδώ και για το τραπέζι που μας περίμενε να καθίσουμε. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο όμορφο από το να μην κοιτάς το ρολόι τις 11 μισή το πρωί.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Παρασκευή

...χτες και ήθελα να βγω εξω. Έβρεχε τρεις μέρες τώρα και βαριόμουν όσο βαριόσουν και συ να βγεις. Πήρα τον Μάριο και παρόλο τον πονοκέφαλο, κανονίσαμε να βρεθούμε τις 10μιση. Είχα πιει ένα ούζο μέχρι να έρθει. Συζητούσαμε για παλιά βιντεοπαιχνίδια που παίζαμε μικροί και προφανώς για μουσική.

Ήρθες λίγο αργότερα με μια φίλη σου και κάτσατε για λίγο μαζί μας. Όταν φύγατε ξέχασες το κινητό σου εκεί. Το είδα όταν φεύγαμε και μεις, μετά απο λίγο. Ήρθα να στο φέρω στο μαγαζί που θα πηγαίνατε μετά, αλλά βρήκα μόνο τη φίλη σου εκεί. Μου είπε οτι είχες γυρίσει να το βρεις. Της το άφησα και έφυγα. Γυρνώντας περίμενα να σε συναντήσω αλλά μάλλον είχες πάει απο τον κάτω δρόμο.

Είχα ξεχάσει να φάω το βράδυ και πήγα να πάρω κάτι να τσιμπήσω απο εκεί κοντά. Από μακριά είδα 2 τύπους να περιμένουν εκεί. Ο ένας ήταν ένας ξαδέρφος μου και ο άλλος ήταν ο Μίτσος. Είχαμε να βρεθούμε πολύ καιρό και απο τον ενθουσιασμό του να με αγκαλιάσει άδειασε σχεδόν όλη τη σως απο το πανίνι στη πλάτη του μπουφάν και στο παντελόνι μου. Τα είπαμε λίγο εκεί και δεν δέχθηκε να μην πάω μαζί του στο τσιπουράδικο. Όταν μπήκαμε είδα τον Σωτήρη και πήγα και τον χαιρέτησα. Ήταν εκεί και η Ναταλία. Είχαμε καιρό να βρεθούμε και ήρθε χαρούμενη να χαιρετηθούμε. Είπαμε όπως πάντα, να κανονίσουμε να βγούμε. 

Κάθισα λίγο με τη παρέα του Μίτσου και λέγαμε ανέκδοτα και χαζογελούσαμε. Κατά τις 4 είπα να φύγω. Στο δρόμο για το σπίτι βρήκα τον Ρέμτσακ μαζί με τον Φούρη και έναν άλλο τύπο να γυρνάνε σπίτι. Μετά κατάλαβα οτι βρήκα τον Ρεμτσακ μαζί με έναν τύπο, να "κουβαλάνε" σπίτι του τον Φούρη γιατί ήταν κομμάτια. Έφτασα σπίτι, έβαλα στο πλυντήριο το μπουφάν και τα ρούχα μου και αποκοιμήθηκα λίγο πριν ακουμπήσω στο μαξιλάρι, βλέποντας μπερδεμένα όνειρα. 

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ονόματα

Πριν ενάμιση χρόνο περίπου όταν είμασταν για μπάνιο στο Βίδο μου είπες οτι θα φύγεις. Είχα αφήσει τη δουλειά μου και το ¨σχέδιο¨ ήταν να κάνουμε ένα κέντρο μαζί. Θα δίδασκα μαθηματικά, φυσική και ότι άλλο, σε παιδάκια. Έφυγες το Σεπτέμβρη.
Μετά απο 2 μήνες η Έλενα με διέγραψε απο το Φου Μπου γιατί όπως μου είπε δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε, μετά απο μια συζήτηση που είχαμε...
Το ίδιο καλοκαίρι η Ειρήνη έφυγε απο Κέρκυρα και μετακόμισε τελικά Αθήνα. Κατάφερνε να με κάνει χαρούμενο πάντα η Ειρήνη και με ρωτούσε πάντα τις πιο όμορφες ερωτήσεις.
Μετά απο λίγο καιρό έμαθα πραγματικά τι τύπος είναι ο Νίκος και διάλεξα να μην ασχοληθώ πια μαζί του.
Άρχισα να κάνω παρέα με τη Μάρα τότε πολύ περισσότερο. Με έκανε να νοιώθω οτι δεν έχουν διαλυθεί όλα, με έκανε να μπορώ να υποκρίνομαι οτι όλα ήταν ΟΚ. Έκανα παρέα και με την Χριστίνα πολύ. Βρισκόμασταν σπίτι του Μάριου.
Το χειμώνα θυμάμαι που τα πρωτοβρόχια είχαν έρθει στην ώρα τους και οτι άλλαξε η σχέση που είχα με τη Νεφέλη.
Πέρασα το χειμώνα με τη Μάρα, την Χριστίνα, το Μάριο, το Ραράκο. Με τη Μάρα βγαίναμε και πίναμε κάθε μέρα. Τα Σάββατα ακόμα πηγαίνω στο παππού μου και τρώμε μαζί. Κάποιες φορές κλαίει καθώς θυμάται τα παλιά και μου λέει οτι η ζωή του πέρασε. Του λέω οτι είναι μια ωραία ζωή απ'όσο την έχω δει μέσα απο τις ιστορίες που μου επαναλαμβάνει κάθε εβδομάδα και μακάρι να ζούσαν όλοι παρόμοια πράγματα. Μετά πίνουμε κρασί και τραγουδάμε μαζί.
Γνώρισα τον Τάκη και κάναμε άλλο ένα συγκρότημα. Κάναμε παρέα και κατάχρηση στο αλκοόλ. Κάναμε και ένα live μετά απο 6 πρόβες την Άνοιξη μαζί με Deadfile.
Όλο αυτό το διάστημα ήμουν φοβερά νευριασμένος. Είχα μια πολύ μεγάλη οργή μέσα μου που με εξουθένωνε. Νόμιζα οτι το διοχέτευα στα live και στη περιοδεία με τα "παλιόπαιδα". Το διοχέτευα και στους γύρω μου. Τσακωνόμουν με το Βασίλη για πράγματα που τώρα μοιάζουν ασήμαντα.
Νομίζω είχα δει ένα ντοκιμαντέρ, κάποια στιγμή, που έδειχνε μια αγέλη λύκων. Ένας απο αυτούς είχε αρρωστήσει και πόναγε. Γινόταν επιθετικός με τους υπόλοιπους χωρίς κάποιον λόγο. Γρύλιζε και κάποιες φορές είχε επιτεθεί σε κάποιους άλλους λύκους.
Έκανα παρέα και με τον Γρηγόρη. Ένοιωθα οτι για κάποιο λόγω βλέπαμε τον κόσμο πίσω απο το ίδιο πρίσμα.
Το καλοκαίρι γνώρισα τη Σοφία.
Η Χριστίνα μετακόμισε στους γονείς της στην Αθήνα για να καταλάβει οτι δεν της αρέσει εκεί, να γυρίσει πίσω εδώ και τελικά να ξαναπάει στην Αθήνα γιατί την δέχτηκαν σε μια αίτηση για δουλειά που είχε κάνει πριν φύγει απο εδώ.
Ο Γρηγόρης έφυγε για Αθήνα γιατί δεν είχε δουλειά εδώ το χειμώνα.
Η Μάρα τελείωσε με την σχολή της, ξενοίκιασε και έφυγε για Θεσσαλονίκη.
Η Σοφία νομίζω περισσότερο προσπαθούσε να προστατευτεί πάρα κάτι άλλο...
Ο Τάκης έφυγε και αυτός για Αθήνα όταν άρχισε να τον πολεμάει πάλι ο εαυτός του.
Ο Μάριος θα φύγει τον Ιανουάριο για να βρει την Χριστίνα στην Αθήνα.
Η Νεφέλη με παίρνει τηλέφωνο για να με ρωτήσει για τον ΟΑΕΔ
... εσύ έχεις να με πάρεις απο τότε.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Διαβεβαιώσεις και καθησυχασμοί

έχω ακόμα τον ήλιο
πάνω στα φύλλα των δέντρων
έχω τις παγωμένες νυφάδες
που κολυμπούν στον αέρα

μου έχει μείνει το έδαφος
και οι  κρυφές του ελπίδες
μου έχει μείνει η παράξενη
γεύση της θάλασσας στα χείλη

(δεν αντέχω πια να σου μιλάω)
(στον ύπνο μου)
(όταν ξυπνάω εδώ)
(η καρδιά μου σβήνει)

Αλλά έχω ακόμα τους τοίχους
στο σπίτι μου.
Μου έχει μείνει
η ζεστασιά του φωτισμού πάνω τους

έχω ακόμα τις γλάστρες
στο μπαλκόνι μου
έχω ακόμα τα δέντρα
όπου έπαιζα κρυφτό

έχω τα καλοκαίρια
γεμάτα στάχυα και πλαστελίνη
έχω τα ματωμένα μου γόνατα
και τα πέτρινα παπούτσια

έχουν μείνει ακόμα
τα αγριόχορτα
που με καλούν
να χαθώ μέσα τους

υπάρχει πάντα το
ξύλινο δωμάτιο  
που πριν ανοίξω την πόρτα
θα ακούω τις παιδικές φωνές μας

θα έχω πάντα
τα πουλιά στον αέρα
και τα αστέρια τη νύχτα
να με σκεπάζουν

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

B. K.

Ζω στο σπίτι κάτω από το λόφο
και γυρνάω εκεί το απόγευμα
πεθαίνω ακουμπισμένος στο παράθυρο
κοιτώντας τους χαρταετούς πάνω από τα δέντρα

Κάποιες νύχτες πετάω
υπνοβατώντας απ'το παράθυρο
κρατώντας στο χέρι μου ένα κερί
για να με ακολουθώ πιο εύκολα

Γράφουμε "τραγούδια" γιατί ανυπομονούμε να ακούσουμε τον εαυτό μας να λέει:
"έγραψα ένα τραγούδι για 'σένα"
και ανυπομονούμε επίσης, να ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας
στη μέση της πρότασης

Θα'θελα πολύ να μου εξηγούσες ένα απόγευμα απο αυτά,
γιατί βλέπω χαρούμενα λιβάδια γεμάτα λουλούδια
και ηλιόλουστα χαμόγελα γυναικών στην εξοχή,
κάθε φορά που ονειρεύομαι το θάνατο

Έχεις ένα χαμόγελο και συ, στερεωμένο στο πρόσωπό σου
αλλά δεν έχεις ηλικία, ούτε συγγενείς,
έχεις όμως το όνομά σου στερεωμένο (κι'αυτό) δίπλα σου
το μικρό σου όνομα είναι πλέον πολλά ονόματα

Δεν αλλάζεις τα μαλλιά σου,
ούτε το βλέμμα σου
χρειάζεσαι λίγο τσάι μερικές φορές
και θέλεις να μάθεις όσα δε ξέρω εγώ για μένα

Τα "Ναι" που σου λέω με εντυπωσιάζουν
με τη σιγουριά που βγαίνουν απ'το στόμα μου
κρατάνε τα δάκρυα στη θέση τους
ευθυγραμμίζουν τα μάτια σου με τα δικά μου

Μου δείχνεις τα χέρια μου...
που είναι πάντα ματωμένα...
προσπαθείς να τα σκουπίσεις με τις στάχτες της
και γω σου λέω φοβισμένος οτι κουράστηκα...

Μετά σου μιλάω... μπερδεμένα, με ενήλικες λέξεις,
ανακατεμένες, φοβισμένες, απαστράπτουσες λέξεις
φαντασμαγορικές, δειλές, ανήμπορες λέξεις
μετά, ώρα για ύπνο... μπαίνω μόνος μου στο κρεββάτι μου πλέον...

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

requested by V.

