Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Lobotomy!!

Είμαστε "μια απ' όλα" κύριοι! Καταναλώνουμε και καταναλωνόμαστε! Δαγκώνουμε και μας δαγκώνουν ζωντανούς!! Γιατί η ζούγκλα που φτιάξαμε περιέχει όλων των ειδών τα ζώα και μερικά ξέρετε, δεν κατέχουν καθόλου μετωπιαίο λοβό... τον αφαίρεσαν μάλλον μόνοι τους!! Με δικιά τους θέληση! Και ποιός να τους κατηγορήσει όμως;; Ποιός να πει ότι δεν έκαναν σωστά;; Αφού ζούμε στην Μπανανία με τους Μπανάνους!! Τί άλλο καλύτερο να κάνεις από λοβοτομή;; Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το τί έχεις να πεις! Πολύ περισσότερο, κανένα δε τον νοιάζει τί σκέφτεσαι! Το μόνο που έχει σημασία είναι αν έφερες τη ζαριά που ήθελες... αν έγινε τελικά το δικό σου. Και επίσης, κανέναν δεν ενδιαφέρει ΠΩΣ (με πιό τρόπο) έφερες αυτή τη ζαριά!
Αλλά έτσι είναι τα πράγματα και εμείς δεν μπορούμε να λέμε και πολλά πολλά, γιατί έχουμε και δουλειές να κάνουμε. Πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας λιγάκι και να δούμε καθαρά το συμφέρον μας. Να βολευτούμε σε καμιά τρύπα μαζί με άλλους και να σκάβουμε για το κοινό καλό! Να βοηθήσουμε και 'μεις την κοινωνία μας, που μας πρόσφερε τόση μόρφωση και τόση αγάπη! Έδιωξε τις άσχημες σκέψεις, έδιωξε τις κακές σκέψεις,... έδιωξε το άγχος! Μας ελευθέρωσε μέσα σε μιά στιγμή!! Μας λοβοτόμισε με μια κίνηση!! Μας έκανε ΚΟΝΤΌΦΘΑΛΜΟΥΣ ΗΛΙΘΊΟΥΣ!!! (Ακούστε και το τραγούδι για να πειστείτε) Και έτσι, όσο πιο ανένδοιαστοι είμαστε, όσο πιο ανέντιμοι είμαστε, και όσο λιγότερο σκεφτόμαστε, τόσο καλύτερα περνάμε. Τόσο πιο "χαρούμενοι παλιάτσοι" είμαστε!
Γιατί αν σκεφτόμασταν πραγματικά, έστω και για λίγο..., αν σκεφτόμασταν πραγματικά το τί γίνεται γύρω μας.... αν το σκεφτόμασταν σαν άνθρωποι (με όλη την έννοια της λέξης) που κοιτάνε ψηλά, που κοιτάνε μπροστά! Τότε, ίσως να μην ένοιωθα τόσο μόνος, ίσως να μην ένοιωθα αυτή την απελπισία, αυτό το κενό, αυτή την αηδία, αυτό το θυμό, την οργή, το μίσος,... ίσως να ήταν κάποιος άλλος τότε, πιο τολμηρός από εμένα, που θα σήκωνε πρώτος μια πέτρα από το έδαφος...

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

On fire


Ο χρόνος... είμαστε ακόμα εδώ ή έχουμε περάσει χωρίς να το καταλάβουμε;; Πότε έφυγαν τα χρόνια αυτά που μυρίζαμε τα άνθη της άνοιξης και δοξάζαμε το μυρωμένο μέλι που μας περιέλουζε; Πότε ξεχάσαμε να γελάμε κοιτώντας τον ήλιο; τόσα καλοκαίρια πέρασαν, που μέσα τους ζούσαμε τις κατακίτρινες όμορφες αγωνίες μας... τα μαγεμένα ηλιοβασιλέματα πριν το τέλος... που έφτασε πριν την ώρα του... τις μέρες που τόσο γλυκά περιμέναμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε... που δεν μας έφτανε ποτέ, τίποτα λιγότερο, από το αεράκι να μας δροσίζει τις καλοκαιρινές μας σκέψεις και όνειρα. Τα απογεύματα που περνούσαμε βάφοντας και ζωγραφίζοντας, τα όνειρα αυτά, με τα πιο όμορφα πολύχρωμα μολύβια βουτηγμένα σε νερομπογιές και στην αψίτητα της γλώσσας μας...
