Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

# /12/2010


Στο όνειρό μου, απόψε ήταν, που είδα έναν μικρό εσκιμώο. Καθόταν και με κοιτούσε περίλυπος, σαστισμένος... και θλιμμένος Έτριβε τα μάτια του με την άκρη από το γούνινο μανίκι του και έμοιαζε έτοιμος να κλάψει. Στο χιόνι πίσω του έπαιζε μια ταινία, βουβή και ασπρόμαυρη, που έδειχνε τους ανθρώπους με πλατιά χαμόγελα, να γνέφουν καταφατικά. Έδειχναν τόσο χαρούμενοι... και οι εικόνες εναλλάσσονταν τόσο γρήγορα... Οι εικόνες επαναλαμβάνονταν..

Ο εσκιμώος με κοιτούσε στα μάτια... τόσο ανέκφραστος και τόσο θλιμμένος Με κοιτούσε στα μάτια, μέχρι που άρχισε να δακρύζει! Προσπάθησα να του πιάσω το μικρό χέρι του που κρυβόταν μέσα στην γούνα του, να τον παρηγορήσω, αλλά ήταν τόσο μακριά μου. Δεν τον έφτανα.

Το κλάμα του ήταν τόσο ζεστό, τόσο αληθινό, που θα μπορούσε να μας αγκάλιαζε όλους, θα μπορούσε να μας ένωνε για πάντα, θα μπορούσε από εκείνη τη στιγμή, να προκύψει κάτι πανέμορφο, κάτι διαφορετικό, θα άλλαζε όλος ο κόσμος εκείνη την στιγμή, θα μπορούσαμε να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας για πάντα. Άρχισα να κλαίω και εγώ μαζί του γιατί το ξέραμε και οι δυο μας τώρα, ότι τίποτα από αυτά δε θα γίνουν, από αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Ξέραμε ότι τα γεγονότα θα μας προσπεράσουν και θα μας περιφρονούν εδώ που είμαστε. Ξέραμε, και οι δύο, ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσω και ο άνεμος που φυσούσε πίσω του δε θα υπάρχει πια. Ξέραμε ότι δεν θα προλάβαινε ποτέ να μου πει την ιστορία του. Ξέραμε ότι το φως πίσω στο σπίτι μου θα με έκανε να ξεχάσω την ματιά του, και οτι αν ξεκινούσε τώρα να μου μιλήσει, δεν θα προλάβαινε ποτέ να πει αυτά που πρέπει για να καταλάβω εγώ ποιός είναι, και λέγοντας τα μισά, εγώ μάλλον θα καταλάβαινα κάτι άλλο και δε θα μπορούσε ποτέ πια, να είναι ο ίδιος, να παραμείνει ίδιος. Και τώρα που τα σκεφτόταν αυτά, τα κλάσματα των δευτερολέπτων και τα δευτερόλεπτα τα ίδια, μας προσπερνούσαν και έκαναν τις πρώτες λέξεις ακόμα πιο μεγάλες, πιο κουραστικές, πιο ανούσιες, ακόμα πιο χάρτινες και ραντισμένες με την βροχή της ψυχής μας, με την βροχή των ματιών μας....

Μετά κοιτούσα το ταβάνι, μπροστά μου,... από πάνω μου, και τον άκουσα να μου ψιθυρίζει από κοντά:

" Τουλάχιστον, εγώ βρέθηκα στο όνειρο κάποιου, έτσι ακριβώς όπως είμαι. "

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Νέος κόσμος


Τεντωμένα τόξα τα μάτια μας

και ούτε ένα δάκρυ

ολόφυτα δάση οι σκέψεις μας

που μας τραγουδάνε πριν κοιμηθούμε



Οι μύες των χεριών μας ασάλευτοι

να χυθεί ξανά περιμένουν, το "πρώτο αίμα"

γιατί μια φορά μόνο δε μας φτάνει

θέλουμε να είμαστε σίγουροι οτι φοβόμαστε





Στο σπίτι μας κανείς δε μιλάει


Περιμένουμε τις πληγές να γιατρευτούν μόνες τους

Κάρβουνο μυρίζουν οι πνοές μας


απο φωτιές που δεν θυμόμαστε πια


Ξεχασμένο το τσεκούρι, στο κελάρι

να κρατά τη ζεστασιά του χεριού μας

οι σκέψεις μας τριγυρίζουν ορφανές

κάνουν το φως να χλομιάζει τη μέρα





Ερέβη πανέμορφα το μέλλον μας

ποιός θα έρθει εδώ να μας φτάσει;

Σκουριασμένες χορδές τα χάδια μας


χαμογελάμε κάνοντας τα ίδια λάθη...

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Οινόη


... λεγόταν ο σταθμός που συναντηθήκαμε. Φεύγαμε για την 5ήμερη άδεια πριν πάμε στην Κύπρο. Σταματήσαμε Οινόη και περιμέναμε ανταπόκριση για Θεσσαλονίκη. Μεγάλη μαλακία... Βροχερή μέρα, με έναν θυμωμένο ουρανό να μας κοιτάζει βλοσυρά. Περπατούσαμε μέσα στις λάσπες για να πάμε στην στάση του τραίνου, και είχαμε ένα κόμπο στο λαιμό, μια θηλιά από ανασφάλειες, φόβους και αρβιλολογίες να μας σφίγγει όλο και πιο πολύ.

Η μαλακία ήταν οτι το τραίνο για Θεσσαλονίκη θα ερχόταν τις 9μιση, και εμείς φτάσαμε Οινόη από τις 4. Νύχτωσε από τις 5... Δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πήγα σε ένα περίπτερο δίπλα στο σταθμό και πήρα ένα κρουασάν. Ξαναπήγα και αγόρασα ...πατατάκια. Δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο. Περιφερόμουν στο σταθμό χωρίς να ξέρω τί να κάνω, όταν είδα οτι δίπλα του υπήρχε ένα κυλικείο, που έμοιαζε μάλλον περισσότερο με ταβέρνα. Ήμουν φορτωμένος σα γάιδαρος, με το σακ βουαγιάζ, το στρατιωτικό σάκο και το "λουκάνικο". Μπήκα μέσα και άφησα τα πράγματα σε ένα τραπέζι. Παρήγγειλα να φάω μια χωριάτικη και σουβλάκια. Μέσα υπήρχαν μόνο γέροι, που είχαν γυρίσει όλοι τις καρέκλες τους για να κοιτάνε προς την μικρή τηλεόραση η οποία κρατούσε το μαγαζί στην ζωή με τεχνητή υποστήριξη.

Καθίσατε στο διπλανό τραπέζι και πίνατε κρασιά. Πιάσαμε την κουβέντα λέγοντας τις γνωστές μαλακίες που λένε οι φαντάροι για να περνάει η ώρα. Για όλα όσα λέγαμε, ξέραμε από πριν τις απαντήσεις και την ροή της συζήτησης, αλλά αυτή η σιγουριά μας έκανε να νοιώθουμε κάτι σταθερό, κάτι που επιτέλους δεν μεταβάλλεται, κάτι που το γνωρίζουμε και 'μεις. Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα έτσι.

Θυμάμαι οτι ήμουν πολύ κουρασμένος αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Καταφέραμε, με χίλια ζόρια, να ανεβάσουμε τα πράγματα στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Λίγο πριν φύγουμε πήρα ένα βιβλιαράκι με τα δρομολόγια των τραίνων της Οινόης. Το κράτησα σε μια τσέπη του μπουφάν μου και το ξαναθυμήθηκα πάλι, εκείνο το βράδυ που βγήκαμε μαζί και πίναμε κόκκινο αψέντι, μπύρες, ναργιλέδες και ούζα. Έτυχε μετά από περίπου 3 μήνες, να μετατεθείς στο στρατόπεδο που ήμουν και να βγούμε μαζί. Κατά τις 7 το απόγευμα ήμασταν τελείως μεθυσμένοι. Μου έλεγες για τα πράγματα που έχεις κάνει στη ζωή σου και εγώ σε άκουγα μουδιασμένος και έβλεπα τα μάτια σου να γεμίζουν αστέρια. Μου έλεγες για τα όργια που είχες κάνει στη ζωή σου και εγώ κοίταζα τα μάτια σου για να καταλάβω οτι είσαι ακόμα εσύ... οτι είσαι ο ίδιος άνθρωπός που μου μιλούσε πριν λίγο. Μου έδειξες την καρδιά σου εκείνο το βράδυ και είδα οτι είχε σπάσει σε 4 κομμάτια. Μου το επανάλαβες τόσες φορές... "Η καρδιά μου έσπασε σε 4 κομμάτια" μου έλεγες ξανά και ξανά. "... σε 4 κομμάτια". Προσπαθούσα να σε πείσω οτι το μόνο που έχει σημασία στην ζωή είναι να αποζητάς την ευτυχία, με κάθε τρόπο. Και τότε είδα το σχήμα των ματιών σου να αλλάζει... να γίνονται τα μάτια σου ξένα. Τότε κατάλαβα.... Κατάλαβα πόσο λίγο σε ξέρω και πόσο διαφορετικά και αυθαίρετα φαντάστηκα τη ζωή σου...