                           1

I measure the distance by thoughts
If you are by yourself you can't be alone
We've been drowning in this lake every night
The wind of your voice has brought all the tides

In this city we hear the light's whispers
We hold hands but there's no one with us
The walks we take brings us to the same place
Wearing white cloths with heavy blood stains

I try to wash my cloths in the lake
I try to wake up during the day
And I can't remember your face no more
I don't know if you existed or not




                            2


There's a wolf hiding inside my chest
Sometimes he's so hungry and it's helpless to pet

There's a wolf mumbling inside my guts
He talks to himself but that's never enough

There's a wolf crying inside my belly
He's so alone but he needs to be ready

There's a wolf eating inside my head
That's why all the thoughts are painted red

There's a wolf standing infront of my eyes
The glass of the mirror makes him feel so alive

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Ανθολόγιο Ξεχασμένων και Αλλόκοτων Ποιημάτων


(Χειμώνας 2015)

Σήμερα στο σπίτι μου δεν ανασαίνω
βρίσκεται στο πιο σκοτεινό βυθό
ούτε το φως να ανάψω δε μπορώ
γιατί έχω τη καρδιά μου δεμένη εδώ


Σήμερα στο σπίτι μου δεν ανασαίνω
Σήμερα δε πέρασες από εδώ
Και'χω και αυτόν το δαίμονα να περιμένω
κάθε φορά που ξυπνάω και πριν κοιμηθώ


Σήμερα στο σπίτι μου σε περιμένω
έδωσα στους λύκους μου φαγητό
Έξω απ΄το παράθυρο δεν ανασαίνω
και οι λύκοι τώρα ονειρεύονται το βυθό




(3/8/2009)

3 Αυγούστου ο καθένας μας θα πάει εκεί που θέλει
τ'ονομά σου ονομάζουν οι αγγέλοι

3 Αυγούστου όποιος έρχεται μαζί μας θα το ξέρει
οι πιο πολλοί περιμένουν μεθυσμένοι

3 Αυγούστου όταν ο άνεμος μας πιάνει απ΄το χέρι
στα σοκάκια τριγυρνάμε ξεχασμένοι

3 Αυγούστου το μικρότερο μεγάλο καλοκαίρι
μην το αφήσεις να σε αφήσει από το χέρι





(1/1/14)

τα πιο όμορφα μάτια μας

ξεγελάνε τη θλίψη

και αυτά τα χαμόγελα

μείναν για μια στιγμή αιώνια στα χείλη


Τραγουδήσαμε τόσο αβίαστα, λες και είμασταν, μόνος του ο καθένας μες το δωμάτιο







 (9ος 2013)

Κανείς δε το φαντάστηκε νομίζω

και γούρλωσαν όλοι τα μάτια

είμαστε ώριμοι ή

είμαστε μορφωμένοι

και κρατάμε στα χέρια μας ένα μικρό Σατανά

από κερί και από λιβάνι

μας κάνει όλες τις χάρες

μας βγάζει βόλτα την Κυριακή

και δε ξέρουμε καν πως τον λένε

αρκεί να μας ταΐζει...


Για να ξεκουραστούμε πιο γρήγορα

Για να φτάσουμε πιο γρήγορα

Για να κοιμηθούμε πιο γρήγορα

Για να έρθει πιο γρήγορα το τέλος


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Like

Μ'αρέσει ο ήχος του κασετόφωνου το καλοκαίρι.
μ'αρέσουν τα σκισμένα παπούτσια, τα φορεμένα παπούτσια
τα ξεφτισμένα ρούχα και οι τρύπιες μπλούζες
μ'αρέσουν οι θολές φωτογραφίες
οι ταινίες σε παλιό φιλμ
τα σκονισμένα αυτοκίνητα
και τα αξύριστα γένια
τα πολυκαιρισμένα σακβουαγιάζ χωρίς ρόδες
μ'αρέσουν τα μισοξεβαμμένα νύχια, τα μαύρα μισοξεβαμμένα νύχια
και αυτό που εσείς λέτε οτι βγήκε η "ρίζα" στο βαμμένο μαλλί
μ'αρέσουν οι σκουριασμένοι μαγνήτες στη κιθάρα μου και τα σκονισμένα πετάλια μου
τα φυτά που έχουν αρχίσει να τυλίγουν τα κάγκελα του μπαλκονιού
... τα λίγο σκουριασμένα κάγκελα του μπαλκονιού
Μ'αρέσουν τα κακοπαιγμένα ακόρντα
που κάνουν τη φωνή σου να βγαίνει πιο αληθινή, πιο μπερδεμένη, πιο θυμωμένη
Μ'αρέσουν οι φωνές που δεν προσπαθούν να βρουν τις νότες
γιατί είναι το λιγότερο που τις ενδιαφέρει
Μ'αρέσουν τα θολωμένα γυαλιά με κόκκους άμμου στις άκρες τους
Μ'αρέσουν οι κινήσεις των χεριών όταν κάποιος μιλάει
Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που τους ενδιαφέρει περισσότερο να ζουν από το να είναι ζωντανοί
Μ'αρέσουν τα αυτοκίνητα με μουδιασμένα φρένα και τεμπέλικα τιμόνια.
Μ'αρέσει να φοράω γυαλιά όταν διαβάζω και λίγο πριν πέσει ο ήλιος
Μ'αρέσει η μάσκαρα να λερώνει
τις άκρες των ματιών σου
Μ'αρέσει να φοράς σαν φουλάρι στο λαιμό σου ενθύμια και δώρα σκισμένα
Μ'αρέσουν τα μαύρα ρούχα
και τα πολύχρωμα βλέμματα
Μ'αρέσει η μυρωδιά των νυχτολούλουδων το απόγευμα
και των φρεσκοπλυμένων ρούχων το πρωί
αφού όμως πρώτα έχεις κοιμηθεί με αυτά
Μ'αρέσουν τα γράμματα, γραμμένα σε χαρτί, που είναι δυσανάγνωστα σαν και αυτά εδώ.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Κοινά μυστικά της πόλης

Αμερικάνικη επαρχία
ερωτευμένοι ανήλικοι
και ματωμένες ρινίτιδες
φοβισμένες λέξεις και βραδινά φώτα
μέσα σε αγροκτήματα
μέσα σε ξύλινα σπίτια
που οι τοίχοι τους καταστρέφονται τόσο εύκολα
με τσεκούρια ή με σφυριά
όταν ο ήλιος είναι τόσο φωτεινός
που ξέρουμε οτι όλη η ζέστη
είναι μαζεμένη γύρω από τη καρδιά μας
μισοαφηρημένοι έρωτες
κρυμένοι άγαρμπα μέσα
σε κουβέρτες στο υπόγειο
καθώς το φως μπαίνει σε λωρίδες
πάνω απ'το κεφάλι σου
χαμόγελα με απέλπιδες ματιές
το τέρας κρύβεται πάντα κάτω 
από το κρεβάτι μας 
cinema και ποπ-κορν
...
λεωφορεία παρατημένα να σκουριάσουν
παλιές φωτογραφίες σου 
στο υπολογιστή μου
και μέσα στο στομάχι μου
τα όπλα είναι που κάνουν αυτό το κρότο
όταν εκπυρσοκροτούν
και αλλάζουν την μυρωδιά του σώματός μας
μυρωδιά από μέταλλο
...
ανεξέλεγκτες ματιές
γεμάτες λάμψεις
τα φώτα σβήνουν στην ύπαιθρο
με λερωμένους καθρέφτες 
και ματωμένα ξυράφια
ποτέ
δε
φανταζόμουν
οτι 
θα
μπορούσες
αλήθεια
να το κάνεις αυτό
αλατόνερο
μέσα σε πισίνες
τα μεσάνυχτα
όταν ανοίξεις τα μάτια σου
θα είμαι πιο κοντά
όταν ανοίξεις τα μάτια σου
οι ανάσες μας θα χορεύουν 
και τα χείλη μας ίσος να φιλιούνται 
βρεγμένα από δικά μας, αλμυρά δάκρυα

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Σταθμός

Οκ... οκ... Γιατί, έχω αρχίσει και πιστεύω πια, ότι κάποιος μου κάνει πλάκα... Κάποιος που ελέγχει τα κοσμικά δρώμενα με κάποιο μαγικό τρόπο το τελευταίο χρόνο σπάει πλάκα μαζί μου. Οκ είπαμε... πάει ένας, πάνε δύο, πάνε τρεις (για αυτήν θα μου πεις το ήξερες...) πάνε τέσσερις κτλ κτλ... αλλά κάτσε λίγο... κάθε άνθρωπος που γνωρίζω δηλαδή? Δε ξέρω... μήπως είναι και κάποιο σημάδι σκέφτομαι από την άλλη. Σα να σου λένε "Σήκω και φύγε και συ αγόρι μου! Τί δε καταλαβαίνεις? Πόσο πιο ξεκάθαρα να το κάνουμε πια?" Δεν έχω που να πάω και γω βέβαια... αλλιώς μάλλον θα ήμουν κάπου αλλού τώρα.

Δε ξέρω πια... Με κουράζουν όλα αυτά... πάρα πολύ. Πλέον δε μπορώ ούτε να μπω στη διαδικασία να σκεφτώ ότι βρισκόμαστε σε μια αναμονή για κάτι οριστικό... Ακόμα και με πολύ μικρά πράγματα. Με άτομα που έχω γνωρίσει εδώ και κάνα μήνα, και τα συμπαθώ, και πιστεύω οτι θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, να μιλήσουμε με τα ίδια χρώματα. Παρόλο που τα ξέρω τόσο λίγο, πλέον μου φαίνεται αβάστακτο όλο αυτό, απύθμενα κουραστικό και ψυχοφθόρο. Που στην πραγματικότητα δεν είναι. Αλλά αλήθεια... κουράστηκα... πρέπει με κάποιο γαμημένο τρόπο να ξεκουραστώ... αλήθεια... Θέλω επιτέλους να συμβεί κάτι καλό! Κάτι... 

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Τελικά ήταν φθινόπωρο

Ήταν καλοκαίρι λέει και όλα τα περβάζια έδειχναν προς τη θάλασσα. Οι νύχτες πάντοτε ξημέρωναν και πάντα το φως των απογευμάτων μας θύμιζε τα χρόνια που ζούσαμε ξαπλωμένοι σε μια αγκαλιά. Δε χρειαζόταν καν να μιλήσουμε τότε... όλα τα φωνήεντα ήταν τοποθετημένα στις πιο σωστές θέσεις της μικρής μας ζωής. Νόμιζα ότι σε ήξερα και δεν μου έλειπες. Νόμιζα πως θα μπορούσα να κοιτάζω για πάντα μέσα στα μάτια σου και να βλέπω την άλλη πλευρά του καθρέπτη. Άσπιλη, αμόλυντη από θυσίες και αγάπη, αμόλυντη από αφορισμούς...

 Τα καλοκαίρια αλλάζουν όμως, μεταμορφώνονται. Βλέπω τα μάτια σου σε άλλους ανθρώπους και τους ακολουθώ. Περιμένω να γυρίσουν σπίτι "μας". Περιμένω να γυρίσουν να με κοιτάξουν και να με αναγνωρίσουν με ένα πλατύ χαμόγελο. Για κάποιο λόγο... για κάποιο γαμημένο λόγο το περιμένω αυτό...

Οι άνθρωποι γύρω μου βλέπουν ότι είμαι μισός ακόμα και μου το λένε. Μου λένε να γίνω ολόκληρος ξανά. Δε καταλαβαίνουν νομίζω, ότι αν δε μου το έλεγαν, μάλλον δε θα προσπαθούσα καν να γίνω ολόκληρος, γιατί έχω ξεχάσει πια τι σημαίνει αυτό.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Μ. και "Ο κανονικός τίτλος"

Για την αποποινικοποίηση του μαύρου
και τις αβέβαιες ανάσες σου
για τις μαύρες καμπύλες των ματιών σου
για τις βλεφαρίδες, που από πίσω τους κρύβεσαι

Για τις μαύρες γάτες
που με κοιτούν μέσα απ΄τα μάτια σου
Για τα παιδικά σου μάγουλά
και τα κεράσια που πάντα μου θυμίζουν

Για τα μικρά μυστικά
που μου ψιθυρίζεις νευριασμένη
και για το πόσο θυμώνω
με όσους έχεις επιβάτες στο κεφάλι σου

Για τα βιαστικά πρωινά
με τον ήλιο να τρέχει
πάνω στα μαλλιά,
και μέσα στο μαξιλάρι σου

Και τέλος... σε αγαπώ
για τα μεσημέρια του καλοκαιριού
που εισβάλουν στην καρδιά μου
κάθε φορά που με παίρνεις τηλέφωνο

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

13/6/2016

Με ρώτησες τί σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν ότι είμαι χαρούμενος. Δε μπορούσα να κρατήσω τα χείλη μου από το να χαμογελάσουν, ούτε τα μάτια μου, ούτε τα χέρια μου, ούτε το κόσμο γύρω μου, ούτε τη βροχή που έσκαγε πάνω μου, σαν βροχή από μικροσκοπικούς μετεωρίτες που κατά την επαφή με το δέρμα μου εκρήγνυνται σε πολύχρωμα θρύψαλα. Σκεφτόμουν πόσο καιρό είχα να νιώσω έτσι. Έφτασα περίπου στην παιδική ηλικία ψάχνοντας.

Έβλεπα την κόκκινη κουκούλα που φορούσες λόγο της βροχής μετεωριτών καθώς στεκόσουν μπροστά μου ακίνητη, σχεδόν μουδιασμένη, σα να μην ήταν κανένας γύρω σου. Σε έπιασα από τον ώμο για να δω το πρόσωπό σου να ακτινοβολεί από δάκρυα, να εκπέμπει φωτεινά βλέμματα, χαμόγελα και... και οι λέξεις γραμμένες εδώ αρχίζουν να είναι μικρές, αδύναμες, φτωχές και κουρασμένες. Κοίταξα γύρω μου και είδα κι'άλλα (βρεγμένα) χαμόγελα, είδα εκστασιασμένα χέρια και λαμπερά βλέμματα μέσα στο σκοτάδι. Σκεφτόμουν ότι ήμουν χαρούμενος...