Οι μέρες τότε αφιερώνονταν στην δροσερή μας ανάσα πάνω στις πρωινές ακτίνες του ήλιου και στον ήχο που έκανε ο ήλιος, καθώς χτυπούσε επάνω μας και μας ζέσταινε το αίμα. Και το βράδυ... το βράδυ καθόμασταν κοντά στη φωτιά. Στη φωτιά που ανάβαμε όταν βρισκόμασταν όλοι μαζί, κοντά... όταν βάζαμε δίπλα στις μέρες που περνούσαν, τις πυρωμένες καρδιές μας. Τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή τη ζέστη. Αυτή η πανέμορφη φλόγα, έκαιγε τις μέρες που πέρναγαν μπροστά μας, μας έκανε να ξεχνάμε, να αγαπάμε χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς ποιόν και γιατί...
Και τότε ήταν κάποιες νύχτες που δεν βρίσκαμε τα ονόματά μας γραμμένα πάνω στα σπίτια μας, ούτε μας αναγνώριζε κανείς εκεί γύρω. Ξαφνικά γινόμασταν ξένοι, άγνωστοι, διάφανοι μέσα σε μια νύχτα, μετά την ριπή του ανέμου, μετά το ξεστράτισμα του χρόνου, μετά την άνοιξη, μετά... Κοιτάγαμε τα ρούχα μας και δεν ήταν ούτε αυτά δικά μας... ούτε αυτά! Έγραφαν όμως πάνω τους το όνομά μας, όλα μας τα ονόματα, όπως μας φώναζαν αυτοί που μας αγαπούσαν. Παίρναμε μαζί μας αυτά τα ρούχα και φεύγαμε μακριά από το μέρος που έμοιαζε με το σπίτι μας...αλλά δεν ήταν. Φύγαμε τόσο μακριά που δεν θα γυρίσουμε ποτέ πια. Ακόμα και αν το θέλουμε, ακόμα και αν το βλέπουμε στα όνειρά μας το βράδυ, ακόμα κι αν το λέμε στις κρυφές προσευχές που κάνουμε πριν κοιμηθούμε. Δε γυρνάμε πίσω, γιαυτό κοιτάμε κατάματα όποιον βρίσκεται μπροστά...μας. Δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε καν αυτούς που μας ακολουθούν... γιατί, μια νύχτα μου είπες "όπως και η ζωή, ο άνεμος ποτέ δεν γυρίζει πίσω".

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Ιστορίες πριν κοιμηθείς


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα γουρουνάκι. Το γουρουνάκι αυτό έφυγε από εκεί που έμενε και πήγε να εξερευνήσει το κόσμο και να βρει ένα καινούριο σπίτι. Καθώς προχωρούσε μέσα στο δάσος είδε 2 λαγουδάκια να κάθονται και να το κοιτάνε επίμονα. Κοίταξε τα μεγάλα μπροστινά δόντια που είχαν και ένα ρίγος το διαπέρασε καθώς σκέφτηκε ότι αυτά τα ζώα θα θέλουν να το φάνε!!
Άρχισε, λοιπόν, να τρέχει μέσα στο δάσος για να τους ξεφύγει. Καθώς κοίταζε πίσω του, με τρόμο ανακάλυπτε οτι τα λαγουδάκια το είχαν πάρει στο κυνήγι και το ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινε. Άκουγε πίσω του τα λαγουδάκια να του φωνάζουν και να του ζητάνε να σταματήσει. Το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνό και το γουρουνάκι τρομοκρατημένο παραπατούσε και έτρεχε μέχρι που σκόνταψε σε μια μεγάλη ρίζα. Έπεσε κάτω και πετρωμένο από το φόβο του το γουρουνάκι έτρεμε και περίμενε το χειρότερο.