Το λεωφορείο που μας γύριζε πίσω στο στρατόπεδο ήταν όπως πάντα σκοτεινό και παγωμένο. Κάθισες στη θέση πίσω μου με σβησμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη. Στο λεωφορείο νόμιζα οτι θα ξερνούσες από στιγμή σε στιγμή. Σε κοιτούσα λες και περίμενα να το κάνεις. Δεν άντεξα και αποκοιμήθηκα στη θέση μου. Φτάσαμε στο στρατόπεδο και αιωρηθήκαμε μέχρι τους θαλάμους. Την άλλη μέρα τα μάτια σου ήταν κρυμμένα. Κρυμμένα πίσω από το χαμόγελο που είδα όταν σε γνώρισα στην Οινόη, κρυμμένα εκτός αυτού εδώ του κόσμου, κρυμμένα για πάντα μέσα σου...
Κρυμμένα στο χθεσινό αψεντι...

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Πριν 3 μήνες


Πρέπει να είναι η νύχτα σας απόψε. Αυτή τη νύχτα που ακολουθήσαμε το αμάξι σου, καθώς οι ψίθυροι αντηχούν από κάθε τοίχο γύρο μας και χτυπούν στα τοιχώματα της καρδιάς μας. Αυτή τη νύχτα μένουμε κρυμμένοι μέσα στις σκέψεις μας. Σκέψεις από ατόφιο χρυσάφι, από ατόφιο μόλυβδο. Μάλλον τελικά, είναι δικιά σου η νύχτα απόψε. Με τα αστέρια, τον κρυμμένο ήλιο, τα χαμόγελα στο φεγγάρι και τους γαλαξίες πάνω απ' το κεφάλι μας. Μέσα στο κεφάλι μας...
Οι σκέψεις μας σα μαντρωμένα σκυλιά, όταν κοιτάμε τηλεόραση με δακρυσμένα μάτια. Με μάτια που θα έπρεπε να είναι δακρυσμένα. Το φως της οθόνης φωτίζει τα ρούχα μας και το πρόσωπό μας. Το φωτίζει με χρώματα που εναλλάσσονται, που γεννούν αυτή την ακαταμάχητη ανάγκη για απελπισία, για οριστικά χαμόγελα, οριστικά τελειωτικούς εναγκαλιασμούς. "Εναγκαλιασμοί οριστικοί"...
Και τί να σκεφτώ; Τί να θεωρήσω οτι θέλω; Και γιατί μου λείπετε έτσι; Γιατί υπάρχει αυτό το κενό στο παζλ; Γιατί η καρδιά μου είναι βαριά; Θα μου λείψουν τα χαμόγελά μας. Θα μου λείψουν οι σιωπές μας. Θα μου λείψουν οι ατελείωτες στιγμές παραφροσύνης και η ατελείωτη συζήτηση για το μέλλον. Θα θυμάμαι για πάντα τις μεθυσμένες μας εξόδους και τα λεφτά που πετούσαμε πάνω στη μπάρα για περισσότερο ποτό, για περισσότερη ξεγνοιασιά...
Νοσταλγία;... Απο τώρα; Ειλικρινά... δε ξέρω τι είναι αυτό που κρύβεται μες στη καρδιά μου. Μάλλον μου λείπετε... Απόψε...

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

9/9/10


Έχω ένα μολύβι και μπορώ να γράψω, τώρα, για όλες τις θλίψεις που έρχονται και μου χτυπούν την πόρτα κάθε μέρα. Εκεί που κάθομαι και κοιτάζω τα κυπαρίσσια από το μπαλκόνι ακούω χτυπήματα στη πόρτα, άλλες φορές δυνατά και άλλες φορές απαλά σαν κάποιος να χαϊδεύει το ξύλο. Δεν τους ανοίγω πάντα γιατί ξέρω τι θέλουν...θέλουν να με ρωτήσουν αν έχω φίλους, θέλουν να με βάλουν να κοιτάξω τα άδεια δωμάτια γύρω μου, να μου δείξουν τους τάφους που κρύβονται πίσω από τα κυπαρίσσια, θέλουν να βάλουν το μυαλό μου να τρέχει με 100 χιλιόμετρα προς το λευκό άπειρο μέσα στους δρόμους της πόλης, θέλουν να κοιτάξω τον εαυτό μου σαν μια κουκκίδα στην γη, θέλουν να με ρωτήσουν: " Γιατί δεν έγινε αυτό ακόμα; Πότε θα γίνει;" . Και γω συνήθως μένω άναυδος να τις κοιτάζω... Να προσπαθώ να δώ τα μάτια τους κάτω από τις μαύρες κελεμπίες που τις καλύπτουν. Το ξέρω άτι η θλίψη δεν έχει μάτια... Δεν έχει βλέμμα. Προσπαθώ όμως...Το μόνο που βλέπω είναι τα χέρια τους που ξεπροβάλλουν και κινούνται σαν τρελά, σαν να έχουν δική τους βούληση, άγαρμπα και παραμορφωμένα. Μετά, όταν κάνουν το μέτωπό μου να ιδρώσει, όταν κάνουν τα μάτια μου να ιδρώσουν, ικανοποιούνται και με αφήνουν ξαπλωμένο και γκρίζο μέσα στο άδειο δωμάτιο, πάνω στο φουσκωτό στρώμα, να σκέφτομαι ότι δεν θα τις αφήσω να μπουν την επόμενη φορά. Πάντα μιλάω για την επόμενη φορά...

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Lobotomy!!

Είμαστε "μια απ' όλα" κύριοι! Καταναλώνουμε και καταναλωνόμαστε! Δαγκώνουμε και μας δαγκώνουν ζωντανούς!! Γιατί η ζούγκλα που φτιάξαμε περιέχει όλων των ειδών τα ζώα και μερικά ξέρετε, δεν κατέχουν καθόλου μετωπιαίο λοβό... τον αφαίρεσαν μάλλον μόνοι τους!! Με δικιά τους θέληση! Και ποιός να τους κατηγορήσει όμως;; Ποιός να πει ότι δεν έκαναν σωστά;; Αφού ζούμε στην Μπανανία με τους Μπανάνους!! Τί άλλο καλύτερο να κάνεις από λοβοτομή;; Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το τί έχεις να πεις! Πολύ περισσότερο, κανένα δε τον νοιάζει τί σκέφτεσαι! Το μόνο που έχει σημασία είναι αν έφερες τη ζαριά που ήθελες... αν έγινε τελικά το δικό σου. Και επίσης, κανέναν δεν ενδιαφέρει ΠΩΣ (με πιό τρόπο) έφερες αυτή τη ζαριά!
Αλλά έτσι είναι τα πράγματα και εμείς δεν μπορούμε να λέμε και πολλά πολλά, γιατί έχουμε και δουλειές να κάνουμε. Πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας λιγάκι και να δούμε καθαρά το συμφέρον μας. Να βολευτούμε σε καμιά τρύπα μαζί με άλλους και να σκάβουμε για το κοινό καλό! Να βοηθήσουμε και 'μεις την κοινωνία μας, που μας πρόσφερε τόση μόρφωση και τόση αγάπη! Έδιωξε τις άσχημες σκέψεις, έδιωξε τις κακές σκέψεις,... έδιωξε το άγχος! Μας ελευθέρωσε μέσα σε μιά στιγμή!! Μας λοβοτόμισε με μια κίνηση!! Μας έκανε ΚΟΝΤΌΦΘΑΛΜΟΥΣ ΗΛΙΘΊΟΥΣ!!! (Ακούστε και το τραγούδι για να πειστείτε) Και έτσι, όσο πιο ανένδοιαστοι είμαστε, όσο πιο ανέντιμοι είμαστε, και όσο λιγότερο σκεφτόμαστε, τόσο καλύτερα περνάμε. Τόσο πιο "χαρούμενοι παλιάτσοι" είμαστε!
Γιατί αν σκεφτόμασταν πραγματικά, έστω και για λίγο..., αν σκεφτόμασταν πραγματικά το τί γίνεται γύρω μας.... αν το σκεφτόμασταν σαν άνθρωποι (με όλη την έννοια της λέξης) που κοιτάνε ψηλά, που κοιτάνε μπροστά! Τότε, ίσως να μην ένοιωθα τόσο μόνος, ίσως να μην ένοιωθα αυτή την απελπισία, αυτό το κενό, αυτή την αηδία, αυτό το θυμό, την οργή, το μίσος,... ίσως να ήταν κάποιος άλλος τότε, πιο τολμηρός από εμένα, που θα σήκωνε πρώτος μια πέτρα από το έδαφος...