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Μαρμότα

... μισομεθυσμένος κατά τις 10-11 κατά μέσο όρο... Μπορεί να ξυπνήσω και τις 8 ή τις 12 πιο σπάνια. Τις 11 έχω πρόβα ας πούμε και έρχεται ο Π. και με παίρνει με το αυτοκίνητο κατά τις 11μισή. Κάνει το κόπο να ανέβει σπίτι μου στο 1ο όροφο, για να μου κουβαλήσει τη βαλίτσα με τα πετάλια. Μετά την εγχείρηση για την κήλη δεν μου επιτρέπω να κουβαλάω βαριά πράγματα και τα πετάλια ζυγίζουν καμιά 20ρια κιλά.

Στη πρόβα δε θα δουλεύει αρχικά ο ενισχυτής μου γιατί ο Ν. ήθελε να δοκιμάσει ένα (τεχνικοί όροι) και αποσύνδεσε τα (τεχνικοί όροι) από τον ενισχυτή μου για να συνδέσει το (τεχνικοί όροι) αλλά ξέχασε να τα ξανασυνδέσει. Θα πάρω έναν άλλο ενισχυτή που θα βρω πίσω από την κουρτίνα του stage και θα συνεχίσουμε την πρόβα για 2-3 ώρες. Στα τελευταία 2-3 κομμάτια που θα παίξουμε θα έρθει κάποιος να μας χαιρετήσει και να δει την πρόβα. Μπορεί να περάσει ο ιδιοκτήτης του χώρου ο Ν. που πέρασε να κάνει μια δουλειά, ή η Μ. με την αδερφή της και την Χ. .

Όταν τελειώσουμε θα μαζέψουμε και θα βγούμε έξω εντυπωσιασμένοι από το πόσο φωτεινός είναι ο ήλιος. Κάποιοι θα πάνε για καφέ, μπορεί να πάω και γω καμιά φορά. Όμως τώρα θα πάω με τον Π. σπίτι και στο αυτοκίνητο θα λέμε πως πήγε η πρόβα. Θα φάω ότι μαγείρεψα χτες ή θα μαγειρέψω κάτι. Θα κοιτάζω το facebook μέχρι να τερματίσω το scroll down και μετά θα ξεκινήσω απ'την αρχή... Θα χαζέψω στο you tube και θα απαντήσω σε κάνα τηλέφωνο κατά τις 7 που θα μου λέει να πάμε καμιά βόλτα κατά τις 8 με την Μ. . Θα πάμε στη πλατεία και μπορεί και στην θάλασσα. Ακολουθεί καφεδάκι στην "Αρκούδα" με μια πιο μεγάλη παρέα απ'την οποία μαθαίνω γιατί δε δούλευε ο ενισχυτής το πρωί και μετά το γράφω παραπάνω. 

Κατά τις 10 και, θα πάω να δω την Χ. που παίζει σε μια εκδήλωση που θυμίζει πάρτι μικρομασώνων της Κέρκυρας. Τέχνη με οδηγίες χρήσης: Σε ένα μπολ βάζουμε το βιολί - τσέλο με απαγγελία ποίησης, φουλάρια, μπλε-κόκκινο φωτισμό και την χορωδία φωνών ενός Κερκυραϊκού συλλόγου, προσθέτουμε νερό και ανακατεύουμε καλά. Βγαίνουμε έξω και συζητάμε με τον Μ. για αυτό που βλέπαμε... Η random  συνάντηση της ημέρας συμβαίνει τώρα και έρχονται ο Π. και τα υπόλοιπα παιδιά. Πηγαίνουμε να καθίσουμε στα τσιπουράδικα και τελικά βρίσκουμε να καθίσουμε σε ένα ξεχασμένο τραπέζι. Ξέχασα να σας πω ότι πιο πριν είχαμε συναντήσει random και τον Γ. και είπαμε να του στείλω που θα κάτσουμε για να δει μήπως έρθει. Έρχεται και μιλάμε για το video-clip με τους παπάδες, τα άμφια, τους δαιμονισμένους και τα γουρούνια. Ο φίλος του Γ. που ήρθαν μαζί και ξεχνάω πάντα το όνομά του (νομίζω είναι Μ.) δε μιλάει και μας κοιτάζει παραξενεμένος. Του εξηγούμε για το video-clip... 

Μου στέλνει μνμ η Μ. και μου λέει ότι είναι στο μπαρ που κάναμε πρόβα το πρωί. Μου δίνει και άλλες πληροφορίες... Πηγαίνουμε εκεί με την Χ. τον Γ. και τον φίλο του. Βρίσκουμε τον Τ. την Μ. την Μ. και την αδερφή της την Ν. και τον ιδιοκτήτη τον Ν. . Πίνουμε, μιλάμε με τον Γ. και τον Ν. για μουσικές και συγκροτήματα, φλερτάρω λίγο με τη φίλη της Μ. . Χαιρετάμε τον Π. και τον Σ. που κάθονται απέναντι μας, πίνουμε, μιλάμε μπερδεμένα ξαναπίνουμε και κατά τις 3 παραπατάω προς το σπίτι. Κοιτάζω το φου-μπου και κατά τις 4 κοιμάμαι... Βλέπω πολύ συχνά το ίδιο όνειρο, ότι είμαστε μαζί σπίτι και εσύ έχεις αποφασίσει ότι θα φύγεις. Η αναμονή του ότι θα φύγεις μου φέρνει κλειστοφοβικά συναισθήματα... μοναξιά... αισθάνομαι τόσο μόνος... αναπόφευκτο... Στο τέλος από το όνειρο συνήθως κλαίω...

Ξυπνάω... (επαναλάβετε ξανά απ'την αρχή)

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

.-

Σαν να βγάζεις από πάνω σου τα παλιά ρούχα, τα σκισμένα τα βρώμικα ρούχα, τα λιωμένα, που τα αγαπάς τόσο πολύ, που έχουν γίνει ένα με σένα... που νομίζεις ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι σου. Αλλά τώρα έχουν αλλάξει. Δεν είναι τα ίδια απ'όταν τα πρωτογνώρισες πριν 13 χρόνια, πριν 18 χρόνια. Πριν να είσαι αυτός που είσαι. Όταν κάποιος άλλος που σου έμοιαζε τα διάλεξε... και συ τ'αγάπησες τόσο πολύ ώστε νόμισες ότι ήταν ένα με το σώμα σου.

Τα μανίκια τους κόπηκαν, έλιωσαν, αδυνάτισαν, κρέμασαν οι ραφές τους από την πολύ τριβή, από την διαρκή γνώση ότι είναι εκεί, από το να ξεχνάμε ότι είναι εκεί, από το να το ξεχνούν κι'αυτά.
Και τώρα συνειδητοποιείς ότι σε βαραίνουν, ότι κολλάνε πάνω σου. Για πρώτη φορά σκέφτεσαι να τα βγάλεις... και να μείνεις γυμνός. Σκέφτεσαι πώς θα ήταν (άραγε) χωρίς αυτά. Σκέφτεσαι αν θα βρείς άλλα να σου κάνουν. Σκέφτεσαι αν θα μπορείς να πάρεις άλλα. Σκέφτεσαι τί μέρα της εβδομάδας είναι... Σκέφτεσαι τι ακριβώς κάνεις εδώ... και προσπαθείς να κοιταχτείς στον καθρέφτη. Κάτι σου θυμίζει ο κύριος... είναι συμπαθητικός βρίσκεις. Σου λέει οτι είναι κουρασμένος. Όλο αυτό σου λέει τελευταία. Δείχνει κουρασμένος, απογοητευμένος, έτοιμος να τα παρατήσει, έτοιμος να μην τον ενδιαφέρει τίποτα πιά. Το χαμόγελο δεν έχει την λάμψη που'χε παλιά, τα μάτια πιο κυνικά απο ποτέ και τα χείλη πολύ πιο ειρωνικά απ'ότι θυμάσαι. Δε μπορούσε όμως να δει τα λιωμένα ρούχα πάνω του. Δε μπορούσε να δει ότι τον ενοχλούν και οτι θα έπρεπε να τα είχε αλλάξει κάποια στιγμή. Τώρα θέλει να τα διώξει όλα. Τώρα βλέπει πιό καθαρά. Τώρα γίνονται όλα όσα φοβόταν... μαζί, ταυτόχρονα. Τώρα μένει γυμνός, γιατί καθώς βγάζει ένα ρούχο από πάνω του (αυτό που αγαπά πιο πολύ, αυτό που κάλυπτε όλο του το σώμα) βλέπει και άλλα να ξεκολλούν και να κρέμονται ετοιμόρροπα και να πέφτουν και να χάνονται.

Θέλω τόσο πολύ να τα τραβήξω όλα αυτά τα κουρέλια απο πάνω μου. Θέλω να απελευθερωθώ από αυτά... κιας μείνω γυμνός, κιας κρυώνω. Με ένα μαγικό σχεδόν τρόπο όμως βλέπω ότι έρχονται άλλοι άνθρωποι και με αγκαλιάζουν με όλη τους τη καρδιά, έρχονται άνθρωποι που δεν τους περίμενε κανείς, απρόσκλητοι, όμορφοι, χαρωποί, γεμάτοι αγάπη και χαμόγελα, που προσπαθούν να με αγκαλιάσουν. Προσπαθούν να με κοιτάξουν στα μάτια, κάτω από τη μάσκα μου, κάτω από την ευγενική πρόσοψη.

Κάποιες φορές νοιώθω ότι είναι πολύ αργά, ότι είναι καλύτερα να κοιμηθώ, να τα παρατήσω και να ξεκουραστώ, αλλά συνεχίζω για αυτούς που με αγκαλιάζουν και κρέμονται από πάνω μου, με κάνουν να χαμογελάω ξανά. Και τώρα πρέπει να γίνω πιό όμορφος, πιο ενδιαφέρον, πιο αποτελεσματικός. Να αποφασίζω για 'μένα, να διαλέγω να κάνω τα δικά μου λάθη, να γίνω δικός μου ξανά, να λέω αυτά ακριβώς που θέλω όταν τα θέλω και να ζητάω... να ζητάω ξανά.

Τώρα βρίσκομαι ανάμεσα

Ελπίζω να μην είμαι τόσο κουρασμένος όσο λέω...

Λ.

Μου 'χες πει ότι θα σε έβρισκα στην πλατεία, κάθε καλοκαίρι, κάθε απόγευμα, όποτε ήθελα. Ότι δε θα ξεχνούσαμε τις ανάσες μας και θα περιμέναμε υπομονετικά να βρεθούμε ξανά. Σαν να ήταν σίγουρο ότι θα βρεθούμε, σα να τα είχαμε κανονίσει όλα. Σε πίστεψα επειδή είδα πόσο φυσικά και αβίαστα το πίστευες όλο αυτό... Σου γκρίνιαζα αρχικά, ότι θα χαθούμε και ότι δε θα μιλάμε πια στο τηλέφωνο, ούτε θα μου στέλνεις πια μηνύματα με τελείες, αποστρόφους και παρενθέσεις να σχηματίζουν αρκουδάκια.
Οι μέρες πέρναγαν όπως περνάνε και σήμερα. Με τον ήλιο να μας κάνει να χαμογελάμε με το ζόρι και τις πυγολαμπίδες το βράδυ να έρχονται κοντά μας και να μας ψιθυρίζουν αλήθειες με τις λεπτές φωνές τους. Πάντα με κοίταζες σα να θέλεις κάτι να μου πεις και σα να αμφιβάλλεις για το αν είναι αλήθεια αυτά που σου λέω εγώ. Φορούσες ένα άσπρο στενό φανελάκι ένα σκουρόχρωμο τζίν και ένα σταυρό. Θυμάμαι που μου έλεγες πόσο περίεργη εφεύρεση θεωρείς τα παπούτσια.
Περπατούσαμε μαζί στο φρούριο και μου έλεγες με μισόλογα για το τι συμβαίνει στη ζωή σου. Νομίζω περισσότερο για να τα ακούσεις εσύ τα έλεγες... Ένοιωθα ότι ήθελες να μου μιλήσεις αλλά φοβόσουν να πεις τα πράγματα που συνέβαιναν. Για την μητέρα σου... για το ότι θα έφευγες και θα πήγαινες στην Αθήνα, για τις μπερδεμένες σκέψεις σου... και για το ότι κάποιες φορές ο καλοκαιρινός ουρανός μαύριζε και όλα γύρω σου σκοτείνιαζαν και αρρώσταιναν. Σου τα έλεγα και εγώ αυτά... με κοίταζες με μισάνοιχτο το στόμα...
Και μετά ξαφνικά χιόνιζε! Πηγαίναμε βόλτες στη Γαρίτσα, ανάμεσα στη θάλασσα και στα δέντρα, ανάμεσα σε αυτά που σκεφτόμασταν και σε αυτά που λέγαμε. Άσπρα άνθη από τα δέντρα παρασύρονταν από τον ανοιξιάτικο αέρα και γέμιζαν τα πάντα γύρω μας. Όλοι οι δρόμοι της πόλης έμοιαζαν χιονισμένοι κάθε άνοιξη.
Τελικά νομίζω είχα δίκιο σε όσα λέγαμε. Χαθήκαμε, μεγαλώσαμε, βρεθήκαμε εδώ και εκεί, γίναμε κάποιοι άλλοι. Ευχάριστα όλα αυτά! Ευχάριστα...
Το πρόβλημα είναι οτι δυσκολεύομαι να ξεχάσω... αυτο είναι όλο.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Αποτίμηση



