Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

"Που είναι ο Παύλος σου τώρα? "



"Που είναι ο Παύλος σου τώρα? "

Μάλιστα... πιο παλιά είχα γνωρίσει ένα τύπο που έλεγε οτι ήταν ρατσιστής και εθνικιστής. Και πράγματι ήταν. Αυτό, πριν ακόμα μπει στο πολιτικό σκηνικό και στη βουλή η χρυσή αυγή. Τότε, με ενδιέφερε να καταλάβω για πιο λόγω κάποιος μπορεί να έχει αυτές τις απόψεις. Για πιο λόγο κάποιος να έχει τέτοιο πάθος μέσα του εναντίων άλλων ανθρώπων που δε ξέρει.
Ήταν φίλος μιας φίλης και όποτε βρισκόμασταν σε κοινή παρέα προσπαθούσα να ακούσω όσα είχε να πει, χωρίς να προβάλω καθόλου την δικιά μου αντίθετη άποψη. Το πρόβλημα βέβαια, ήταν οτι δεν υπήρχε άποψη πάνω στο θέμα απο την πλευρά του, παρά μόνο μια έντονη και εμμονική πίστη οτι τα πράγματα είναι "έτσι όπως τα λέω". Οι Αλβανοί είναι κλέφτες, οι Τούρκοι και οι Εβραίοι πρέπει να πεθάνουν, η Μακεδονία Ελληνική κτλ κτλ.
Τον άκουσα 2-3 φορές χωρίς να του φέρνω αντιρρήσεις. Μετά άρχισε να επαναλαμβάνεται. Άρχισα τότε λοιπόν να τον ρωτάω πραγματικά αυτά που ήθελα να τον ρωτήσω. Αν έχει γνωρίσει ποτέ κάποιον Αλβανό που ήταν κλέφτης, αν πιστεύει οτι όλοι οι Τούρκοι θέλουν να σκοτώσουν Έλληνες κτλ κτλ. Ο Αντρέας (έτσι τον έλεγαν) μιλούσε πολύ γρήγορα και κοφτά. Μου θύμιζε ριπή πυροβόλου ο τρόπος που μιλούσε. Όταν τον ρωτούσα λοιπόν πράγματα που δεν του άρεσαν, σταματούσε και με κοίταζε με τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια του... για 2-3 δευτερόλεπτα και... δεν απαντούσε τίποτα. Απλώς συνέχιζε να επαναλαμβάνει αυτά που έλεγε πριν σα χαλασμένο πικάπ. Καμία αλληλεπίδραση... κανένα ενδιαφέρον για συμμετοχή σε συζήτηση. Δε το έκανε αυτό επειδή με αγνοούσε ή επειδή είχε θυμώσει μαζί μου. Τίποτα απο τα 2 δεν ίσχυε. Απλώς δε μπορούσε να εξηγήσει ούτε και ο ίδιος για πιο λόγο πίστευε τόσο έντονα και τυφλά αυτά που πίστευε.

Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν... Από τότε ήταν που είχε υιοθετήσει αυτές τις απόψεις ο Αντρέας πολύ πιο έντονα.

Ο Αντρέας (και ο εκάστοτε Αντρέας), είχε ανάγκη να μισήσει κάποιον. Είχε μια τεράστια πλημμύρα μέσα του, που τον έκανε να χρειάζεται κάποιον να κατηγορήσει, κάποιον να μπορεί να ξεσπάσει και να βγάλει όλη την χωλή που έκρυβε μέσα του.

Μπορεί λοιπόν, ο Αντρέας αν του μιλήσουμε και του εξηγήσουμε κάποια πράγματα, να τα καταλάβει και να μην έχει τέτοιες "απόψεις"?
ΟΧΙ!
Και γιατί αυτό?
Επειδή αυτό που έχει ο Αντρέας δεν είναι άποψη αλλά είναι συναίσθημα-ανάγκη του. Όσο και να συζητήσεις με κάποιον αραχνοφοβικό το οτι δε μπορεί μια αράχνη να τον βλάψει, (εκτός αν βρίσκεστε στον Αμαζόνιο) δε πρόκειται να του αλλάξεις γνώμη.

Τα παιδιά λοιπόν, όταν είναι μικρά και πάνε στο σχολείο, μαθαίνουν πράγματα και μορφώνονται. Όταν κάποιος είναι 20 χρονών έχει πάρει την μορφή του. Αν έχει μείνει κάποια παραμόρφωση μέσα του, τότε είναι πάρα πολύ δύσκολο να την διορθώσουμε. Γιατί όσο μεγαλώνουμε ο πηλός μέσα μας αρχίζει και στερεοποιείται, παίρνοντας την τελική μορφή του... ανάλογη της μόρφωσης και άλλων... Τέτοιου είδους λοιπόν, κακοτεχνίες και παραμορφώσεις της ψυχής, αν πιστέψουμε οτι μπορούν να διορθωθούν με λόγια, είναι σα να περιμένουμε να αλλάξουμε το σχήμα του στερεοποιημένου πηλού με την δύναμη του ανέμου. Θα χρειαστεί πολύ δυνατός άνεμος για πολλά χρόνια για να έχουμε κάποια μικρά αποτελέσματα πάνω στον παραμορφωμένο πηλό. Αυτό που καταλαβαίνουμε λοιπόν, οτι χρειάζεται, είναι ένα σφυρί, ένα καλέμι και ένα δυνατό χέρι για να σπάσει αυτό το μόρφωμα που λέγεται χρυσή αυγή.


Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Άντε πάλι με τους λύκους...

Είμαι ο λύκος μέσα στο πλήθος
ξεκουράζω τα δόντια μου μέσα στο στόμα μου
κάθε πρωί φοβάμαι οτι θα ανακαλύψουν
τη γούνα μου και τα θολά μου μάτια

Καμιά φορά πριν τους μιλήσω γρυλίζω λίγο
και αυτοί με κοιτούν με τα αμήχανα χαμόγελά τους
η μοναξιά μου με κάνει κάθε τόσο
να δαγκώνω τη καρδιά μου

Η γούνα μου δε με ζεσταίνει πια
όσους θυμάμαι έχουν φύγει μακριά
και γω κρύβομαι όλο και πιο βαθιά
στη σκονισμένη μου σπηλιά

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

94

Απ'όταν πέθανε η γιαγιά μου ο παππούς μου μένει μόνος του στο σπίτι. Είναι 94 τώρα. Πηγαίνω τα Σάββατα και τρώμε μαζί. Μου λέει ιστορίες απ'όταν ήταν νέος... Μου λέει να πιούμε ένα ουζάκι... τις 11μιση το πρωί... και το πίνουμε. Πίνουμε και δεύτερο... Ο παππούς μου ξεχνάει με ταχύτητα αστραπής. έχουμε τα ποτήρια μας γεμάτα πάνω στο τραπέζι και αρχίζει: "Θες λίγο ούζο?" "Μωρέ βάλε λίγο ούζο να πιεις" " Με νερό λίγο ... έτσι για τη γεύση".  Το θέμα παραμένει πάντα το ίδιο! Ας ζήσουμε λίγο περισσότερο, ας αγαπήσουμε και ας αγαπηθούμε από αυτούς που είναι ικανοί για κάτι τέτοιο, ας αφήσουμε τη πνοή μας να αιωρηθεί μαζί με τα λόγια μας σα καπνός πάνω από το "γιορτινό" τραπέζι και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλο με τη ματιά του! Για το δρόμο που μας έφερε εδώ και για το τραπέζι που μας περίμενε να καθίσουμε. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο όμορφο από το να μην κοιτάς το ρολόι τις 11 μισή το πρωί.