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

On fire


Ο χρόνος... είμαστε ακόμα εδώ ή έχουμε περάσει χωρίς να το καταλάβουμε;; Πότε έφυγαν τα χρόνια αυτά που μυρίζαμε τα άνθη της άνοιξης και δοξάζαμε το μυρωμένο μέλι που μας περιέλουζε; Πότε ξεχάσαμε να γελάμε κοιτώντας τον ήλιο; τόσα καλοκαίρια πέρασαν, που μέσα τους ζούσαμε τις κατακίτρινες όμορφες αγωνίες μας... τα μαγεμένα ηλιοβασιλέματα πριν το τέλος... που έφτασε πριν την ώρα του... τις μέρες που τόσο γλυκά περιμέναμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε... που δεν μας έφτανε ποτέ, τίποτα λιγότερο, από το αεράκι να μας δροσίζει τις καλοκαιρινές μας σκέψεις και όνειρα. Τα απογεύματα που περνούσαμε βάφοντας και ζωγραφίζοντας, τα όνειρα αυτά, με τα πιο όμορφα πολύχρωμα μολύβια βουτηγμένα σε νερομπογιές και στην αψίτητα της γλώσσας μας...
Οι μέρες τότε αφιερώνονταν στην δροσερή μας ανάσα πάνω στις πρωινές ακτίνες του ήλιου και στον ήχο που έκανε ο ήλιος, καθώς χτυπούσε επάνω μας και μας ζέσταινε το αίμα. Και το βράδυ... το βράδυ καθόμασταν κοντά στη φωτιά. Στη φωτιά που ανάβαμε όταν βρισκόμασταν όλοι μαζί, κοντά... όταν βάζαμε δίπλα στις μέρες που περνούσαν, τις πυρωμένες καρδιές μας. Τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή τη ζέστη. Αυτή η πανέμορφη φλόγα, έκαιγε τις μέρες που πέρναγαν μπροστά μας, μας έκανε να ξεχνάμε, να αγαπάμε χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς ποιόν και γιατί...
Και τότε ήταν κάποιες νύχτες που δεν βρίσκαμε τα ονόματά μας γραμμένα πάνω στα σπίτια μας, ούτε μας αναγνώριζε κανείς εκεί γύρω. Ξαφνικά γινόμασταν ξένοι, άγνωστοι, διάφανοι μέσα σε μια νύχτα, μετά την ριπή του ανέμου, μετά το ξεστράτισμα του χρόνου, μετά την άνοιξη, μετά... Κοιτάγαμε τα ρούχα μας και δεν ήταν ούτε αυτά δικά μας... ούτε αυτά! Έγραφαν όμως πάνω τους το όνομά μας, όλα μας τα ονόματα, όπως μας φώναζαν αυτοί που μας αγαπούσαν. Παίρναμε μαζί μας αυτά τα ρούχα και φεύγαμε μακριά από το μέρος που έμοιαζε με το σπίτι μας...αλλά δεν ήταν. Φύγαμε τόσο μακριά που δεν θα γυρίσουμε ποτέ πια. Ακόμα και αν το θέλουμε, ακόμα και αν το βλέπουμε στα όνειρά μας το βράδυ, ακόμα κι αν το λέμε στις κρυφές προσευχές που κάνουμε πριν κοιμηθούμε. Δε γυρνάμε πίσω, γιαυτό κοιτάμε κατάματα όποιον βρίσκεται μπροστά...μας. Δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε καν αυτούς που μας ακολουθούν... γιατί, μια νύχτα μου είπες "όπως και η ζωή, ο άνεμος ποτέ δεν γυρίζει πίσω".