Να προχωράς μπροστά μου είχες πει
και να μιλάμε για ήττες, για σκιές και για αγίους
μου'χες πει
για τις βαλσαμωμένες προσευχές μες στους θανάτους
και για τις πιο μικρές σου αναμονές
για αυτές που'ναι σα να μη πέρασαν ποτέ
σα να ξεχάστηκαν στο σπίτι όπου έμεινες μικρός
από την άνοιξη παλιά μέχρι και τώρα στο περβάζι
να κοιτάμε το φεγγάρι πριν να βγει
(μου είχες πει)
να πιούμε
για τις μέρες, για τις νύχτες, τα πουλιά και τους ανθρώπους, για τις νεκρές σου τις ματιές, για τα πιωμένα σου τα χείλη και τα σβησμένα, άναστρα μάτια σου, θαμμένα στην καρδιά σου
να πιούμε για τις μέρες και τις νύχτες όπου χάθηκαν τ'αστεία που δεν είπαμε
(και με αυτά να γελάμε ξανά)
να ακούσουμε ξανά τις πρώτες σου κασέτες
σαν τα όνειρα των εραστών τoν Αύγουστο
σαν ηλιαχτίδες στα πρωινά φύλλα των δέντρων
άκουγα τις μέρες τότε πόσο γέλαγαν
και πως πεθαίναν ξαπλωμένες στο κρεβάτι
πάντα κάτι έμενε στο νου μου να σου πω
και συ μου έλεγες " ένα ακόμα σκαλοπάτι "  

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Παγοθύελλα

Επιτέλους ηρεμία... όσο άσχημο και αντίθετο και να ακούγεται αυτό σε σχέση με αυτά που πιστεύω για τους ανθρώπους, είναι αλήθεια. Δεν έχω ξανακουραστεί πιο πολύ, δεν έχω ξαναματώσει τόσο πολύ... και για ποιο λόγο? Συνειδητοποιώ ότι νοιώθω ένα χαμόγελο στα χείλη μου τώρα που γράφω. Νοιώθω πιο ελεύθερος... χωρίς υποχρεώσεις που ξεκινούν από μένα, χωρίς τον φόβο της τυφλής κατηγορίας, δίχως ματωμένες σκέψεις μπερδεμένες με τριαντάφυλλα... Το ήξερα ότι εκεί θα κατέληγε... μου το είχες πει από την αρχή εξάλλου. Ότι έτσι κάνεις με όλους. Το φοβόμουν όσο τίποτα. Αλλά ήθελα να δοκιμάσω, να δω αν μπορώ να γίνω κάποιος... και προσπάθησα μέχρι αηδίας... Όπως κάνω πάντα δηλαδή... Για μια στιγμή νόμισα ότι έγινα κάποιος... Βρέθηκα σε έναν παγετώνα με λειψά ρούχα και σκιές να κινούνται γύρω μου μέσα στον απόηχο του χιονιού. Επέμενα περπατώντας όλο και πιο μακριά, μέχρι που χάθηκα... Τώρα ξέρω... Δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από εσένα εκεί έξω... και αυτό μου το'χες πει... Πάγωσα μέχρι τον πυρήνα και πέθανα εκεί... ίσος είναι ο μόνος τρόπος τελικά για να συνειδητοποιήσεις ότι ονειρεύεσαι, να συνειδητοποιήσεις την ύπαρξη του εαυτού σου μέσα στο χώρο και στον χρόνο όπως παλιά... Ξέχασα, άλλαξα, συμβιβάστηκα... Έχασα τον εαυτό μου μέσα στην παγοθύελλα... Πέθανα εκεί... Ευτυχώς! Για να μπορέσω να γυρίσω πίσω τελικά, να με ξαναβρώ από κει που με άφησα... Ενδιαφέρον τo ταξίδι αλλά και πολύ επικίνδυνο. Χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας, χωρίς διαβεβαιώσεις...

(παύση)

και ακόμα χαμογελάω... ψηλαφίζω το πρόσωπό μου για να βεβαιωθώ. Επιτέλους ηρεμία! :)

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Scripta manent

Σε είχα ερωτευθεί ένα πρωινό λίγο πριν ξυπνήσω και ένοιωθα τα μαλλιά σου να ακουμπάν το πρόσωπό μου... χωρίς να βρίσκεσαι δίπλα μου. Δε κατάλαβα ποτέ τι ζήτησες από μένα όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν. Δε καταλαβαίνω ακόμα τι θέλεις από μένα. Νοιώθω ότι σου δίνω όσα πράγματα μπορώ απλώς μήπως και πετύχω κάποια μέρα αυτό που θέλεις. Σα να κυνηγάς πουλιά στο απόλυτο σκοτάδι... μερικές φορές νομίζω ότι μου δίνεις και συ κάτι, αλλά συνήθως είναι ότι απομένει, ότι περισσεύει και δε ξέρεις που να το βάλεις. Κάποιες φορές πιστεύω ότι σ'αγαπάω, άλλες νομίζω ότι θέλω να σε κάνω ένα με μένα, άλλες ότι πρέπει να σε βοηθήσω να αλλάξεις αυτό που είσαι και να σταματήσεις (κατά την αντικειμενικότατη άποψη μου) να βλάπτεις τον εαυτό σου και να σταματήσεις να φοβάσαι πια τους ανθρώπους. Άλλες φορές σε φοβάμαι... Φοβάμαι ότι θα μου πεις χαμογελώντας ότι κάποιος που αγαπώ πολύ μόλις πέθανε, ή ότι θα μου πεις ξαφνικά ότι σε πρόδωσα και ότι με μισείς για όλα αυτά που σου έχω κάνει... χωρίς εγώ να ξέρω τίποτα απ' αυτά. Απλά θα μένω έκπληκτος και παγωμένος να σε κοιτάζω με απορία. Δε μπορώ να σε καταλάβω... και προσπαθώ τόσο καιρό... με μπερδεύεις... ανακατεύεις τα σωθικά μου κάθε φορά που βρισκόμαστε. Δεν είμαι σίγουρος αν θες να είσαι εδώ. Νομίζω πρέπει να σε αφήσω να φύγεις... Με κάνεις να νοιώθω ότι δε θα χρειαστεί τίποτα περισσότερο από το να μας αφήσω να σβήσουμε ο ένας από τη καθημερινότητα του άλλου... Δε θα χρειαστεί τίποτα περισσότερο από το να σταματήσω να κουράζομαι... από το να ξεκουραστώ...

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Τα έλεγε ο Κάφκα...

Έγραφα ένα μυθιστόρημα χτες βράδυ! Ήταν περίπου 500.000 σελίδες. Είχε να κάνει με όλα αυτά που έχουν σημασία πια, με όλα όσα πρέπει να ασχοληθούμε και με αυτά που μπορούμε να βάλουμε στην άκρη και να τα δούμε αργότερα. Κοιμήθηκα ήσυχος αλλά όταν ξύπνησα δεν μπορούσα να βρω που είχα βάλει αυτά που είχα γράψει. Δεν ήταν στην συνηθισμένη τους θέση. Δεν ήταν εκεί που τα έβαζα εδώ και τόσα χρόνια. Έψαξα στο μπαλκόνι μου, στα σκονισμένα συρτάρια μου και στα ράφια του γραφείου που τα έβρισκα συνήθως αλλά δεν υπήρχαν. Τότε προσπάθησα να θυμηθώ τι είχα γράψει αλλά δεν θυμόμουν. Δεν θυμόμουν καν για το θέμα που είχα γράψει. Απλώς ξεχείλιζα από την αγωνία και την προσμονή του να θυμηθώ κάτι που είναι πάρα πολύ σημαντικό αλλά το έχω ξεχάσει. Αγωνιούσα να ηλεκτροδοτήσω τους νευρώνες του εγκεφάλου μου που έκρυβαν αυτές τις πληροφορίες που θα με έστρεφαν στη σωστή κατεύθυνση που θα με βοηθούσαν να κάνω αυτά που θέλω. Τί ήθελα όμως να κάνω? Είχε σχέση με εμένα με τους ανθρώπους γύρω μου? με το κόσμο γύρω μου? Δε θυμάμαι. Έψαχναν όλοι μου οι φίλοι μέρες και ώρες και ανακατέβαμε μαζί το σπίτι μου. Τα πράγματα μου είχαν γίνει σοροί που ξεχύνονταν από δω και από κει ανάλογα με το πού βρισκόμασταν και ψάχναμε και ανακατέβαμε το μυαλό μου και την καρδιά μου. Έπρεπε να το βρούμε πάση θυσία. Κάπου εδώ θα είναι δεν μπορεί να εξαφανίστηκε! Ίσως παράπεσε κάπου! Ίσως παράπεσε κάτω από το πάτωμα ή μέσα σε καμιά από τις κλειδαρότρυπες από τις πόρτες, μπορεί να βρισκόταν μέσα στους τοίχους ή μέσα στα καλώδια... αλλά είναι αυτό δυνατόν? θα χωρούσε εκει? Πόσο μεγάλο ήταν αυτό που ψάχνουν 2 χρόνια τώρα κάποιοι άγνωστοι μέσα σε μια κουφάλα ενός γέρικου δέντρου? ΤΙ είναι τελοσπάντον αυτό που ψάχνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μαζεύτηκαν εδώ? Το μόνο που ξέρω είναι ότι κάποιος έχασε κάτι μέσα στο σπίτι μου πριν από πολλά χρόνια και ήρθαν μετά ακάλεστοι όλοι αυτοί οι συγγενείς του και άρχισαν να ανακατεύουν το σπίτι που μένω! Τώρα το έχουν κάνει κανονικό εργοτάξιο, δουλεύουν σε 8ωρη βάση σύμφωνα με τον κανονισμό και πληρώνονται. Όλα νομότυπα και κανονικά. Γιατί πολλές φορές μπορεί να γίνονται και έλεγχοι από τα κεντρικά. Κάποιος έλεγε ότι σε έναν άλλο τομέα είχαν γίνει έλεγχοι και υπήρξαν κυρώσεις. Μπορεί να έρχονταν και εδώ κάποια στιγμή. Εγώ κοιταζα να είναι τα δικά μου πράγματα στην σειρά τους και να ξέρω που τα έχω... σε περίπτωση πολέμου. Ποτέ δε ξέρεις τι γίνεται. Εμείς καλά έχουμε όλα τα καλά εδώ και μπορούμε να ζούμε όμορφα και ωραία, αλλά σε άλλα μέρη ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Διαβαίνουμε μια περίεργη και πολυσύχναστη μεριά της ιστορίας. Μας την δίδαξαν στο σχολείο και την θυμάμαι ακόμα! Θυμάμαι κάθε σελίδα λες και την έχω μπροστά μου κάθε φορά! Θυμάμαι τα πάντα από αυτό το βιβλίο! Εγώ το είχα γράψει εξάλλου! Έχει να κάνει με τα πράγματα που έχουν σημασία για μένα και που θα πρέπει να τα κοιτάζω και ποια πράγματα μπορεί κάποιος να τα δει αργότερα. Είναι ένα είδος οδηγού για το πώς να οργανώσεις και να ξαναβρείς το δρόμο σου στη ζωή. Το θέμα είναι άλλο όμως... Πότε θα φύγουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι από το σπίτι μου? Τι κάνουν εδώ μέσα? Δουλεύουν λένε... Τι δουλειά κάνουν τελοσπάντων? 

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Ημιτελές

Ήταν όλα αρκετά... και παραπάνω... και δεν ένοιωσα καν τη πνοή μου να κόβεται. Ήταν σαν να ανέβαινα σε ένα βουνό μέσα σε μια καταιγίδα και μετά σαν να μη μπορώ να ανασάνω... στο βυθό της θάλασσας, στα έγκατα του πλανήτη, στις πολύβοες σκέψεις μας και στα ξεστρατισμένα μας αντίο. Ονειρεύτηκα για ένα ολόκληρο βράδυ ότι καθόμασταν μαζί... σε ένα στασίδι... μέσα σε μια εκκλησία... και το φως έμπαινε από κάποιο παράθυρο ψηλότερα και μας γέμιζε αστέρια πιο φωτεινά από τους ήλιους που ξέρουμε... φωτεινότερα... το φως ήταν που έκανε το σκοτάδι γύρω μας να ασφυκτιά. Θαμπωμένοι  και τρομαγμένοι από την κενότητα γύρω μας ψάχναμε ο ένας τον άλλο για να πιαστούμε. Εγώ σε βρήκα... και οι άγκυρες μου στάθηκαν πάνω σου σαν τσιμεντένιοι ογκόλιθοι καρφωμένοι σε ξένο χώμα. Και περίμενα να καταλαγιάσει η σκόνη, περίμενα να καταλαγιάσει η καρδιά μου μπας και δω τι έγινε. Τα δευτερόλεπτα είναι τα δύσκολα, όχι οι μέρες... τα δευτερόλεπτα. Και αν είναι να μου πεις κάτι μη περιμένεις ούτε δευτερόλεπτο! πέστο μου τώρα!! ΠΕΣΤΟ ΤΩΡΑ!Γιατί τα γαμημένα τα δευτερόλεπτα είναι τα πιο δύσκολα... τα πιο δύσκολα. 