Γύρισε και κοίταξε τα μεγάλα δόντια που προεξείχαν καθώς τα λαγουδάκια είχαν μαζευτεί γύρω του απειλητικά και του είπαν:
"Είσαι καλά;" "Μήπως χτύπησες;"
Σαστισμένο το γουρουνάκι κατάλαβε οτι δεν ήθελαν το κακό του. Σηκώθηκε όρθιο ξεσκονίστηκε και τώρα στα μάτια του τα λαγουδάκια φαίνονταν πολύ πιο φιλικά. Με το κατάλευκο τρίχωμά τους, με την χαριτωμένη φουντωτή ουρίτσα τους, με τα φιλικά μάτια τους, τα στρουμπουλά μάγουλά τους, τα ψωμωμένα μπουτάκια τους...
" Όχι, μια χαρά είμαι" τους απαντάει.
"Δεν θέλαμε να σε τρομάξουμε και να φύγεις. Δεν έχουμε και πολλούς περαστικούς από εδώ τελευταία"
Το γουρουνάκι τους εξήγησε οτι ήθελε να βρει ένα καινούριο σπίτι για να μείνει και νέους φίλους να κάνει. Τα λαγουδάκια το οδήγησαν στο δικό τους σπίτι για να το φιλέψουν γλυκό του κουταλιού. Το γουρουνάκι έφαγε λαίμαργα το γλυκό αλλά πεινούσε κι άλλο...
"Πεινάω!" δήλωσε.
"Θα πάω να μαζέψω μερικά βελανίδια"
"Θα σας πάω σπίτι μου για φαγητό κάποια μέρα"
"Φτιάχνω πολύ νόστιμη πίτα με βελανίδια...και λαγουδάκια"
"Τί!!!Τί είπες;;;;" Είπαν ξαφνιασμένα και τα 2 λαγουδάκια μαζί.
"Τί είπα; ...Νόστιμη πίτα με βελανίδια και καρότα. Μήπως δεν σας αρέσουν τα καρότα;; Γιατί εγώ τρώω πολλά καρότα" τους απάντησε.
"Όχι, όχι και εμείς τα τρώμε τα καρότα" απάντησαν κάπως ανακουφισμένα τα λαγουδάκια.
Την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν και οι τρεις μαζί να ψάχνουν σπίτι για το γουρουνάκι. Βρήκαν ένα δίπλα ακριβώς από αυτό που κατοικούσαν τα λαγουδάκια. Το γουρουνάκι το βρήκε πολύ όμορφο και βολικό.
"Θα σας επισκέπτομαι συχνά και μια μέρα θα σας καλέσω για φαγητό" είπε στα 2 λαγουδάκια, τα οποία περίμεναν με ανυπομονησία αυτή τη μέρα, που θα τα προσκαλούσε ο φίλος τους για να γλεντήσουν
Μετά από μερικές μέρες το γουρουνάκι είχε εγκατασταθεί καλά στο καινούργιο του σπίτι και είχε αρχίσει τις προετοιμασίες
"Τί θα μαγειρέψεις μέσα σε αυτό το μεγάλο καζάνι που έχεις εκεί;" Ρωτούσαν τα λαγουδάκια.
"Δεν μπορώ να σας πω..."
"Πες μας!! Πες μας!!" επέμεναν
"Δεν γίνεται..."
"ΠΕΣ ΜΑΣ!! ΠΕΣ ΜΑΣ!! επέμεναν ξανά.
"Καλά λοιπόν! Θα μαγειρέψω λαγουδάκια βραστά!!"
"Ορίστε;!;! Τί είπες;;!!" Αναφώνησαν τα λαγουδάκια με μία φωνή.
" Λέω, θα μαγειρέψω καροτάκια βραστά!"
" Ααα... Εντάξει" είπαν τα λαγουδάκια καθησυχασμένα.