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Ιστορίες πριν κοιμηθείς


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα γουρουνάκι. Το γουρουνάκι αυτό έφυγε από εκεί που έμενε και πήγε να εξερευνήσει το κόσμο και να βρει ένα καινούριο σπίτι. Καθώς προχωρούσε μέσα στο δάσος είδε 2 λαγουδάκια να κάθονται και να το κοιτάνε επίμονα. Κοίταξε τα μεγάλα μπροστινά δόντια που είχαν και ένα ρίγος το διαπέρασε καθώς σκέφτηκε ότι αυτά τα ζώα θα θέλουν να το φάνε!!
Άρχισε, λοιπόν, να τρέχει μέσα στο δάσος για να τους ξεφύγει. Καθώς κοίταζε πίσω του, με τρόμο ανακάλυπτε οτι τα λαγουδάκια το είχαν πάρει στο κυνήγι και το ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινε. Άκουγε πίσω του τα λαγουδάκια να του φωνάζουν και να του ζητάνε να σταματήσει. Το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνό και το γουρουνάκι τρομοκρατημένο παραπατούσε και έτρεχε μέχρι που σκόνταψε σε μια μεγάλη ρίζα. Έπεσε κάτω και πετρωμένο από το φόβο του το γουρουνάκι έτρεμε και περίμενε το χειρότερο.
Γύρισε και κοίταξε τα μεγάλα δόντια που προεξείχαν καθώς τα λαγουδάκια είχαν μαζευτεί γύρω του απειλητικά και του είπαν:
"Είσαι καλά;" "Μήπως χτύπησες;"
Σαστισμένο το γουρουνάκι κατάλαβε οτι δεν ήθελαν το κακό του. Σηκώθηκε όρθιο ξεσκονίστηκε και τώρα στα μάτια του τα λαγουδάκια φαίνονταν πολύ πιο φιλικά. Με το κατάλευκο τρίχωμά τους, με την χαριτωμένη φουντωτή ουρίτσα τους, με τα φιλικά μάτια τους, τα στρουμπουλά μάγουλά τους, τα ψωμωμένα μπουτάκια τους...
" Όχι, μια χαρά είμαι" τους απαντάει.
"Δεν θέλαμε να σε τρομάξουμε και να φύγεις. Δεν έχουμε και πολλούς περαστικούς από εδώ τελευταία"
Το γουρουνάκι τους εξήγησε οτι ήθελε να βρει ένα καινούριο σπίτι για να μείνει και νέους φίλους να κάνει. Τα λαγουδάκια το οδήγησαν στο δικό τους σπίτι για να το φιλέψουν γλυκό του κουταλιού. Το γουρουνάκι έφαγε λαίμαργα το γλυκό αλλά πεινούσε κι άλλο...
"Πεινάω!" δήλωσε.
"Θα πάω να μαζέψω μερικά βελανίδια"
"Θα σας πάω σπίτι μου για φαγητό κάποια μέρα"
"Φτιάχνω πολύ νόστιμη πίτα με βελανίδια...και λαγουδάκια"
"Τί!!!Τί είπες;;;;" Είπαν ξαφνιασμένα και τα 2 λαγουδάκια μαζί.
"Τί είπα; ...Νόστιμη πίτα με βελανίδια και καρότα. Μήπως δεν σας αρέσουν τα καρότα;; Γιατί εγώ τρώω πολλά καρότα" τους απάντησε.
"Όχι, όχι και εμείς τα τρώμε τα καρότα" απάντησαν κάπως ανακουφισμένα τα λαγουδάκια.
Την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν και οι τρεις μαζί να ψάχνουν σπίτι για το γουρουνάκι. Βρήκαν ένα δίπλα ακριβώς από αυτό που κατοικούσαν τα λαγουδάκια. Το γουρουνάκι το βρήκε πολύ όμορφο και βολικό.
"Θα σας επισκέπτομαι συχνά και μια μέρα θα σας καλέσω για φαγητό" είπε στα 2 λαγουδάκια, τα οποία περίμεναν με ανυπομονησία αυτή τη μέρα, που θα τα προσκαλούσε ο φίλος τους για να γλεντήσουν
Μετά από μερικές μέρες το γουρουνάκι είχε εγκατασταθεί καλά στο καινούργιο του σπίτι και είχε αρχίσει τις προετοιμασίες
"Τί θα μαγειρέψεις μέσα σε αυτό το μεγάλο καζάνι που έχεις εκεί;" Ρωτούσαν τα λαγουδάκια.
"Δεν μπορώ να σας πω..."
"Πες μας!! Πες μας!!" επέμεναν
"Δεν γίνεται..."
"ΠΕΣ ΜΑΣ!! ΠΕΣ ΜΑΣ!! επέμεναν ξανά.
"Καλά λοιπόν! Θα μαγειρέψω λαγουδάκια βραστά!!"
"Ορίστε;!;! Τί είπες;;!!" Αναφώνησαν τα λαγουδάκια με μία φωνή.
" Λέω, θα μαγειρέψω καροτάκια βραστά!"
" Ααα... Εντάξει" είπαν τα λαγουδάκια καθησυχασμένα.
Καθώς λοιπόν το νερό έβραζε στην κατσαρόλα και η παρέα είχε αρχίσει να διασκεδάζει τραγουδώντας και λέγοντας αστεία, άκουσαν ένα περίεργο θόρυβο στην πόρτα. Αρχικά δεν έδωσαν σημασία αλλά ο επίμονος μονότονος θόρυβος σαν γρατσούνισμα συνέχισε να έρχεται από την πόρτα. Τα λαγουδάκια πήγαν στην πόρτα για να δουν τι ήταν. Το γουρουνάκι είδε οτι το νερό κόχλαζε στην κατσαρόλα και είπε : " Λαγουδάκια, ελάτε εδώ για να βάλω το φαγητό στη κατσαρόλα!". Τα λαγουδάκια άρχισαν να στριγγλίζουν υστερικά και να τρέχουν πανικόβλητα μέσα στο δωμάτιο.
"Ελάτε εδώ αμέσως!! Τί πάθατε τώρα;;"
"Γουρουνάκι, έχουμε άσχημα νέα! Έξω από την πόρτα σου είναι ο λύκος και ακονίζει τα νύχια του τόση ώρα και ετοιμάζεται να μας φάει!!"
Το γουρουνάκι τρόμαξε ακούγοντας αυτά τα λόγια και πήγε σιγά σιγά να δει από το παράθυρο. Τότε ο λύκος σπάει το τζάμι, μπαίνει μέσα και αρπάζει το γουρουνάκι που έτρεμε από τον φόβο του.
"Χα χα!! Τώρα θα σας φάω!" είπε και κοίταξε τα λαγουδάκια, ενώ τα σάλια του έτρεχαν στο χαλί.
"Άσε αμέσως κάτω το φίλο μας, γιατί θα δεις τι θα πάθεις!" είπαν τα λαγουδάκια, και πριν προλάβει να γελάσει ο λύκος από την απάντησή τους, έβγαλαν τα δόντια τους έξω και όρμησαν σαν ελατήρια πάνω στο ξαφνιασμένο λύκο. Το ένα δάγκωσε το πόδι του λύκου ενώ το άλλο άρπαξε το λαιμό! Με το πρώτο δάγκωμα ένα ουρλιαχτό και ένας πίδακας αίματος έλουσαν το δωμάτιο. Το γουρουνάκι σοκαρισμένο παρακολουθούσε. Το δεύτερο λαγουδάκι δάγκωσε το λαιμό του λύκου και συνέχισε να μασουλάει με τα δυνατά του δόντια τη μαλακή σάρκα. Ο λύκος ούρλιαζε και έβγαζε κραυγές πόνου, ενώ τα ασταμάτητα και αδίστακτα δόντια του τρυπούσαν την σάρκα όλο και βαθύτερα! Τίποτα δεν φαινόταν οτι μπορούσε να σταματήσει αυτά τα δόντια που ροκάνιζαν με μανία. Οι φωνές αντηχούσαν σε όλο το δάσος, αλλά σπάνια περνούσε κάποιος από εκεί τελευταία. Μετά από λίγο τα ουρλιαχτά σταμάτησαν. Το κουφάρι του λύκου βρισκόταν στη μέση από το αιματοβαμμένο δωμάτιο. Τα λαγουδάκια βαριανάσαιναν κουρασμένα από την προσπάθεια και είχαν ακόμα το βλέμμα τους στραμμένο στο κουφάρι του λύκου. Το γουρουνάκι είχε καθίσει σε μια γωνιά και έτρεμε κρατώντας το κεφάλι του σοκαρισμένο. Είχε χλωμιάσει και κουνούσε το σώμα του ρυθμικά μπρος πίσω, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του. Γύρισε και κοίταξε τα χαμογελαστά και καταματωμένα προσωπάκια από τα κουνελάκια. Η γούνα τους είχε μουσκέψει και είχε πάρει ένα έντονο ζωηρό κόκκινο χρώμα που έκανε αντίθεση με τα σημεία της που παρέμεναν λευκά ακόμα.
"Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;;" είπαν τα κουνελάκια.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010


Θυμάμαι πόσο άδειο ήταν το σπίτι που έμενα στην Πάτρα όταν πρωτομπήκα μέσα. Ήταν βράδυ. 8 με 9 το βράδυ και είχαμε πάει να το δούμε με το πατέρα μου για να το νοικιάσουμε. Το ρεύμα ήταν κομμένο Μπήκαμε μαζί με τον μεσίτη σε ένα σκοτεινό και παλιό σπίτι που δεν μπορούσαμε να δούμε σχεδόν τίποτα.
Όταν έμεινα για πρώτη φορά μόνος μου εκεί, είχα καθίσει στο κρεβάτι και σκεφτόμουν. Ένοιωθα το κόσμο να απλώνεται αχανής γύρο μου. Άρχισα να νοιώθω ασήμαντος, ξένος όσο ποτέ άλλοτε, αδιάφορος μέσα σε μια άγνωστη πόλη. Μέσα σε μια απρόσωπη, ανέκφραστη και επιφυλακτική πόλη, που με κοιτούσε ερευνητικά... άρχισα να νοιώθω ελεύθερος... Επιτέλους μόνος. Για λίγο επιτέλους μόνος και ελεύθερος.
Στο σπίτι τα παραθυρόφυλλα ήταν ξύλινα και ξεφτισμένα. Δεν είχαν βαφτεί ποτέ και είχαν μείνει έτσι, χωρίς καμία προστασία να φθαρούν. Ήταν ατόφιο ξύλο. Στις πρώτες φθινοπωρινές βροχές είχαν αρχίσει να σαπίζουν και να μαυρίζουν. Το σπίτι βρισκόταν στην ταράτσα του 6ου ορόφου μιας πολυκατοικίας Έπρεπε να βγεις έξω στην ταράτσα για να μπεις στο σπίτι.
Θυμάμαι την βροχή να έρχεται σχεδόν οριζόντια, λόγο του αέρα και να με βρέχει κάθε φορά που άνοιγα τα παράθυρα. Τα ξύλινα παράθυρα δεν έκλειναν καλά και έτσι όταν έβρεχε για ώρα, νερά έτρεχαν στο ξύλινο πάτωμα.
Το είχα γεμίσει με καφε-κόκκινες κουβέρτες, κόκκινα μαξιλάρια και μια κόκκινη βελέντζα Στους τοίχους είχα την καινή γυναίκα του Dali στην έρημο, μια αφίσα των Nirvana και όμορφα τοπία. Το CD player βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι και έπαιζε σχεδόν όλη μέρα δυνατά μουσική.
Είχα φτιάξει μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα στην οποία συνέβαλε πολύ η σόμπα αλογόνου με την λάμψη της, που θύμιζε φως από τζάκι. Σπάνια άνοιγα το φως το βράδυ. Άφηνα το φως της σόμπας να φωτίζει γλυκά το δωμάτιο. Τον πρώτο χρόνο πάντα κάποιος έμενε εκεί μαζί μου. Ο Γιάννης, η Θάλεια, ο Κωστής..
Όλα τα έπιπλα που είχα ήταν ξύλινα και το νταβάνι ήταν τόσο ψηλό που θύμιζε παλιό αρχοντικό. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί... Από το δυτικό παράθυρο έβλεπα πάντα τον ήλιο να χάνεται το απόγευμα μέσα στην θάλασσα, γεμίζοντας με ζεστά χρώματα όλη μου την ψυχή. Το βράδυ έβγαινα στην ταράτσα και κοίταζα τ'αστέρια ακούγοντας δυνατά μουσική από το σπίτι. Κάποιες φορές αναρωτιέμαι πώς με ανέχονταν οι γείτονες... Θυμάμαι που ακούγαμε και κάποιον άλλον τα απογεύματα, να βάζει και να ακούει πάντα τον ίδιο CD. Το Metropolis των Paradise Lost.
Το άλλο παράθυρο έβλεπε στην Πλατεία Γεωργίου. Την μεγάλη πλατεία, που είχαν καταστρέψει το πρώτο έτος που ήμουν εκεί. Καθόμουν στο παράθυρο και παρακολουθούσα ένα αυτοκίνητο να καίγεται στην μέση της πλατείας. Κατέβηκα κάτω όταν είχε σβήσει σχεδόν και τριγύριζα στην πόλη η οποία έμοιαζε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περπατούσα πάνω σε σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια και από βιτρίνες μαγαζιών. Ο αέρας μύριζε την ξινίλα των δακρυγόνων. Στα στενά υπήρχαν ματ παρατεταγμένα και αστυνομία σχεδόν παντού...
Προς το τέλος, τους τελευταίους μήνες πριν φύγω από κει, είχα βάλει "κουρτίνες". Είχα καρφώσει ένα πανί με ινδική τεχνοτροπία και σχέδια που μου είχε φανεί πολύ όμορφο. Εσύ μου το είχες χαρίσει. Ήταν κόκκινο και μπλε, με ένα κύκλο από μικρά παγόνια στο κέντρο του. Ο ήλιος και και η βροχές εκείνο το χρόνο πριν φύγω χάλασαν το χρώμα του και το ξέβαψαν. Το έκαναν να ταιριάζει με το σπίτι και με τις σκέψεις μου εκείνη την περίοδο...