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Happy tree thoughts

Τώρα στις μέρες του καλοκαιριού ξεχάσαμε... Τώρα στα κάτασπρα σύννεφα μετράμε τις μέρες που έρχονται σε μας... και τα χαμόγελα στερεωμένα στα μαλλιά μας να μας νανουρίζουν. Μουδιάσαμε τόσα χρόνια, κακομάθαμε...  δε ακούγαμε τους γδούπους και τα επιφωνήματα. Περιμέναμε ελπίζοντας πως όλα θα περάσουν... όλα θα γίνουν καλύτερα όλες οι γαμημένες οι πληγές θα γιατρευτούν μόνες τους. Και τα μάτια μας πόσο τεμπέλικα κοιτάζουν τον ορίζοντα τώρα. Πόσο φοβισμένα. Πόσο λάγνα κοιτούνε πίσω. Και νοιώθω μια ανακούφιση μια ηρεμία μια δικαίωση... Επιτέλους ηρεμία! Επιτέλους ησυχία! Σταματήσαμε να φοβόμαστε τι θα χάσουμε, δεν υπάρχουν και πολλά πια... Το ηλιοβασίλεμα θα είναι πάντα όμορφο όταν το κοιτάς... Όπως και η χαρμολύπη του '60 στην Αμερική, όπως και οι νέοι αιώνες που περνάνε μπροστά μας, όπως και τα φοβισμένα σου μάτια και η ανάγκη μου να τα αλλάξω, αυτή η γαμημένη ανάγκη να φτιάξω όλο το γαμημένο κόσμο... η προσπάθεια μου να δω την αλήθεια σαν μια πρόταση, η ανάγκη μου να μεγαλώσω και να κάνω πιο πλατύ τον ορίζοντα. Μα τώρα ήρθε η ώρα, πρέπει να τους πούμε και την αλήθεια... πρέπει να τους πούμε οτι οι μικρές στιγμές που είχαμε πέρασαν και δεν θα υπάρξουν πουθενά αλλού. Οτι πια δε θα μπορούμε να καταλάβουμε κάν τι θα πεί αυτό. Απλά θα κοιτάμε μια γραμμή από σύννεφα στον αέρα καθώς ο ήλιος μας κλείνει τα μάτια και θα αναρωτιόμαστε πώς έγινε αυτό, θα αναρωτιόμαστε γιατί μας φαίνεται τόσο ψεύτικος ο ήλιος και γιατί δε μπορούμε πια να νοιώσουμε αυτό το σκίρτημα στα σωθικά μας. Τι συνέβη? "Δε θυμάμαι να πεθαίνουμε" θα μου πεις. "Δε θυμάμαι να ξεμακραίνει η πνοή μας από αυτά που λέγαμε" θα μου πεις μπερδεμένη... Εγώ θυμάμαι όμως... μας θυμάμαι να σβήνουμε σιγά σιγά ξαπλωμένοι στο καναπέ μας... 

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Ναι...

Για αυτούς τους θανάτους σας λέω...
για το θάνατο που νιώθεις όταν περπατάς μέσα από τον ήλιο, στην σκιά του καλοκαιριού
για το θάνατο που κρύβεται μέσα στα αγριολούλουδα όταν τα κοιτάξεις από κοντά,
μόλις νοιώσεις την πνοή τους στο δέρμα σου
για τον θάνατο που κρύβεται μέσα στις χαραμάδες του ήλιου
και για την απροθυμία των πρωινών χαμόγελων
για τα χέρια που ακουμπάν στον δέρμα σου καθώς τα σύννεφα γίνονται ροζ
και αναστατώνουν τις πεταλούδες μέσα στα σπλάχνα σου
για τη μυρωδιά των γιασεμιών στον γεμάτο υγρασία αέρα
Για το θάνατο που υπάρχει στην στιγμή που περπατάς στα σκοτεινά δρομάκια της πόλης ένα λαμπρό πρωινό
και για τον θάνατο που κάνει τις λέξεις μέσα στο κεφάλι σου να αντηχούν καθώς χαμογελάς.
Για την ελευθερία των λευκών καθαρών ρούχων κρεμασμένα στον αέρα από πάνω μας... Για τα λουλούδια και τα αγριόχορτα που αγωνιούν να φτάσουν να σε ακουμπήσουν, καθώς περνάς δίπλα τους.
...και ναι... γιατί να βιαζόμαστε τόσο; Ο θάνατος είναι πάντα ο πρώτος συγγενής που έρχεται.
Είναι αυτός που μυρίζει αίμα μετά το ατύχημα. Ο τεχνοκράτης θάνατος. Πέτρινος μες στην αβεβαιότητά μας.
Και τέλος είναι και αυτός ο θάνατος, ο καλά κρυμμένος, ο πρωταρχικός, ο αναπόφευκτος, ο γνωστός, ο αναγκαίος, ο γλυκός και ο αμόλυντος που κρατά την καρδιά μου στα χέρια του όταν περνάς απ' το μπαλκόνι μου τη νύχτα.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Παραγεμισμένες καρδιές...

Κάνουμε κύκλους κύριοι... Δε θέλουμε ποτέ να αφήσουμε ελεύθερο τον εαυτό μας γιατί ο φόβος που ταΐζουμε κάθε βράδυ έχει πάρει τώρα πια τη θέση της καρδιάς μας. Και δε μπορούμε ούτε να τη δούμε ούτε να την αγκαλιάσουμε πια. Αλλά δε μας νοιάζει... σαν βλάσφημοι μικροί θεοί ανακατεύουμε τα δεδομένα στις εικασίες μας και εκστασιασμένοι λατρεύουμε το άπειρο! Λατρεύουμε όλα τα αστέρια στον ουρανό αλλά και το καθένα ξεχωριστά! Το καθένα με το όνομά του! Mε το δικό του γνώρισμα... και ΌΧΙ, δεν μας επιτρέπουμε να ξεχάσουμε κανένα!! ΚΑΝΈΝΑ!! Ναι! Λατρεύουμε το άπειρο κυρίες και κύριοι! Και προσπαθούμε να το αγκαλιάσουμε και προσπαθούμε να το νοιώσουμε, να τα δοκιμάσουμε, να το καταλάβουμε με τα μεθυσμένα μας λόγια... Λατρέψαμε την απολυτότητα και την ευδαιμονία μέσα στο χάος του μυαλού μας! Για να ξεχάσουμε τον εαυτό μας... να ξεχάσουμε τα όνειρα που μας χτυπάνε την πόρτα τα μεσάνυχτα. Μεθυσμένοι με τον θάνατο που μας χαμογελάει περιπαιχτικά σε κάθε μας βήμα ανοίγουμε τα χέρια μας για να αγκαλιάσουμε όλο το κόσμο, να αγκαλιάσουμε με όλη μας τη δύναμη τον άνθρωπο που κοιτάμε κατάματα αυτή τη στιγμή. να αγαπήσουμε όλα του τα λάθη όλες τις ασχήμιες του και να προσπαθήσουμε με όλη μας τη καρδιά να τον κάνουμε χαρούμενο να τον κάνουμε καλύτερο και τελικά να του ζωγραφίσουμε ένα χαμόγελο με λαδομπογιές πάνω στο στόμα... Διαλέγουμε πάντα τους πιο δύσκολους... αυτούς με τα σπασμένα μάτια και τις ραμμένες καρδιές... και αυτό που θέλουμε είναι να δώσουμε όλη αυτή την αγάπη που συσσωρεύεται μέσα μας και κάνει τη καρδιά μας να ασφυκτιά κάτω από το βάρος της...

Η αλήθεια

Και τώρα θυμήθηκα: "Η αλήθεια είναι μια σπηλιά στα μαύρα βουνά, κοιτάζοντας τον γαλαξία μέσα στα μάτια μιας τυφλής κουκουβάγιας"! Και το παράξενο είναι ότι όλα αυτά είναι πράγματι αλήθεια...! Αυτά που ακούμε γύρω μας και μας ξαφνιάζουν, και κάνουν το στέρνο μας να διαστέλλεται για να παίρνουμε πιο μεγάλες ανάσες από την πραγματικότητα. Κανείς δε μας ζήτησε ποτέ να τα εξιστορίσουμε, αλλά νοιώθουμε πολύ καλά ότι είναι αλήθεια... Δε μπορεί να συμβαίνει και αλλιώς εξάλλου! Τα μάτια μας βλέπουν όλο και περισσότερους γαλαξίες τελευταία χωρίς να μπορούμε να το εξιστορίσουμε σε κανένα γύρω μας... Δεν είναι οι νεκρές κεραίες πάνω απ'τα κεφάλια μας ούτε τα μακρόσυρτα μοιρολόγια που ακούγονται που μας κάνουν να ανησυχούμε... Ο αέρας μας κάνει... που μας μιλά συγκαταβατικά... που μας δροσίζει μέχρι να παγώσουμε και σπρώχνει τα σύννεφα, σιγά σιγά, όλο και πιο κοντά στον ήλιο...

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Συγκομιδή

Γιατί αγάπη δεν είναι τα άυπνα μάτια μας

... δεν είναι τα σπασμένα μας δάχτυλα

Έρωτας δεν είναι το σκοτάδι της ψυχής μας


Αγάπη ( ΓΑΜΗΜΈΝΗ αγάπη) δεν είναι τα στοιχειωμένα λόγια γραμμένα πάνω στο τοίχο 



ούτε τα μάτια μας ήταν ποτέ τόσο ξένα

Ερωτευμένα κι'αυτά με τους καλύτερους εφιάλτες μας

δε ζητήσαμε ποτέ τίποτα λιγότερο από τη συγκομιδή μας...

από την αναστάτωση

τον τριγμό

του σώματος

και της ψυχής μας

Πάνω σε αυτό το ατέρμονο ταξίδι προς το θάνατο

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Κατανόηση

κι αν πεθάνουμε νέοι
κι αν τα βήματα φτάσουν
ως το τέλος του κόσμου
κι αν ξυπνήσουμε πάνω 
σε μια έρημη πόλη
με ανθρώπους που έφυγαν
και της καρδιές τους ξεχάσαν
κι αν οι μέρες σκοντάφτουν
και το μέτρημα χάνουμε
και αν τα μάτια μας κλείνουν
στην πανέμορφη δύση
κι αν ριγούν τα χαλάσματα
κι αν ο έρωτας σβήνει

θα'ρθει πάντα ο άνεμος
που σφιχτά μας κρατάει
και γελάει με τους φόβους μας
και τα μάτια μας κλείνει
μας φιλάει στο μέτωπο
και γλυκά κοκκινίζει
όταν παίρνει το χέρι μας
και γελώντας μας δείχνει
μια ξύλινη βάρκα του
που θυμίζει το σπίτι μας
και κρατάει στο χέρι του 
2 νομίσματα που έχουν
χαραγμένα τα μάτια μας
και τότε το ξέρουμε
ποση αγάπη μας έχει

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ατελείωτες Παρελάσεις

Προσκυνάμε ευλαβικά τις νεκρές παρελάσεις των ημερών
μπροστά από τα έκπληκτα μάτια μας
και ούτε που καταλαβαίνουμε τι μας λένε
και όσα καταλαβαίνουμε δε βγάζουν νόημα πια.
Μας κοιτάνε φοβισμένες οι μέρες
με τα εναγώνια βλέμματά τους πίσω από το θαμπό γυαλί που μας χωρίζει.
Εμείς ήρεμοι, τις κοιτάμε νωχελικά, μισομεθυσμένοι
καθισμένοι σε κάποιο μπαρ που πήγαμε να σκεφτούμε τα όνειρά μας
καθόμαστε μ'ένα γυάλινο λερωμένο ποτήρι
στο χέρι και το κουνάμε μιλώντας
στον εαυτό μας
του λέμε όλα μας τα όνειρα
όλα μας τα λάθη που θα ξανακάναμε
και όλες τις λέξεις που θα ξαναλέγαμε
όλες τις ιστορίες που θα ξανακούγαμε
όλες τις βόλτες που θα ξανακάναμε
Του λέμε για τα έκπληκτα μάτια
από τις μέρες που περνάνε
για τις βροχές που μας μούσκεψαν
και για άλλες που δεν ήρθαν ποτέ
τους λέμε για τα μάτια μας
που έγιναν πεζά μέσα σε μια νύχτα
και για τους χιτώνες που κρατάμε στην ντουλάπα μας
για τις πανέμορφες εμμονές μας
που μας σφίγγουν το λαιμό όταν δεν κοιτάμε
για τα αστέρια που πέθαναν μέχρι το φως τους να φτάσει ως εδώ
και για τα ψιθυριστά λογία τους που μας άγγιζαν μέσα στο σκοτάδι
για τα γιορτινά ρούχα μας που είναι πλέον γεμάτα στάχτη
και για τις γιορτές που έρχονται φωνάζοντας για να ξυπνήσουν τη λύπη μας
παραμιλάμε, νοσταλγώντας το παρόν και το μέλλον που ονειρευόμαστε
καθισμένοι σ' αυτό το μπαρ στην άκρη της θάλασσας
με ματωμένα χέρια και σκισμένα ρούχα, από το δρόμο, για να φτάσουμε ως εδώ
και κοιτάμε το ποτήρι...
το ποτήρι που κρατάει το χέρι μας...      

