Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Παρασκευή

...χτες και ήθελα να βγω εξω. Έβρεχε τρεις μέρες τώρα και βαριόμουν όσο βαριόσουν και συ να βγεις. Πήρα τον Μάριο και παρόλο τον πονοκέφαλο, κανονίσαμε να βρεθούμε τις 10μιση. Είχα πιει ένα ούζο μέχρι να έρθει. Συζητούσαμε για παλιά βιντεοπαιχνίδια που παίζαμε μικροί και προφανώς για μουσική.

Ήρθες λίγο αργότερα με μια φίλη σου και κάτσατε για λίγο μαζί μας. Όταν φύγατε ξέχασες το κινητό σου εκεί. Το είδα όταν φεύγαμε και μεις, μετά απο λίγο. Ήρθα να στο φέρω στο μαγαζί που θα πηγαίνατε μετά, αλλά βρήκα μόνο τη φίλη σου εκεί. Μου είπε οτι είχες γυρίσει να το βρεις. Της το άφησα και έφυγα. Γυρνώντας περίμενα να σε συναντήσω αλλά μάλλον είχες πάει απο τον κάτω δρόμο.

Είχα ξεχάσει να φάω το βράδυ και πήγα να πάρω κάτι να τσιμπήσω απο εκεί κοντά. Από μακριά είδα 2 τύπους να περιμένουν εκεί. Ο ένας ήταν ένας ξαδέρφος μου και ο άλλος ήταν ο Μίτσος. Είχαμε να βρεθούμε πολύ καιρό και απο τον ενθουσιασμό του να με αγκαλιάσει άδειασε σχεδόν όλη τη σως απο το πανίνι στη πλάτη του μπουφάν και στο παντελόνι μου. Τα είπαμε λίγο εκεί και δεν δέχθηκε να μην πάω μαζί του στο τσιπουράδικο. Όταν μπήκαμε είδα τον Σωτήρη και πήγα και τον χαιρέτησα. Ήταν εκεί και η Ναταλία. Είχαμε καιρό να βρεθούμε και ήρθε χαρούμενη να χαιρετηθούμε. Είπαμε όπως πάντα, να κανονίσουμε να βγούμε. 

Κάθισα λίγο με τη παρέα του Μίτσου και λέγαμε ανέκδοτα και χαζογελούσαμε. Κατά τις 4 είπα να φύγω. Στο δρόμο για το σπίτι βρήκα τον Ρέμτσακ μαζί με τον Φούρη και έναν άλλο τύπο να γυρνάνε σπίτι. Μετά κατάλαβα οτι βρήκα τον Ρεμτσακ μαζί με έναν τύπο, να "κουβαλάνε" σπίτι του τον Φούρη γιατί ήταν κομμάτια. Έφτασα σπίτι, έβαλα στο πλυντήριο το μπουφάν και τα ρούχα μου και αποκοιμήθηκα λίγο πριν ακουμπήσω στο μαξιλάρι, βλέποντας μπερδεμένα όνειρα.