Καθώς λοιπόν το νερό έβραζε στην κατσαρόλα και η παρέα είχε αρχίσει να διασκεδάζει τραγουδώντας και λέγοντας αστεία, άκουσαν ένα περίεργο θόρυβο στην πόρτα. Αρχικά δεν έδωσαν σημασία αλλά ο επίμονος μονότονος θόρυβος σαν γρατσούνισμα συνέχισε να έρχεται από την πόρτα. Τα λαγουδάκια πήγαν στην πόρτα για να δουν τι ήταν. Το γουρουνάκι είδε οτι το νερό κόχλαζε στην κατσαρόλα και είπε : " Λαγουδάκια, ελάτε εδώ για να βάλω το φαγητό στη κατσαρόλα!". Τα λαγουδάκια άρχισαν να στριγγλίζουν υστερικά και να τρέχουν πανικόβλητα μέσα στο δωμάτιο.
"Ελάτε εδώ αμέσως!! Τί πάθατε τώρα;;"
"Γουρουνάκι, έχουμε άσχημα νέα! Έξω από την πόρτα σου είναι ο λύκος και ακονίζει τα νύχια του τόση ώρα και ετοιμάζεται να μας φάει!!"
Το γουρουνάκι τρόμαξε ακούγοντας αυτά τα λόγια και πήγε σιγά σιγά να δει από το παράθυρο. Τότε ο λύκος σπάει το τζάμι, μπαίνει μέσα και αρπάζει το γουρουνάκι που έτρεμε από τον φόβο του.
"Χα χα!! Τώρα θα σας φάω!" είπε και κοίταξε τα λαγουδάκια, ενώ τα σάλια του έτρεχαν στο χαλί.
"Άσε αμέσως κάτω το φίλο μας, γιατί θα δεις τι θα πάθεις!" είπαν τα λαγουδάκια, και πριν προλάβει να γελάσει ο λύκος από την απάντησή τους, έβγαλαν τα δόντια τους έξω και όρμησαν σαν ελατήρια πάνω στο ξαφνιασμένο λύκο. Το ένα δάγκωσε το πόδι του λύκου ενώ το άλλο άρπαξε το λαιμό! Με το πρώτο δάγκωμα ένα ουρλιαχτό και ένας πίδακας αίματος έλουσαν το δωμάτιο. Το γουρουνάκι σοκαρισμένο παρακολουθούσε. Το δεύτερο λαγουδάκι δάγκωσε το λαιμό του λύκου και συνέχισε να μασουλάει με τα δυνατά του δόντια τη μαλακή σάρκα. Ο λύκος ούρλιαζε και έβγαζε κραυγές πόνου, ενώ τα ασταμάτητα και αδίστακτα δόντια του τρυπούσαν την σάρκα όλο και βαθύτερα! Τίποτα δεν φαινόταν οτι μπορούσε να σταματήσει αυτά τα δόντια που ροκάνιζαν με μανία. Οι φωνές αντηχούσαν σε όλο το δάσος, αλλά σπάνια περνούσε κάποιος από εκεί τελευταία. Μετά από λίγο τα ουρλιαχτά σταμάτησαν. Το κουφάρι του λύκου βρισκόταν στη μέση από το αιματοβαμμένο δωμάτιο. Τα λαγουδάκια βαριανάσαιναν κουρασμένα από την προσπάθεια και είχαν ακόμα το βλέμμα τους στραμμένο στο κουφάρι του λύκου. Το γουρουνάκι είχε καθίσει σε μια γωνιά και έτρεμε κρατώντας το κεφάλι του σοκαρισμένο. Είχε χλωμιάσει και κουνούσε το σώμα του ρυθμικά μπρος πίσω, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του. Γύρισε και κοίταξε τα χαμογελαστά και καταματωμένα προσωπάκια από τα κουνελάκια. Η γούνα τους είχε μουσκέψει και είχε πάρει ένα έντονο ζωηρό κόκκινο χρώμα που έκανε αντίθεση με τα σημεία της που παρέμεναν λευκά ακόμα.
"Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;;" είπαν τα κουνελάκια.