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

People just ain't no good!


Ναι... Προφανώς μπορεί να δίνω περισσότερη σημασία απ' ότι θα 'πρεπε σε αυτές τις μαλακίες, άλλα νομίζω γενικά το παραπάνω ισχύει. Δε ξέρω τι ακριβώς περιμένω και γω αλλά το ανθρώπινο είδος συνεχίζει να με απογοητεύει σταθερά και αμετάκλητα. Κάθε φορά και πιο κοντά στον Bukowski... κάθε φορά με την ίδια ηλίθια γεύση στο στόμα... κάθε φορά το ίδιο αγκίστρι καρφωμένο πάνω μας. Νομίζω δε θέλω να το παραδεχτώ. Δε θέλω να το πιστέψω άλλα όλο αυτό συνεχίζει να μου παραθέτει τα ακλόνητα και φυσικά συμπεράσματα για την πραγματικότητα και τις εκφάνσεις της, με τα οποία πολλές φορές επιχειρηματολογούσα εγώ το προηγούμενο βράδυ. Μετά όμως απλώς δε θέλω να τα πιστέψω... δε με συμφέρει... Πάντα ήθελα να πιστέψω στους ανθρώπους, στην γενικότερη αλληλεγγύη , στην ουτοπική ζεστασιά και κατανόηση που πίστευα ότι κατοικεί στον βαθύτερο και ιδανικότερο πυρήνα της ανθρωπότητας. Πόσο ψέματα είναι τελικά αυτό... Πόσο αναληθές και γλυκερνά αφελές είναι όλο αυτό... Εγώ όμως εκεί, να επιμένω και να παραλογίζομαι υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη κατανόηση την αλληλεγγύη την αμοιβαία εθελοντική προσφορά για το κοινό καλό, την ... έχουν αρχίσει και μου προκαλούν αηδία πλέον όλα αυτά σαν κάποιο πολύ νόστιμο και ευπαρουσίαστο πιάτο σε ένα εστιατόριο που έχει ξεχαστεί έξω από το ψυγείο και μόλις το πλησιάζεις η οσμή του αναγκάζει το πρόσωπό σου να συσπαστεί. Και ξέρεις ότι τα υλικά ήταν καλά... ξέρεις ότι κάποτε ήταν πεντανόστημο. Η μαλακία που κάνω επανειλημμένα είναι που δοκιμάζω... δε θέλω να πιστέψω ότι όλο αυτό είναι σάπιο και βρωμάει. Εμπιστεύομαι τους ανθρώπους και πραγματικά τους δίνω ότι καλύτερο έχω. Και είμαι ακόμα τόσο αφελής που πιστεύω ότι θα το καταλάβουν ότι θα το εκτιμήσουν και ότι έστω θα μου χαμογελάσουν...χαχα Ναι ακούγεται πολύ χαζό αυτό τώρα, ακούγεται σαν κάποιος αναρχικός να εξηγεί πώς όλος ο κόσμος από αύριο, θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα. Κάθε φορά ανησυχώ οτι την επόμενη φορά θα ξανακάνω τα ίδια... Στο τέλος κάθε φορά ορκίζομαι ότι θα κοιτάξω να προστατέψω περισσότερο τον εαυτό μου και όχι όλους τους υπόλοιπους γύρω μου. Ποτέ όμως δεν νοιώθω σίγουρος ότι θα το κάνω...



Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Μείνε μαζι μας γαμώτο!!

... μείνε μαζί μας. Μου θυμίζεις τη Θ. τόσο πολύ που κάποιες φόρες νόμιζα ότι όλο αυτό που ζούσα είχε ξαναγίνει και απλώς το θυμόμουν από τότε. Ήταν σα να ήξερα τί θα πεις μετά, ήταν σα να ήξερα τι θα μου ψιθυρίσεις αχνά μέσα στο σκοτάδι του μαγαζιού κι ας ήταν τόσο αλλόκοτο και αλλοπρόσαλλο αυτό που έλεγες. Δυστυχώς δε κατάλαβα τελικά τι έλεγες... Δυστυχώς τα χείλη σου γελούν ακόμα και όταν τα μάτια σου πνίγονται. Δυστυχώς δεν είχαμε περισσότερο χρόνο και αυτό που πρόλαβα να σου δώσω ήταν μόνο συγκατάβαση και αμήχανα χαμόγελα. Και τώρα καταλαβαίνω ότι αυτά δεν έφταναν, δε θα μπορούσαν ποτέ να φτάνουν γιατί αυτή η παλίρροια μέσα σου ήταν τεράστια... δεν έφτανε μια απλή χειραψία για να νικήσει τους φόβους σου. Ήσουν τόσο μπερδεμένη, οι σκέψεις σου γαϊτανάκι στον άνεμο που μόλις κόπαζε έπεφτε κάτω στις λάσπες και δε μπορούσε ποτέ πια να είναι πολύχρωμο και ανάλαφρο. Όλο μου έλεγες μου έλεγες μου έλεγες και εγώ άκουγα λες και ήταν κάποιο παραμύθι. Προσπαθούσα να συμμετέχω και γω να το αλλάξω λίγο να το κάνω πιο ρεαλιστικό να του βάλω πάτωμα, πόρτες παράθυρα να του βάλω αιτία και αιτιατό να του βάλω χώμα και αλήθεια... μόνο που τότε δε θα ήταν παραμύθι πλέον, δε θα ήταν τα δικά σου λόγια , θα ήταν κάποιου άλλου τα λόγια. Ίσως κανενός. Ίσως αυτού που θα μπορούσες να είσαι. Γιαυτό σου λέω : ΓΑΜΩ ΤΟ ΔΙΑΟΛΟ! ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ! ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ  ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΑ! ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΧΩΡΙΣ ΓΑΜΗΝΕΝΕΣ ΡΟΓΜΕΣ! Γύρνα πίσω με ένα πιο φωτεινό βλέμμα, πιο ήρεμο πιο καθαρό και μην μας μισήσεις... σε θεωρούμε κομμάτι μας, σε θεωρούσαμε παιδί μας, ένα κομμάτι από κάποιο εσωτερικό μας τμήμα προστατευμένο όσο καλύτερα μπορούμε γιατί το βλέπαμε πόσο εύθραυστο είναι, βλέπαμε τις ρωγμές στο χαμόγελό σου και είχαμε μια μπερδεμένη λέξη στα χείλη μας να μας φοβίζει... Ήθελα να είσαι χαρούμενη και θα μπορούσες να είσαι αν το επέλεγες. Θέλω να είσαι χαρούμενη και μπορείς να είσαι αν το επιλέξεις... τώρα. 

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Σιωπές

 Κάποτε μπορούσα να σταθώ όρθιος και να σηκώσω τα χέρια μου προς τον ήλιο χαμογελώντας. Τώρα όμως κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ παιδιάστικο. Θα έπρεπε οι γύρω μου να αναρωτηθούν γιατί το έκανα αυτό και αν είμαι καλά. Θα με κοίταζαν σαν να έκανα κάτι υπερβολικό και θα με λοξοκοιτούσαν καθώς θα μουρμούριζαν ο ένας στον άλλο έχοντας τα χέρια τους κοντά στο στόμα τους προσποιούμενοι ότι θέλουν να το κρύψουν. Μπορεί να γέλαγαν κιόλας "κρυφά", γιατί εντάξει δεν είναι σωστό να κοροϊδεύουμε τους γύρω μας.. έτσι δεν είναι? Οι πνοές τους μπορεί να μύριζαν θειάφι και οι ματιές τους λάσπη, αλλά θα μπορούσαν να το ξεχάσουν αυτό για μια στιγμή, δεν θα τους ενδιέφερε... Θα ήταν τόσο χαρούμενοι που ξέχασαν αυτές τους τις ιδιότητες που θα προσπαθούσαν να κρατήσουν όσο περισσότερο γίνεται αυτές οι στιγμές. Θα έβρισκαν καινούργιες λεπτομέρειες να σχολιάσουν και νέους τρόπους να πουν τα ίδια πράγματα. Και όταν οι σιωπές γύρω τους άρχιζαν να μουρμουρίζουν θα έπιαναν από την αρχή αυτά που έλεγαν επαναλαμβάνοντάς τα για να τις αποτινάξουν από πάνω τους.

Οι σιωπές ως γνωστόν, σε  πλησιάζουν σίγα σιγά και νιώθεις ξαφνικά τα κρύα χέρια τους στο δέρμα σου. Αν δεν πεις κάτι, οτιδήποτε, για να τις κάνεις να σταματήσουν, θα αρχίσουν να μουρμουρίζουν σιγά στην αρχή και δεν θα καταλαβαίνεις τι λένε. Αν δεν βρεις τίποτα να πεις ούτε αυτή την φορά θα δυναμώσουν τις φωνές τους και θα πολλαπλασιάζονται παίρνοντας η μία δύναμη από την φωνή της άλλης και μετά θα αρχίζουν να ξεχωρίζουν τις πρώτες τους λέξει καθώς θα δυναμώνουν και θα παίρνουν θάρρος. Μετά αρχίζουν να ακούγονται και μιλάνε για θειάφι και για λάσπη και αρχίζουν να περιγράφουν τις μυρωδιές τους και όλο δυναμώνουν οι φωνές τους και όλο ακούγονται οι σιωπές και όλο και παραφέρονται και όλο θα γίνονται πραγματικές και θα σου λένε όλα αυτά που δεν θα ήθελες να ακούσεις και θα σε σπρώχνουν με τα παγωμένα χέρια τους για να δόσεις μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά που σου λένε και...

 'Έτσι μου έχουν πει τουλάχιστον ότι γίνεται, που να ξέρω και γω...

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Είθε οι μέρες μας να 'ναι γαλήνιες  
και να πεθαίνουνε πάντα μ' αγάπη
και τα αστέρια που τις κοιτάζουνε
να ξέρουν όλα μας τα λάθη

Να γνωριζόμαστε μόνο από τ' άρωμα
να σ'αγγαλιάζω μέσα στα δάση
θα έρχεται ο άνεμος από το παράθυρο
θα 'ρθει να διώξει όλη τη στάχτη

Ο ήλιος θα στέκεται από πάνω μας
θα 'ναι το χέρι που ακουμπάει στην πλάτη
θα μας ζαλίζει με τις ελπίδες του
και νέους δρόμους στη καρδιά μας θα πλάθει

Κι όταν τα γέλια μας ξεμακρύνουνε
θα 'ρθει η ώρα που δε θέλει να φτάσει
θα περπατήσουμε πάνω στον άνεμο
και θα ενωθούμε με την αγάπη 

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Η θλίψη πάντοτε έρχεται απο εδώ
στέκεται όρθια μπροστά μου στο σκοτάδι
πάνω στο πράσινο γρασίδι που πατώ
από το φως που ρίχνει πάνω το φεγγάρι

Στέκεται πάνω απ το κεφάλι μου την νύχτα
και τα μεσάνυχτα μου λέει παραμύθια
για όσα όνειρα θα ήθελα να δω
μα δε τα λέω τα κρατάω μυστικό

Κι όταν τα μάτια μου ανοίγω το πρωί
τη βλέπω δίπλα μου να στέκεται εκεί
με περιμένει καλημέρα να της πω
το πρόσωπό της στο καθρέφτη μου να δω

Τα 'στερια τώρα μου φερε να δω
θα  κολυμπάμε μες στον έναστρο ουρανό
--------------------------------------------------
Θα κολυμπάμε μες στον έναστρο ουρανό
τα 'στερια τώρα μου φερε να δω
 

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Είναι...

τα απελπισμένα τραγούδια μας
στις θλιμμένες Κυριακές
και οι κόκκινες μέρες του καλοκαιριού
τα μάτια σου μαύρα σαν ποτέ
και οι ανάσες στο σβέρκο μου
η ζέστη του λαιμού σου
τα αστέρια στο μεσημεριανό καλοκαίρι
και οι γαλαξίες που τραβιούνται πάνω στα σεντόνια μας
η ανατολή μέσα στο ηλιοβασίλεμα
και αυτές οι Κυριακές ακόμα έρχονται
σα χαμένα αστέρια σε ξένους ουρανούς
γεμάτους θαλασσινές αύρες και προσμονή
κοιτιόμαστε καθισμένοι στον άνεμο
και οι λέξεις μας φεύγουν σα καπνός απτο στόμα μας
στροβιλίζονται και χάνονται πάνω απτα κεφάλια μας
μιλάμε ταυτόχρονα και οι πλανήτες κινούνται γύρω μας
το κεφάλι μου γυρνάει προς το παράθυρο
και βλέπω τελικά τον αντικατοπτρισμό σου
σαν τη πρώτη πνοή της άνοιξης
δροσερή, γλυκιά και ανυπόμονη
όπως τα μάτια σου... 