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

17/5/10


Όλο φυσάει εδώ και δεν αφήνει τις σκέψεις μας στάσιμες. Όλο φυσάει και μας ανακατεύει τη ψυχή. Διώχνει τις μέρες από πάνω μας ο αέρας πριν καλά καλά το καταλάβουμε. Τα πουλιά στον αέρα σαν στάσιμοι χαρταετοί...Δεν μιλάμε. Παρά μόνο περιμένουμε να κοπάσει ο αέρας, περιμένουμε να καταλαγιάσουν τα πράγματα, για να ανοίξουμε ξανά τα μάτια μας. Οι μέρες γαντζώνονται από πάνω μας και καθώς τις τραβάει ο άνεμος αφήνουν τα νύχια τους να μας σημαδέψουν. Οι "Μικρές πληγές"... μπερδεμένες με το μέλι που καλύπτει την απογευματινή μας συντροφιά,... ξεχνιούνται τόσο εύκολα.
Μένουμε στάσιμοι μέσα στον άνεμο...χωρίς να φοβόμαστε, χωρίς να προσδοκούμε , χωρίς να ελπίζουμε... Μόνο περιμένουμε. Περιμένουμε να καταλαγιάσει επιτέλους, να έρθει η ώρα που συνέχεια ονειρευόμαστε το βράδυ, για να φτάσουμε στο τέλος αυτού του δρόμου. Όπως στα όνειρά μας που τρέχουμε, αλλά σε αργή κίνηση και δεν φτάνουμε ποτέ να αρπάξουμε αυτό που θέλουμε. Δεν φτάνουμε παρόλες τις συσπάσεις του προσώπου μας. Δεν φτάνουμε να αγγίξουμε αυτό που βρήσκεται μπροστά μας. Είναι σα να κινούμαστε μέσα σε ένα πελώριο παχύρρευστο υγρό, που όσο και αν προσπαθήσουμε δεν μας αφήνει να κινηθούμε πιο γρήγορα...τα χέρια μας και τα πόδια μας πονάνε από την ένταση, πονάνε από την προσμονή, αλλά πιο πολύ πονάει η καρδιά μας, που δεν μας αφήνει, στο όνειρο τουλάχιστον, να φτάσουμε ... εκεί που θέλουμε... Σε αργή κίνηση μόνο... Κάθε προσπάθεια επεξεργασμένη από κάθε πλευρά... Επεξεργασμένη τόσο που κινείται αργά, βασανιστικά προς το επιθυμητό άγνωστο, προς το σχεδόν ερωτικό κάλεσμα του μέλλοντός μας. Μας οδηγεί αργά προς την φωτεινή σχισμή της πόρτας που τόσο προσδοκούμε να δούμε τί κρύβει πίσω της, που είναι τόσα υποσχόμενη.
Αναπνέουμε βαριά και το σκοτάδι γύρο μας μυρίζει καλοκαιρινό απόγευμα... Καθόμαστε με τον πρώτο πλατωνικό μας έρωτα πάνω στο γρασίδι. Η νύχτα πέφτει γύρο μας και τα φώτα των αστεριών πέφτουν πάνω στους ώμους μας. Στους γυμνούς ώμους μας, γιατί είναι καλοκαίρι... Και προσμένουμε αυτό το κάτι που δεν ξέρουμε τί είναι αλλά το θέλουμε τόσο πολύ που μας κόβεται η ανάσα, που ασυναίσθητα σφίγγουμε το χέρι που κρατάμε και βλέπουμε τις θολές πυγολαμπίδες να πετάνε αδέξια μπροστά μας. Να μας δείχνουν τον αβέβαιο δρόμο του αύριο, καθώς στροβιλίζονται ανέμελα μέσα στον αέρα που φυσάει και δυναμώνει σιγά-σιγά. Φυσάει τις σκέψεις μας και μπερδεύει τα μαλλιά της γυναικείας μορφής που κάθεται δίπλα μας. Ανακατεύει τις σκέψεις μας και τις κάνει τόσο γλυκές, τόσο ονειρικές, τόσο ανάλαφρες ώστε να φύγουν με το πρώτο αεράκι για να συναντήσουν βουνοκορφές, φιλικά χαμόγελα, ακτογραμμές, λαμπερές ματιές, πεδιάδες με ψηλό χορτάρι που αναριγεί απ' τον άνεμο, ευωδιάζουσες αγκαλιές και ολόχρυσα, κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα. Τέλος συναντούν εμάς που βρισκόμαστε ακίνητοι ακόμα, στο ίδιο ακριβώς σημείο που ήμασταν αρχικά.. Και μας φαίνεται τόσο δύσκολο να πιστέψουμε ότι δεν πετάξαμε μαζί με τον άνεμο σε όλο αυτό το ανάλαφρο ταξίδι. Μας φαίνεται τόσο απίστευτο (παράλογο) που βρισκόμαστε ακόμα εδώ(μέσα).

Σχεδίες απο καρυδότσουφλα


Πάλι κάνουμε σχέδια σε λευκό χαρτί. Αφήνουμε τα αποτυπώματά μας όπου μπορούμε. Σπασμωδικές κινήσεις στις οποίες μετά προσπαθούμε να προσάψουμε κάποιο νόημα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε το πιο σημαντικό : Είναι κινήσεις που κάνουμε όλοι μαζί. Όπως τότε... τις παλιές καλές εποχές. Δημιουργούμε όνειρα! Δημιουργούμε ελπίδες, χρωματίζουμε το μέλλον και μετά καθόμαστε να το κοιτάμε που σαπίζει κάτω από την ξεδιάντροπη ματιά των καιρών μας. Οι σκέψεις μας πλέον μένουν ακέφαλες, να περιφέρονται με μια καρδιά αιμοραγούσα στα χέρια να λερώνει τα ρούχα τους. Να λερώνει την πρωταρχική τους εικόνα. Τρελές ιδέες, όμορφες, γυαλιστερές, απαστράπτουσες, νυχτερινές, ελπιδοφόρες, φρούδες ιδέες σχηματίζονται και σέπονται μπρος στα μάτια μας. Ακούραστοι γεννάμε χωρίς να μας ενδιαφέρει το κόστος. Γιατί πάντα...μπορεί...υπάρχει πιθανότητα..., "γιατί όχι; ", να έχουμε δίκιο και να γίνουμε εμείς οι πρωταγωνιστές. Να γίνουμε αυτοί που ήμασταν πριν χρόνια. Να γίνουμε αυτοκράτορες της μοίρας μας, του ίδιου μας του εαυτού, να ευθυνόμαστε εμείς για την ύπαρξή μας. Και ποιος δε θα το ήθελε αυτό; Να είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του ξανά, να επιλέγει ο ίδιος για τον ίδιο...;

