Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Το σημάδι του ήλιου


Καθόμασταν πάνω στο φράχτη. Κοίταζα το γρασίδι κάτω από τα λερωμένα μου παπούτσια. Η βλάστηση κινούταν ανάλογα με τα προστάγματα του ανέμου. Εκεί είχαμε την ιδέα να πάμε να χτυπήσουμε πουλιά με τις σφεντόνες μας. Ο αέρας φύσαγε ζεστός και υγρός και μύριζε σκόνη.

Αρχίσαμε να περπατάμε προς το, γεμάτο πολυκατοικίες κέντρο της πόλης. Κανείς δεν υπήρχε στο δρόμο. Ο αέρας έκανε κάποια ανοικτά παραθυρόφυλλα να χτυπάνε, πάνω από τα κεφάλια μας. Από τα ανοικτά παράθυρα των ισογείων ακούγαμε τους ανθρώπους μέσα να μιλάνε, ακούγαμε τις τηλεοράσεις τους να ψιθυρίζουν. Άλλα σπίτια μύριζαν τηγανητά ψάρια και άλλα βαριές σάλτσες με σκόρδα.

Ήταν σχεδόν δώδεκα η ώρα. Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Στα τμήματα τουλάχιστον του ουρανού, που μας άφηναν οι πολυκατοικίες να δούμε. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας. Σήκωσα το κεφάλι μου και με μισόκλειστα μάτια κοίταξα για μια στιγμή τον ήλιο. Κανείς δε μιλούσε, απλώς περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο. Τώρα όταν έκλεινα τα μάτια μου, το σημάδι του ήλιου εμφανιζόταν μπροστά μου με αχνοπράσινο χρώμα σε μαύρο φόντο. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτό το σημάδι για να στοχεύσω πιο εύκολα. Δεν το σκεφτόμουν στα σοβαρά, αλλά ήταν μια σκέψη.

Τα σπίτια άρχισαν να χαμηλώνουν καθώς προχωρούσαμε και οι δρόμοι έμοιαζαν να έχουν περισσότερο χώρο. Είχαμε διασχίσει το κέντρο της πόλης και συνεχίζαμε να περπατάμε. Υπήρχαν κάποια μικρά μαγαζιά στο δρόμο μας. Μπήκαμε σε ένα σκιερό παντοπωλείο και αγοράσαμε αναψυκτικά. Το μαγαζί το είχε ένας γέρος που καθόταν στο βάθος. Η υγρασία και οι χοντροί του τοίχοι, το έκαναν δροσερό. Σχεδόν παγωμένο. Είχε αυτή τη διάχυτη μυρωδιά από μπαχαρικά, σαπούνια, σκόνες πλυντηρίου και μούχλας που έχουν αυτά τα μέρη. Συνεχίσαμε να περπατάμε στο χωματόδρομο που υπήρχε στο τέλος της πόλης.

Ακολουθούσαμε το δρόμο μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε ένα σπίτι. Ο αέρας είχε παρασύρει την κουρτίνα έξω απ' το παράθυρο από την πλευρά του δρόμου και την έκανε να πάλλεται. Κοιτάξαμε από τα παράθυρα για να δούμε μια λιτή τραπεζαρία με ξύλινο τραπέζι και καρέκλες. Στους τοίχους κρέμονταν παλιές, ξεβαμένες φωτογραφίες. Ένα βάζο με ένα μοναχικό λουλούδι που είχε γερμένο το μίσχο του βρισκόταν στο κέντρο του τραπεζιού, και μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν σε μια από τις ξύλινες καρέκλες. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο της και είχε αποκοιμηθεί. Στην ησυχία του μεσημεριού μπορούσαμε να την ακούσουμε να ανασαίνει καθώς κοιμόταν.

Κοιταχτήκαμε. Κάποιοι γέλασαν βάζοντας το χέρι μπροστά στο στόμα, για να μην κάνουν θόρυβο καθώς με είδαν να σηκώνω μια πέτρα που βρησκόταν κάτω απ το παράθυρο και να σημαδεύω με την σφεντόνα το πορσελάνινο βάζο στο κέντρο του τραπεζιού. Άκουγα δίπλα μου τους άλλους να ψιθυρίζουν και να κρυφογελάνε. Σημαδεύοντας, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και είδα ότι το απομεινάρι από το σημάδι του ήλιου, βρισκόταν ακριβώς πάνω στο βάζο. Τέντωσα το λάστιχο με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που το χέρι μου έτρεμε. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου ξανά, για να σιγουρευτώ και άφησα το λάστιχο να στείλει την πέτρα από το παράθυρο κατευθείαν πάνω στο βάζο. Το δωμάτιο γέμισε από τον εκκωφαντικό θόρυβο του γεμάτου νερό βάζου που θρυμματίστηκε, καθώς και από την έκπληκτη κραυγή της γυναίκας που ακολούθησε.

Είδα το βάζο να εκρήγνυται από το δυνατό χτύπημα της πέτρας και το νερό να πετάγεται σε όλο το χώρο. Για ένα δευτερόλεπτο ο χρόνος είχε παγώσει. Τα ποδοβολητά των υπολοίπων και οι φωνές της γριάς, με έκαναν να κοιτάξω αριστερά μου και να τους δω να τρέχουν πίσω προς τη πόλη. Χωρίς να καθυστερήσω και να το πολυσκεφτώ, άρχισα να τρέχω και εγώ από πίσω τους.

Δεν κοιτάξαμε ποτέ πίσω αλλά απ ότι φαίνεται δεν μας ακολούθησε κανείς. Διασχίσαμε όλη την πόλη τρέχοντας. Τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι έτρωγαν και ακούγαμε από πολλά σπίτια ήχους από κουτάλια και μαχαιροπίρουνα να κροταλίζουν πάνω στα πιάτα καθώς περνούσαμε δίπλα τους. Συνεχίσαμε να τρέχουμε μέχρι που φτάσαμε πάλι πίσω στο φράχτη και σταματήσαμε πάνω του, σα να ήταν η γραμμή τερματισμού. Λαχανιασμένοι καθίσαμε πάνω στο γρασίδι να ξαποστάσουμε. Όταν βρήκαμε την ανάσα μας, κάποιος είπε :

" Είδες το μπλε παγόνι ζωγραφισμένο πάνω στο βάζο; "

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012


Ο κόσμος μας λάμπει σα καμμένα παλάτια

και τα παιδιά στο δρόμο παίζουν με τ'αποκαίδια

βάφονται μαύρα για να γελούν με τη θλίψη τους

μαύρα, για να γελούν με τα ψέματα που τους λένε

και βάφονται λευκά για να κοιμούνται το βράδυ

λευκά, για να αγαπάνε το δρόμο το πρωί

ματωμένες λεπίδες στις τσέπες τους και άγουρα φρούτα

κουρασμένα σπίτια σε παππαρούνες και σε ανθόκηπους
τα περιμένουν να γυρισουν το απογευμα, με το φως της εξωπορτας ανοικτο

αλλα αυτα δε γυρνανε

ξέρουν που πάνε

δε ρωτανε πια γιατι οι λεπίδες τους ειναι ματωμένες