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Το σημάδι του ήλιου


Καθόμασταν πάνω στο φράχτη. Κοίταζα το γρασίδι κάτω από τα λερωμένα μου παπούτσια. Η βλάστηση κινούταν ανάλογα με τα προστάγματα του ανέμου. Εκεί είχαμε την ιδέα να πάμε να χτυπήσουμε πουλιά με τις σφεντόνες μας. Ο αέρας φύσαγε ζεστός και υγρός και μύριζε σκόνη.

Αρχίσαμε να περπατάμε προς το, γεμάτο πολυκατοικίες κέντρο της πόλης. Κανείς δεν υπήρχε στο δρόμο. Ο αέρας έκανε κάποια ανοικτά παραθυρόφυλλα να χτυπάνε, πάνω από τα κεφάλια μας. Από τα ανοικτά παράθυρα των ισογείων ακούγαμε τους ανθρώπους μέσα να μιλάνε, ακούγαμε τις τηλεοράσεις τους να ψιθυρίζουν. Άλλα σπίτια μύριζαν τηγανητά ψάρια και άλλα βαριές σάλτσες με σκόρδα.

Ήταν σχεδόν δώδεκα η ώρα. Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Στα τμήματα τουλάχιστον του ουρανού, που μας άφηναν οι πολυκατοικίες να δούμε. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας. Σήκωσα το κεφάλι μου και με μισόκλειστα μάτια κοίταξα για μια στιγμή τον ήλιο. Κανείς δε μιλούσε, απλώς περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο. Τώρα όταν έκλεινα τα μάτια μου, το σημάδι του ήλιου εμφανιζόταν μπροστά μου με αχνοπράσινο χρώμα σε μαύρο φόντο. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτό το σημάδι για να στοχεύσω πιο εύκολα. Δεν το σκεφτόμουν στα σοβαρά, αλλά ήταν μια σκέψη.

Τα σπίτια άρχισαν να χαμηλώνουν καθώς προχωρούσαμε και οι δρόμοι έμοιαζαν να έχουν περισσότερο χώρο. Είχαμε διασχίσει το κέντρο της πόλης και συνεχίζαμε να περπατάμε. Υπήρχαν κάποια μικρά μαγαζιά στο δρόμο μας. Μπήκαμε σε ένα σκιερό παντοπωλείο και αγοράσαμε αναψυκτικά. Το μαγαζί το είχε ένας γέρος που καθόταν στο βάθος. Η υγρασία και οι χοντροί του τοίχοι, το έκαναν δροσερό. Σχεδόν παγωμένο. Είχε αυτή τη διάχυτη μυρωδιά από μπαχαρικά, σαπούνια, σκόνες πλυντηρίου και μούχλας που έχουν αυτά τα μέρη. Συνεχίσαμε να περπατάμε στο χωματόδρομο που υπήρχε στο τέλος της πόλης.

Ακολουθούσαμε το δρόμο μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε ένα σπίτι. Ο αέρας είχε παρασύρει την κουρτίνα έξω απ' το παράθυρο από την πλευρά του δρόμου και την έκανε να πάλλεται. Κοιτάξαμε από τα παράθυρα για να δούμε μια λιτή τραπεζαρία με ξύλινο τραπέζι και καρέκλες. Στους τοίχους κρέμονταν παλιές, ξεβαμένες φωτογραφίες. Ένα βάζο με ένα μοναχικό λουλούδι που είχε γερμένο το μίσχο του βρισκόταν στο κέντρο του τραπεζιού, και μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν σε μια από τις ξύλινες καρέκλες. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο της και είχε αποκοιμηθεί. Στην ησυχία του μεσημεριού μπορούσαμε να την ακούσουμε να ανασαίνει καθώς κοιμόταν.

Κοιταχτήκαμε. Κάποιοι γέλασαν βάζοντας το χέρι μπροστά στο στόμα, για να μην κάνουν θόρυβο καθώς με είδαν να σηκώνω μια πέτρα που βρησκόταν κάτω απ το παράθυρο και να σημαδεύω με την σφεντόνα το πορσελάνινο βάζο στο κέντρο του τραπεζιού. Άκουγα δίπλα μου τους άλλους να ψιθυρίζουν και να κρυφογελάνε. Σημαδεύοντας, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και είδα ότι το απομεινάρι από το σημάδι του ήλιου, βρισκόταν ακριβώς πάνω στο βάζο. Τέντωσα το λάστιχο με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που το χέρι μου έτρεμε. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου ξανά, για να σιγουρευτώ και άφησα το λάστιχο να στείλει την πέτρα από το παράθυρο κατευθείαν πάνω στο βάζο. Το δωμάτιο γέμισε από τον εκκωφαντικό θόρυβο του γεμάτου νερό βάζου που θρυμματίστηκε, καθώς και από την έκπληκτη κραυγή της γυναίκας που ακολούθησε.

Είδα το βάζο να εκρήγνυται από το δυνατό χτύπημα της πέτρας και το νερό να πετάγεται σε όλο το χώρο. Για ένα δευτερόλεπτο ο χρόνος είχε παγώσει. Τα ποδοβολητά των υπολοίπων και οι φωνές της γριάς, με έκαναν να κοιτάξω αριστερά μου και να τους δω να τρέχουν πίσω προς τη πόλη. Χωρίς να καθυστερήσω και να το πολυσκεφτώ, άρχισα να τρέχω και εγώ από πίσω τους.

Δεν κοιτάξαμε ποτέ πίσω αλλά απ ότι φαίνεται δεν μας ακολούθησε κανείς. Διασχίσαμε όλη την πόλη τρέχοντας. Τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι έτρωγαν και ακούγαμε από πολλά σπίτια ήχους από κουτάλια και μαχαιροπίρουνα να κροταλίζουν πάνω στα πιάτα καθώς περνούσαμε δίπλα τους. Συνεχίσαμε να τρέχουμε μέχρι που φτάσαμε πάλι πίσω στο φράχτη και σταματήσαμε πάνω του, σα να ήταν η γραμμή τερματισμού. Λαχανιασμένοι καθίσαμε πάνω στο γρασίδι να ξαποστάσουμε. Όταν βρήκαμε την ανάσα μας, κάποιος είπε :

" Είδες το μπλε παγόνι ζωγραφισμένο πάνω στο βάζο; "

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012


Ο κόσμος μας λάμπει σα καμμένα παλάτια

και τα παιδιά στο δρόμο παίζουν με τ'αποκαίδια

βάφονται μαύρα για να γελούν με τη θλίψη τους

μαύρα, για να γελούν με τα ψέματα που τους λένε

και βάφονται λευκά για να κοιμούνται το βράδυ

λευκά, για να αγαπάνε το δρόμο το πρωί

ματωμένες λεπίδες στις τσέπες τους και άγουρα φρούτα

κουρασμένα σπίτια σε παππαρούνες και σε ανθόκηπους
τα περιμένουν να γυρισουν το απογευμα, με το φως της εξωπορτας ανοικτο

αλλα αυτα δε γυρνανε

ξέρουν που πάνε

δε ρωτανε πια γιατι οι λεπίδες τους ειναι ματωμένες


Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Προς αυτούς που με προέτρεψαν

Σφίγγαμε κάθε μέρα τα χείλη μας και ξυπνούσαμε πολύ πρωί, αλλά ποτέ δε βλέπαμε τον ήλιο... Φοβάμαι να γράψω πια... Μήπως και γίνουν στ' αλήθεια αυτά που θα πω. Φοβάμαι το μέλλον και την πραγματικότητά μας. Φοβάμαι ότι η πραγματικότητα θα μας προσπεράσει και μεις, κουρασμένοι, βαριοί, λαχανιασμένοι, με κύκλους κάτω από τα μαύρα μάτια μας, θα τρέχουμε να αρπάξουμε το τελευταίο βαγόνι του τραίνου, να προσπαθούμε να πιάσουμε το σιδερένιο κάγκελο και είτε να αφεθούμε να συρθούμε πάνω στις πέτρες και τις σιδηρογραμμές, είτε με την τελευταία μας πνοή να μας απειλεί, να προσπαθήσουμε να τραβηχτούμε πάνω στο τραίνο, σα λαθρεπιβάτες στην ίδια μας τη ζωή.

Και μετά... " Όλα θα πάνε καλύτερα...". Πώς αλλιώς μπορούν να πάνε εξάλλου; (surprize me {not}!)

Έχουμε βέβαια πάντα και την άλλη λύση κρεμασμένη στο λαιμό μας, σε μορφή φιαλιδίου με υδροκυάνιο. Την αγγίζουμε με τα δάχτυλά μας και φλερτάρουμε μαζί της. Αυτή την άλλη λύση... αυτή που καιγόμαστε με την φωτιά που ανάβουμε. Την φωτιά που είχαμε μέσα μας τόσο καιρό και της πετούσαμε ποτά, τραγούδια και αναμνήσεις για να την θέσουμε υπό έλεγχο.

Και... νοιώθω την ανάγκη να δηλώσω ότι είχαμε κάθε καλή πρόθεση... Αλήθεια! Είχαμε κάθε καλή πρόθεση να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Αλλά... αυτά τα ψεύτικα χαμόγελα, τα αμφίβολα βλέμματα, αυτά τα χάρτινα μάτια που μας κρατούσαν σε απόσταση και... τα ψεύτικα βλέφαρα, το έκαναν τόσο δύσκολο. Σας παρακαλώ όμως, να το θυμάστε προς υπεράσπισή μας! Είχαμε κάθε καλή πρόθεση! Θέλαμε το μέλλον να γεννήσει κάτι καλό για εμάς. Τώρα ο μόνος τρόπος είναι να το βιάσουμε...

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Φρουρός


Καθόταν δίπλα στη πόρτα και είχε τις μαύρες του, δεν έλεγε τίποτα . Τί να πεί; Δεν ήξερε τί να πεί και σε ποιόν να το πει; Περνούσαν δίπλα του άνθρωποι, δεν του έδιναν σημασία και καθόταν εκεί, λουσμένος με την μαύρη πίσσα της απελπισίας του να τρέχει από τα ρούχα του και τα μανίκια του και να τον ενοχλεί, όπως ενοχλητικά είναι τα βρεγμένα ρούχα. Βρεγμένα από πίσσα, από ιδρώτα, από άγχος, από αμηχανία.

Καθόταν εκεί χωρίς να ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του. Δεν είχε με κάτι άλλο να ασχοληθεί. Τα κοίταζε, τα έξυνε, τα έτριβε, τα δάγκωνε και όλα αυτά για να προσποιείται ότι είναι απασχολημένος. Να δείχνει απασχολημένος στους γύρω του, να μην κάθετε εκεί χωρίς να κάνει τίποτα. Τώρα κάτι έκανε... ασχολούταν με τα χέρια του. Τα πείραζε, τα κοίταζε, τα ξανακοίταζε, τα έτριβε, τα ξανακοιτούσε, τα δάγκωνε, και έτσι περνούσε η ώρα... έτσι κάτι είχε να κάνει και αυτός καθισμένος σε αυτή την άβολη πολυθρόνα δίπλα από τη πόρτα. Εκεί ήταν η θέση του. Καθόταν εκεί για να είναι σβέλτος, ευέλικτος και καλός στη δουλειά του.

Τώρα ήταν πολύ καλός στο να παραμένει εκεί καθισμένος! Στεκόταν εκεί, στην πιο άβολη και αμήχανη στάση που θα μπορούσε. Αλλά πίστευε... αλλά ήλπιζε, να μην φαίνεται αυτό στους γύρω του, να τους ξεγελάει με την ενασχόλησή του με τα χέρια του και με το ύφασμα της πολυθρόνας που κάθε τόσο άγγιζε με τα ακροδάχτυλά του, για να νοιώσει την υφή του και να μην ξεχνάει πού βρίσκεται, να παραμένει σε εγρήγορση και να δείχνει έτοιμος κάθε στιγμή! Έτοιμος να κάνει τη δουλειά του!!...Γιατί η δουλειά δεν είναι ντροπή! Και οι άλλοι γύρω του που έτρεχαν από δω και από κει, που συζητούσαν με ακατανόητους για αυτόν φράσεις, γεμάτες τεχνικούς όρους, που πληκτρολογούσαν χτυπώντας δυνατά τα πλήκτρα στα πληκτρολόγια (μάλλον για να τους ακούν οι γύρω τους ότι εργάζονται και ότι είναι καλοί σε αυτό που κάνουν ) που συμπλήρωναν ατελείωτα έγραφα και τα στοίβαζαν στο γραφείο τους, τα τοποθετούσαν άτσαλα δίπλα από τις καρέκλες τους και γέμιζαν ολόκληρα συρτάρια με αυτά και όταν τα γέμιζαν τα έβαζαν σε φακέλους που ξεχείλιζαν,τα έβαζαν στα ντουλάπια, στα συρτάρια, στο πάτωμα..., πάνω στο πάτωμα όπου έβρισκαν, και όπου αλλού μπορούσαν να τα χωρέσουν... και αυτοί την δουλειά τους έκαναν, όπως και αυτός. Απλά η δουλειά του τώρα ήταν να κάθετε.

Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν χρήσιμος, ότι προφανώς και αυτός προσφέρει το "λιθαράκι" του και κάνει ότι καλύτερο μπορεί. Και ναι! Ετσι ήταν! Δε θα έπρεπε να ζηλεύει τους άλλους. Για ποιο λόγο να τους ζηλεύει εξάλλου; χαχα! Αυτοί έτρεχαν και κουράζονταν και είχαν ευθύνες και δε μπορούσαν, δεν επιτρεπόταν να κάνουν λάθη. Ενώ αυτός κοίτα πόσο χαλαρός ήταν... μπορούσε να κάθετε και να παίζει με τα χέρια του και με το ύφασμα της πολυθρόνας του. Έτσι τυχαία τώρα, θυμήθηκε ότι μερικές φορές όταν γυρνούσε σπίτι, μετά τη δουλειά, ένοιωθε σαν να του είχε ξεφύγει κάτι, σα να μην είχε κάνει κάτι σημαντικό που ήθελε, αλλά τώρα το ξεχνούσε, δεν μπορούσε να το θυμηθεί, δεν μπορούσε να το σχηματοποιήσει. Θα ένοιωθαν και οι υπόλοιποι έτσι μάλλον... είχαν τόσα πράγματα να κάνουν κάθε μέρα... δε μπορεί, κάποια θα τα ξεχνούσαν.

Βρισκόταν μερικές φορές εκεί καθισμένος, τεντωμένος, γεμάτος ανησυχία και σκεφτόταν. Δεν ονειροπολούσε! Οοοοχι δεν ονειροπολούσε! Σκεφτόταν! Σκεφτόταν ότι μπορεί να υπήρχε κάποιος που σκόπευε να έρθει εδώ και θα το είχε σχεδιάσει καλά, γιατί θα ήξερε ότι στεκόταν και αυτός εδώ καθισμένος στην πολυθρόνα - καρέκλα του. Σίγουρα θα τον είχε λάβει υπόψιν του όποιος θα ερχόταν με αυτό το σκοπό. Θα τον είχε υπολογίσει. Μπορεί να ήταν και οπλισμένος αυτός που θα ερχόταν, μπορεί να είχε και συνεργό, να ήταν δύο μαζί, ή τρεις. Τί θα έκανε τότε;; Θα έκανε την δουλειά του, θα έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπέ να κάνει όπως όλοι εκει μέσα. Όπως όλοι! Ήθελε και αυτός να προσφέρει, να είναι χρήσιμος, να κάνει την δουλειά του. Και σίγουρα ήταν χρήσιμος να κάθετε εκεί! Αποτελούσε τον ανασταλτικό παράγοντα για τον καθένα που θα ερχόταν με άσχημους σκοπούς. Αυτός θα ήταν που θα έπρεπε να τον σταματήσει, να βάλει ένα τέλος στα σχέδια οποιουδήποτε κακόβουλου ατόμου.

Εξάλλου είχε περάσει και εκπαίδευση! Ήταν σίγουρος ότι θα έκανε τα πάντα και θα κατάφερνε να εξουδετερώσει, να αποτρέψει, να σταματήσει(!)... όποιον ήθελε να πάρει λεφτά από εδώ. Δεν θα άφηνε κανέναν να κάνει κάτι τέτοιο... Όχι! Θα τον σταματούσε πάση θυσία, ακόμα και τραυματισμένος θα κατάφερνε να τον σταματήσει... να τους σταματήσει, όσοι και αν ήταν. Θα τους καταλάβαινε από τα συνωμοτικά τους βλέμματα, από την σκουρόχρωμη αύρα τους, από τα φουσκωμένα παλτά τους, που μάλλον από κάτω θα έκρυβαν όπλα, πιστόλια, μπορεί και καραμπίνες... μπορεί να είχαν και χειροβομβίδες ή αυτόματα όπλα, ή συνεργούς έξω από την τράπεζα να τον σημαδεύουν. Σηκώθηκε από την θέση του και με σταθερά βήματα πήγε μέχρι το παράθυρο. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Κοίταξε πάνω, στις σκεπές από τις απέναντι πολυκατοικίες... δεν είδε κανέναν. Μα φυσικά, θα κρύβονταν!... Έτσι θα κάθονταν εκεί ανέμελοι; Φυσικά και θα ήταν κρυμμένοι! Αλλά δεν πειράζει γιατί μόλις έμπαιναν μέσα θα τους καταλάβαινε και θα τους άρπαζε από το όπλο και θα τους αφόπλιζε, για να μην μπορούν να χτυπήσουν κάποιον εκεί μέσα... Και αν ήταν πολύ δυνατοί, τί θα έκανε;... θαα... θα χρησιμοποιούσε το γκλομπ που είχε, θα τους χτυπούσε τόσο γρήγορα που θα ζαλίζονταν και θα ξαφνιάζονταν από την μη αναμενόμενη επίθεσή του. Θα τους έριχνε στο πάτωμα και θα πάλευαν και θα τους χτυπούσε πρώτος με γροθιές στο πρόσωπο για να αποπροσανατολιστούν, για να μπερδευτούν, για να είναι πιό εύκολο για αυτόν να κάνει την δουλειά του. Και θα έβλεπαν όλοι τότε πόσο χρήσιμος είναι. Όχι οτι δεν το έβλεπαν και τώρα αλλά να, τότε θα ήταν πλέον ξεκάθαρο! Θα τους χτυπούσε στο πρόσωπο... Και αν τον χτυπούσαν αυτοί πρώτοι; ... θα... Δεν θα τον χτυπούσαν! Θα ήταν προετοιμασμένος, θα τους καταλάβαινε απο την αρχή, μόλις πατούσαν το πόδι τους εδώ. Θα άρπαζε τον ένα από το χέρι και θα του το γυρνούσε πίσω από την πλάτη και θα τον ακινητοποιούσε. Και αν είχε και συνεργό θα του έλεγε :
"Σταμάτα αυτό που κάνεις! Αργά ή γρήγορα θα σε πιάσουν! Έχω εδώ τον συνεργό σου και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παραδοθείς!"
Και εκείνος σίγουρα θα καταλάβαινε και θα ενέδιδε, θα τα παρατούσε. Ο καθένας έτσι θα έκανε στη θέση του. Και αν δεν τα παρατούσε... Θα χτυπούσε αυτόν που κράταγε στο σβέρκο για να πέσει αναίσθητος και θα τον έσπρωχνε πάνω στον συνεργό του, για να τον ξαφνιάσει και να κερδίσει λίγο χρόνο και να του επιτεθεί αμέσως! Θα τον χτυπούσε στο πρόσωπο μέχρι να σταματήσει και αν δεν σταματούσε θα τον χτυπούσε κιάλλο... μπορεί να μάτωναν τα χέρια του και τα ρούχα του αλλά δεν θα σταματούσε, δεν θα τα έχανε με λίγες πιτσιλιές αίμα. Θα έπρεπε να είναι αποτελεσματικός, να κάνει την δουλειά του, να γίνει ήρωας! Και αν προσπαθούσε να σηκωθεί ο άλλος, θα τον άρχιζε στις κλοτσιές, θα τον χτυπούσε στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Δεν θα τους άφηνε να βλάψουν κανέναν εκεί μέσα, ούτε τον ίδιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, τους αξίζουν αυτά που θα πάθαιναν, τους αξίζει να τους έσπαγε τα δόντια με μια κλοτσιά, τους αξίζει να τους άφηνε λιπόθυμους σε μια λίμνη αίματος, τους αξίζει να τους χτυπήσει, να τους... και αν πέθαιναν δεν θα έφταιγε αυτός... θα ήταν σε αυτοάμυνα, σίγουρα θα αθωωνόταν στο δικαστήριο. Μπορεί να τον έδειχναν και στις ειδήσεις και τότε σίγουρα θα καταλάβαιναν ότι είναι χρήσιμη η δουλεία του, ότι κάνει και αυτός κάτι, ότι προσφέρει και αυτός κάτι.

Και ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά και επαναλάμβανε στο μυαλό του όλες τις εικονικές μάχες και τις εναλλακτικές τους, συνέβη! Το είδε μπροστά στα μάτια του! Αν είναι δυνατόν! Τόλμησαν να το κάνουν τελικά! Και ούτε κάν σκέφτηκαν να κρύψουν το όπλο καλύτερα, ούτε που τον υπολόγιζαν, σαν να μην υπήρχε! Και αυτός ο τύπος με το κρυμμένο όπλο, κάτω από την μαύρη αύρα του, μέσα στην μαύρη καπαρντίνα του, που περπατούσε τώρα σε slow motion προς το ταμείο, δεν σκέφτηκε καν να φέρει κάποιον άλλο μαζί του, θεώρησε οτι τα καταφέρνει μόνος του, ότι "τον έχει"! Αν είναι δυνατόν να έχει τόσο φοβερό θράσσος αυτό το άτομο! Τουλάχιστον κρύψε καλύτερα το όπλο σου, αφού το ξέρεις ότι υπάρχει φρουρός εδώ, θα έπρεπε να με υπολογίσεις, θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου, θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου, θα έπρεπε να έχεις σκεφτεί ότι είμαι εδώ για ένα σκοπό!
"ΜΑ ΚΑΛΑ ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΊΝΕΙΣ;!;!"
του φώναξε και όρμησε αμέσως, προς το σημείο στη καπαρντίνα του που φούσκωνε ύποπτα. Ο ψηλός, μαυροφορεμένος, γενειοφόρος, ύποπτος αντέδρασε ξαφνιασμένος (λες και δεν το περίμενε τάχα) και προσπάθησε να τον απομακρύνει. Θυμήθηκε την ευθύνη που είχε για αυτό το μέρος! Δεν θα τον άφηνε! Δεν μπορούσε να γίνει το δικό του! Έπεσε πάνω του με όλη την δύναμή του! Κατάφερε να βάλει το χέρι του στο μέτωπο του υπόπτου και να σπρώξει με όλη του τη δύναμη προς τα πίσω και προς το πάτωμα. Το κεφάλι του ύποπτου κροτάλισε με θόρυβο καθώς χτύπησε το έδαφος. Ζαλισμένος και σοκαρισμένος από το χτύπημα προσπάθησε να σηκωθεί. Στα αυτιά του υπήρχαν δυο κόκκινες γραμμές από αίμα που χάνονταν μέσα στα γένια του. Το πάτωμα δίπλα του άρχισε να γεμίζει με κόκκινες βούλες. Ήταν χλομός, έκπληκτος και προσπάθησε να αρπάξει με τα χέρια του το σημείο στην καπαρντίνα του που φούσκωνε.
"Θα με πυροβολήσει"
σκέφτηκε ο φρουρός που στεκόταν πάνω από τον πεσμένο άντρα. Φαντάστηκε τον εαυτό του να βρίσκεται στο νοσοκομείο γεμάτος αίματα, ξαπλωμένος στο φορείο και να προσπαθεί να ανασάνει. "ΌΧΙ" ούρλιαξε και με μία ενιαία κίνηση έβγαλε το όπλο απτη θέση του στη ζώνη του, και πυροβόλησε το πρόσωπο του άντρα στο πάτωμα... Ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότισης φάνηκε σαν να σταμάτησε τον χρόνο γύρω τους. Το μόνο που κινούταν για μια στιγμή, ήταν ο καπνός που αναδυόταν από την προτεταμένη κάννη του όπλου. Όλοι γύρω τους είχαν ακινητοποιηθεί. Δεν ακούγονταν πια οι ήχοι από τα πληκτρολόγια, από τις συνομιλίες, από τα χαρτιά. Η απόλυτη ησυχία μετά τον εκκωφαντικό κρότο. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μετά από ένα δευτερόλεπτο που διάρκεσε όσο ένα εκατομμύριο σκέψεις, το ουρλιαχτό μιας γυναίκας διέλυσε σε μικρά κομμάτια την γυάλινη σιωπή που τους κάλυπτε. Επικράτησε αναστάτωση και ακολούθησαν και άλλες φωνές. Η κόκκινη κηλίδα είχε φτάσει τώρα στα παπούτσια του και τα λέρωνε. Έσκυψε και έψαξε το σημείο που φούσκωνε στην καπαρντίνα. Προσπάθησε να μην κοιτάξει το πρόσωπο αλλά δεν τα κατάφερε... Βρήκε ένα χοντρό φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα που έγραφε πάνω του, με άτσαλα γράμματα : "στο ταμείο". Πήρε μαζί του τον φάκελο και περπάτησε προς το ταμείο, αφήνοντας πίσω του βαθυκόκκινες πατημασιές πάνω στο άσπρο μαρμάρινο πάτωμα.