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Πολύχρωμα Φουλάρια


Κατεστραμμένοι από τις ίδιες μας τις σκέψεις. Ορίζουμε τον εαυτό μας ανάλογα με το που βρισκόμαστε χωρίς να μας ενδιαφέρει οτι αυτό είναι λάθος. Αγωνιούμε μέσα από το κουβούκλιο που κρυβόμαστε τώρα. Αγωνιούμε γιατί δε μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τι μας περιμένει.. πώς να δούμε άλλωστε κρυμμένοι εκεί μέσα. Θέλουμε να ξέρουμε από τώρα το μέλλον, να ξέρουμε για να μην κάνουμε πάλι τα ίδια λάθη. Να βρούμε διαφορετικά κάθε φορά... Το ζητάμε τελικά από τον ίδιο μας τον εαυτό.. σαν να ήμασταν κάποιοι άλλοι,...για να μην νοιώθουμε τύψεις...και το ζητάμε από τον ίδιο μας τον εαυτό, σαν να ήμασταν κάποιος άλλος... το αποζητάμε να κάνουμε λάθος, να αφήσουμε τον εαυτό μας να κάνει το λάθος που περιμένει το κοινό μας,... το αχόρταγο κοινό μας, που μας θέλει να σερνόμαστε ακατάπαυτα προς την επόμενη δικαιολογία προς το επόμενο γρινιάρικο ,...αρρωστιάρικο και μίζερο μειδίαμα.. που μας γεμίζει τελικά το κενό. Επιτρέπει στα τεμπέλικα και τρεμάμενα, από φόβο χέρια μας, να κάνουμε αυτό που περιμένει ο παρατηρητής μας... όλος ο κόσμος δηλαδή.
Ναι!!! Έχουμε πέσει τόσο πολύ. Ναι!!! Είμαστε οι πλέον αναξιόπιστοι. Ναι!!! Τα λάθη που κάνουμε (τα λάθη που τους αφήσαμε να κάνουμε) είναι από τα καλύτερα και πιο όμορφα αυτοκαταστροφικά λάθη που έχουμε να επιδείξουμε... Προχωρώντας χτυπάμε το κεφάλι μας πάνω στον ακούνητο τοίχο και συνεχίζουμε να σπρώχνουμε και να χτυπάμε μέχρι να ματώσουμε, μέχρι ο πόνος παραδοχής του λάθους να είναι μικρότερος... Τα ολόγλυκα αυτά λάθη μας που μας χαρακτηρίζουν, που μας καθορίζουν, που νοιώθουμε οτι μας δίνουν νόημα, μας κάνουν να ξεχωρίζουμε να είμαστε οι καλύτεροι χειρότεροι από όλους. Aυτοί που είχαν τον πολιτισμό και το μυαλό (!!!χαχα) για να ξεχωρίσουν αλλά δεν το κάνουν... όπως τα "έξυπνα" παιδιά στο σχολείο που τελικά αρχίζουν τα ναρκωτικά γιατί δεν μπορούν να ανεχθούν μια αναποδιά. Θέλουμε να είμαστε πάντα πρώτοι σε κάτι... και όταν δεν μπορούμε να είμαστε οι καλύτεροι είμαστε οι πιο όμορφοι(οι καλύτεροι), χειρότεροι.
Μου θυμίζουν όλα αυτά την Ντίνα, την ξαδέρφη της Λ. που χάραζε τα χέρια της όταν μεθούσε και δεν μπορούσε να πιει άλλο. Έκλαιγε, μας έλεγε τα εσώψυχα της και γκρίνιαζε με την κατάστασή της... και χαραζόταν με ότι έβρισκε πρόχειρο για να έχει λόγο να γκρινιάξει λίγο παραπάνω. Την επόμενη μέρα εμφανιζόταν πάντα με πολύχρωμα φουλάρια τυλιγμένα γύρω απ' τους καρπούς της... "Πότε θα ξεφύγουμε από αυτό τον φαύλο κύκλο;¨ ήθελα να της ψιθυρίσω μεθυσμένος και γω, καθισμένος δίπλα της. Πότε θα σηκωθούμε από εδώ και θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον, όσο δύσκολο και αν είναι, να πάμε να καθίσουμε κοντά στη θάλασσα, που τόσο θέλαμε από την αρχή; Γιατί καθίσαμε εδώ τελικά; Ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να σηκωθούμε και ας μην χαράζουμε από μόνοι μας τα χέρια μας... Ας κάνουμε αυτό σαν πρώτο βήμα προς τη θάλασσα..

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Κομματια στη Λευκωσια :)


5 ρετσινες ...... μπορεί και περισσότερες...και τώρα ούτε που μπορώ να γράψω σωστά....και κάτι μπύρες από φράουλα, από μήλο και από αχλάδι....μηλίτης....απίστευτος συνδυασμός μπύρας και ρετσίνας...ΝΑΙ!!!!Είμαι κομμάτια!!!!και μπήκα να γράψω στο blog...!!
Μου λείπετε όλοι...Αλλά πιο πολύ μου λείπει η ζωή μαζί σου!!Να κοιτάζω τ' αστέρια και να ξέρω ότι κάποιος με κοιτάζει από την άλλη πλευρά!!
Μου λείπεις τόσο πολύ!!!δεν μπορώ να γράψω σωστά αυτά που θέλω...Όλα ένα πείραμα είναι...και τώρα δοκιμάζω να δω τί γίνεται όταν δεν ακολουθάς τους κανόνες όταν κάνεις απανωτά τα λάθη και ΔΕΝ ξέρεις που στο διάολο πας....Για πιό λόγο να μπω στο γαμημένο το στρατό;; Εκπαίδευση και εμπειρίες ζωής...ΑΡΧΊΔΙΑ... Ο πιο άχρηστος και μαλακισμένος χρόνος στη ζωή μου...Κοντεύω να γίνω αλκοολικός και μου θυμίζει παλιά που κόντευα να γίνω αλκοολικός....ΝΑΙ !!! Είμαι κομμάτια!!Επειδή μου λείπει η αγκαλιά σου, επειδή μου λείπουν τα χείλη σου, επειδή μου λείπει το χαμόγελό σου,...μου λείπει η ανάσα σου...δίπλα μου... όταν κοιμόμαστε μαζί το βράδυ...
ΝΑΙ!! Είμαι κομμάτια από τις 3 το μεσημέρι.. so what ???? So what ??? Που λέει και το τραγούδι....Τί στο διάολο θέλεις;;; Ναι είμαι κομμάτια και αργώ να πληκτρολογίσω So what ??? So what ??? So what ??? So what ??? So what ??? So what ??? So what ???
Πιός έχει πρόβλημα με αυτό;;;;
Ανοίγω και πίνω μια γουλιά από τον νέο μηλίτη από αχλάδι...μετά από 10.000 ρετσίνες...Καληνύχτα + όνειρα γλυκά....Ναι... Καληνύ....χχχχχτα .............

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Athenzzz


Ταξιδεύω και πάλι, με το αεροπλάνο, με το λεωφορείο, με το τραμ, με τις διαδηλώσεις, με τα πόδια, με τον Βασίλη. Ερχόμαστε στην Ιθάκη και όλο αναποδιές συμβαίνουν και όλο και δεν φτάνουμε. Πίτσα και φιλικά βλέμματα μας καλωσορίζουν όταν τελικά φτάνουμε σπίτι του Κώστα.
Πάλι ταξιδεύω στην Αθήνα. Αναρωτιέμαι γιατί εδώ η ατμόσφαιρα είναι πάντα μουντή, ακόμα και όταν έχει ήλιο. Έναν ήλιο που θα έπρεπε να είναι λαμπρός, αλλά δεν είναι...Και εγώ αναρωτιέμαι γιατί...
Με πήγες σε μια όμορφη καφετέρια και είδα κόσμο επιτέλους ξανά. Είχα καιρό να βγώ απ'το στρατόπεδο. Και αναρωτιέμαι...και ταξιδεύω στην Αθήνα που μοιάζει πιο κουρασμένη από ποτέ, που κάθε βράδυ ξεχνάει να ξεβάψει το μεϊκ-απ και τις βαφές από πάνω της και ξυπνάει μουτζουρωμένη και αλλόκοτη κάθε πρωί.
Περαστικός απ' την Αθήνα ήμουν, αλλά νομίζω την έχω κοιτάξει καλά καλά στα μάτια πριν φύγω. Την Αθήνα που στο τέλος της μέρας, με την δύση του ο ήλιος, φανερώνει τα νεκροταφεία από κεραίες, που κρύβονται στις κορυφές των βουνών γύρο της. Και αναρωτιέμαι...Γιατί στο μετρό το βράδυ φοράμε ακόμα τα μαύρα μας γυαλιά; Γιατί στο μετρό διαβάζουμε βιβλία με τίτλους απελπισίας; Γιατί έχουμε όλοι μια πικρή έκφραση ανεκπλήρωτου στα χείλη μας; Γιατί δείχνουμε τόσο μόνοι αφού μαζευτήκαμε εδώ όλοι μαζί; Γιατί τρέχουμε πανικόβλητοι; Ξέρει κανείς που πάμε; ΠΟΥ ΠΆΜΕ;; ΠΟΥ ΣΤΟ ΔΙΆΟΛΟ ΠΆΜΕ;!;!; Για που όλα αυτά τα αυτοκίνητα;; Γιατί τρέχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι που δεν λένε να βγάλουν τις μάσκες από πάνω τους;; Μήπως δεν έχει σημασία που ακριβώς πάμε;; Γιατί τα βλέμματα είναι τόσο κενά; Τί άλλαξε και τώρα δεν ελπίζουμε σε τίποτα; Μας νίκησε τελικά ο χρόνος; Μας έκανε να τρελαθούμε η αναζήτηση της ευτυχίας και το ακόρεστο του οικονομικού προβλήματος; Τί θέλουμε;; ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΘΕΛΟΥΜΕ;; Ξέρουμε τί ζητάμε; Πώς λοιπόν θέλουμε να ξέρουμε που πάμε; Πώς να μην ξεχάσουμε αυτό που πραγματικά ζητάμε; Γιατί ψάχνουμε κάτι περισσότερο από την ευτυχία; Τι στο διάολο ψάχνουμε να βρούμε;;..... Και ούτε καν βρέχει...να φύγει έστω η σκόνη...η σκόνη που καλύπτει τις σκέψεις μας...
Μαζεμένοι όλοι μαζί και ο καθένας αποκλεισμένος στην δικιά του μοναξιά. Στην δικιά του (ολόδικιά του) θλίψη. Και 'μεις εκεί μαζί τους... κρατάμε τις δικές μας μάσκες για να μην ξεχωρίζουμε, και προχωράμε στο πλήθος ανώνυμα και με ασφάλεια...

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Φανταζομαι να...


Έριχνε χιόνι εκείνο το βράδυ.... και τώρα έχει ζέστη...και όπως οι νιφάδες χόρευαν πάνω στον αέρα, τις έπιανες με τη γλώσσα σου και εγώ κοιτούσα τον πολύχρωμο σκούφο που φορούσες και κοιτούσα τα πανέμορφα μαλλιά σου, τα ζωηρά μάγουλά σου και τα χαρούμενα μάτια σου, που έλαμπαν.
Βρισκόμαστε πάνω στο άρμα της ζωής...μαζί για να κρατιώμαστε γερά...να διασκεδάζουμε χωρίς να διασκορπιζόμαστε, να πίνουμε από το μπουκάλι μια εγώ μια εσύ και μετά και οι δύο μαζί. Από το ίδιο μπουκάλι...από το δικό μας μπουκάλι, που το γνωρίζουμε τόσα χρόνια τώρα. Και μπορεί να κλαίω κάποιες φορές, όταν μου λείπεις, χωρίς δάκρυα και λυγμούς αλλά με μια τρύπα, ένα κενό κάπου ανάμεσα από τους ώμους μου, με ένα σκοινί σφιχτά δεμένο στο κεφάλι μου και τις πεταλούδες που κατάπια να φτερουγίζουν αδέξια και να γεμίζουν με σκόνη απ'το φεγγάρι το λαιμό και το στόμα μου. Ξεροκαταπίνω για να τις διώξω...αλλά...αλλά αυτές συνεχίζουν να φωνάζουν το όνομά μου με τις μικρές φωνές τους.
Και τώρα ο αέρας είναι δροσερός, σαν μικρούς καταρράκτες που αναβλύζουν απ'το σώμα μας.
Πόσες φορές την ημέρα αναρωτιόμαστε αν είμαστε πραγματικά εδώ; Πόσες φορές αναρωτηθήκαμε γιατί είμαστε εδώ; Και τώρα ο ήλιος ανατέλλει (και δύει) από εκεί που ανέτειλε (και έδυσε) χτες. Εδώ πλέον δεν έχουμε φωνές. Εδώ το σήμερα μπερδεύεται με το χτες και το αύριο θέλει δυο μέρες και δυο νύχτες για να το αγγίξουμε. Και μόλις το αγγίζουμε λιώνει σα τις νυφάδες του χιονιού...

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Βολή Πυρ/κού...


Δεν είχαμε ιδέα για το που πάμε. Στοιβαγμένοι σε μια πλημμύρα από μουντά χρώματα...και έξω ο κόσμος να ακτινοβολά ζωή και ένταση. Θόρυβος σαν γρατσούνισμα από την μηχανή και άνεμοι να στροβιλίζονται γύρο μας. Προχωράμε με τον ήλιο να προσπαθεί να μας φτάσει μέσα από το πάνινο κάλυμμα Μου θυμίζει το καλοκαίρι όταν φυλαγόμασταν από τον ήλιο στις καλαμιές και τα στάχυα πίσω απ'το σπίτι μου.
Μικροί χαρταετοί πετούν πάνω απ'τα κεφάλια μας, καθώς κλείνουμε τα μάτια μας και ονειρευόμαστε..ονειρευόμαστε οτι είμαστε κάπου αλλού..κάπου πολύ μακριά και με περισσότερα χρώματα να μας αγκαλιάζουν. Ζωγραφισμένα χαμόγελα...φωτογραφίες που θα μας θυμίζουν για πάντα τις οσμές (ή το αντίθετο). Τσιγάρα, σκόνη, δρόμος, άνοιξη, κούραση, πετρέλαιο, αέρας, πολυκαιρισμένο ξύλο, στριφτά τσιγάρα, στρίμωγμα, πολυκαιρισμένη αδιαφορία, σκληρά και άβολα καθίσματα, χαμόγελα, ηλιαχτίδες, που τρυπώνουν και μας αγκαλιάζουν ζεστά...
Και με ρωτάτε τί γράφω...Για εσάς γράφω...
Φτάσαμε, φτιάξαμε σκηνές και κουραστήκαμε κουβαλώντας βλήματα και πυρομαχικά. Το βράδυ χαλαρώσαμε και ξαπλώσαμε στο χορτάρι. Είπαμε αστεία και ήπιαμε ρούμι, ζιβανία και ουϊσκι. Βγάλαμε κι'άλλες φωτογραφίες...και ενώ κοιτούσα τα άστρα ξάπλωσες δίπλα μου και μου είπες έτσι απλά: "Σσσσσ...Άκου τη θάλασσα...", ενώ κοιτούσαμε τ'άστέρια, ξαπλωμένοι στο γρασίδι. Και τώρα νοιώθω αλληλεγγύη, κατανόηση, αδελφικότητα, αγκαλιές αγνές σα το πρώτο χιόνι και ματιές φιλικές κρυμμένες στο σκοτάδι, κρυμμένες στο φώς των αστεριών...αυτά νοιώθω τώρα...

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

14/2 (Έξοδος πριν την Καθαρά Δευτέρα)


Για τα πάντα υπάρχει πρώτη φορά. Ακόμα προσπαθώ να κοιτάξω τ'αστέρια αλλά είμαι τόσο μόνος που δε βλέπω τίποτα. Μπήκες και συ πριν μερικές μέρες. Θα'ρθεις άραγε και έσυ στην Κύπρο; Δεν πήρες καν το κινητό μαζί σου...
Πηγαίνω και κάθομαι στα "καλά καθούμενα". Το μαγαζί γεμάτο ζωγραφιές στους τοίχους του 1ου ορόφου. Συνθήματα, ονόματα, εικόνες...παράξενες, διαφορετικές , με διάχυτο το φοιτητικό άρωμα από τις νεαρές μας ανησυχίες και ανασφάλειες. Οι τοίχοι γράφουν: "Σκατά σε όλους" "Ήταν 15 ετών" "Εγώ θα φλέγομαι, θ'ανθίζω, θ'ανατέλω...".
Ο μαγαζάτορας μάλλον με θυμάται...Έκατσα στον πάνω όροφο που δεν έχει σχεδόν καθόλου κόσμο. Μόνο ένας άλλος κάθετε με το lap top του. Δεν δίνουμε σημασία ο ένας στον άλλο...και κοιτάζω τους τοίχους... που είναι παντού γραμμένοι, παντού ζωγραφιές και συνθήματα και ονόματα και εικόνες που θυμίζουν οργή και... κάτι ανεκπλήρωτο...κάτι τόσο κοινό που μπορούμε σχεδόν να το μυρίσουμε στην ατμόσφαιρα, να το ψηλαφίσουμε με την ματιά μας...
"Άραγε θα θυμάται κάποιος τ'ονομά μας; Της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια;" Άραγε... Μόνοι μας καθισμένοι στο στο ξύλινο τραπέζι της ζωής, να ακούμε τα τραγούδια μιας άλλης εποχής. ξεχασμένης, που δεν ξέρουμε αν υπήρξε τελικά ή αν την φανταστήκαμε εμείς και την ωραιοποιήσαμε για να έχει αυτή την γλυκιά γεύση και αυτή την χρυσαφένια απόχρωση της νοσταλγίας.
Πίνουμε μόνοι μας...Πάνω στο ξύλινο τραπέζι έχουμε ένα μπουκάλι ζιβανία και μια Coca-Cola (yeah...!!) και προσπαθούμε να μεθύσουμε με την μοναξιά μας πρώτα και μετά με το παγωμένο οινόπνευμα του μπουκαλιού. ...Και με πήρες τηλέφωνο και μέθυσα αμέσως από αγάπη και νοσταλγία. Μου'λεγες πώς περνάς ...και σ'αγαπάω τόσο πολύ... Μου λείπεις τόσο πολύ, που θέλω να φωνάξω...ακούω την φωνή σου και νοιώθω ζωντανός...Δεν έχει σημασία τι μου λές, εγώ μεθάω από αγάπη, από νοσταλγία, από μαγεία, από προσμονή, από ΑΓΆΠΗ από γαμημένη προσμονή... για την γαμημένη την πατρίδα μας!!ΣΚΑΤΑ στο τάφο της πατρίδας μας!!....
....Μου λές για τον πατέρα σου που πάει και τα πίνει: Γυρνάει κάθε μέρα μεθυσμένος μου λές και γω πίνω μια γερή γουλιά ζιβανία...ακόμα να νιώσω ανάλαφρος σαν χαρταετός που πετάει στον καθαρό ουρανό της καθαρά Δευτέρας, στον καθαρό ουρανό του αύριο με τα διπλά ουράνια τόξα που έβλεπα μετά την βροχή στον γαμημένο ουρανό της Κύπρου μετά την γαμημένη βροχή που κράτησε 5 γαμημένες μέρες.
Και κοιτάζω τους τοίχους...αρχίζουν να στροβιλίζονται.. Εστιάζω με δυσκολία και διαβάζω: "Παράνοια" "Dazed+ Confused/NENA" και νοιώθω τόσο μόνος όσο ποτέ, τόσο αδιάφορος για τον κόσμο γύρο μου... που πράγματι έχει καλύτερα πράγματα να κάνει απ'το να ασχολείται μαζί μου. Λέω "εις υγείαν" στον εαυτό μου και πίνω...πίνω μια γερή δόση οινοπνεύματος και καραμελοχρώματος και αμέσως γεμίζω πάλι το ποτήρι για να αισθάνομαι ασφάλεια...και ξαναπίνω αμέσως... για να αισθάνομαι ασφάλεια ενώ είμαι μόνος μου.
Βλέπω ένα κλουβί με έναν άνθρωπο μέσα... "εκλογική αποχή" "AMADEUS CASELLAS LIBERTAD" κτλ κτλ... Τα συνθήματα στους τοίχους επαναλαμβάνονται και εγώ συνεχίζω να πίνω ζιβανία κοιτώντας τον μαγαζάτορα να αρχίζει να μαζεύει τις καρέκλες... και τους πελάτες να φεύγουν. ... ....Δεν μπορώ ούτε τις λέξεις να γράψω σωστά τώρα.. αλλά πίνω πάλι γενναία..παίζει το "I'm still loving you" τζαζ του 50; ...και του 60 να'ναι δεν με ενδιαφέρει. Η χαλαρή του ατμόσφαιρα μου αρέσει. Ακούω τον ήχο από τα κέρματα που μετράει ο μαγαζάτορας και δεν μου αρέσει που πρέπει να φύγω σε λίγο. Τώρα κάθομαι όμως ακόμα εδώ, ανάμεσα στο σήμερα και στο χτές, ανάμεσα στο τώρα και το παρελθόν, ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, ανάμεσα στην πράσινη γραμμή, ακούγοντας τζαζ και πίνω, πίνω ξανά και πάλι απ'την αρχή...
Έχω 2 μέρες να κοιτάξω τ'αστέρια...μου λείπουν, αλλά περισσότερο μου λείπεις εσύ...μ'άλλον πρέπει να φύγω σε λίγο. Πίνω άλλη μια ζιβανία και ετοιμάζομαι. Το μαγαζί κλείνει σιγά-σιγά...Δεν πειράζει...Θα βγω έξω και το πρώτο πράγμα που θα κάνω θα είναι να κοιτάξω τ'αστέρια και να φέρω στο μυαλό μου το πρόσωπό σου που τόσο αγαπώ. Γιατί κάθε στιγμή είναι ότι την αφήσουμε να γίνει, ότι δώσουμε τροφή στην φαντασία μας, να σιγοκαίει αργά αργά μες στην ψυχή μας... και τώρα(επιτέλους) βλέπω τους τοίχους να χορεύουν μπροστά μου. Νοιώθω το κεφάλι μου να μουδιάζει και τα δάχτυλά μου να μην μπορούν να κρατήσουν σωστά το στυλό... και η μουσική είναι τζαζ...σαν αυτή που άκουγε ο Κέρουακ όταν έκανε τα ταξίδια του... Και περιμένω...περιμένω...όπως ο κόσμος περιμένει τη γή να γυρίσει για να ξημερώσει μια νέα, καθαρή, λευκή, αμόλυντη μέρα...

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Σκέψεις σε νεκρό χρόνο


Σας τα είπα όλα άραγε; Νομίζω οτι πρόλαβα μέσα σε μια βιαστική βόλτα με το λεωφορείο να σας πώ τα περισσότερα. Δεν έχουμε χρόνο τώρα για ουσιαστικές κινήσεις. Τώρα αφιερώνουμε το χρόνο μας μόνο σε άσκοπες, ανούσιες και αναιτιολόγητες κινήσεις και λέξεις...7 μήνες ακόμα...

Να προσέχουμε να μην έχει σκόνες πάνω από την πόρτα και στον διακόπτη απ'το φώς, να φωνάζουμε δυνατά και να "δείχνουμε όμορφοι, γιατι η εμφάνιση είναι το πρώτο πράγμα" . Να φοράμε τις στολές μας σωστά, να κάνουμε συγχρονισμένες κινήσεις και να μην γελάμε στην σκηνή, να λέμε τις ατάκες επακριβώς χωρίς να ξεχνάμε τα λόγια μας, να δείχνουμε πειστικοί σε αυτά που λέμε, να έχουμε συγκεκριμένη έκφραση προσώπου και στάση σώματος και πάλι να μην ξεχνιόμαστε: να φωνάζουμε δυνατά να μας ακούει το κοινό.

Η τέχνη του να μην ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους, η τέχνη του κάνε ότι κάνω και του να λές αυτά που περιμένει να ακούσει ο άλλος. Καθετί διαφορετικό ξενίζει εγείρει αμφιβολίες και δημιουργεί σκεπτικισμό..."Γιατί να μην είναι και αυτός σαν εμάς;;;" "Μήπως δεν είναι δικός μας;;" "Ω θεέ μου! Μήπως είναι από τους άλλους;" "Μήπως είναι ο εχθρός;;" ("Επιτέλους, βρήκαμε έναν εχθρό!!") Αγαπάμε τους εχθρούς μας γιατί μας δίνουν τον μοναδικό λόγο για να υπάρχουμε!! Μάλλον εκεί στηρίζεται οτι είμαστε και όλοι χριστιανοί. ....................................................................................................................................................................
......................................................................................................................
......................................................................................................................................................................
..............................................................................
.............
.....................................................................................................................
..............
.............................................................................................................................................

Τέλος πάντων......................................................................................................................

....................................................................................................
Ξενέρωσα να γράφω για αυτές τις μαλακίες, γι'αυτό αφήνω τα υπόλοιπα. Όσο περισσότερο ανακατεύεσαι με τα σκατά τόσο περισσότερο λερώνεσαι.