Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

# /12/2010


Στο όνειρό μου, απόψε ήταν, που είδα έναν μικρό εσκιμώο. Καθόταν και με κοιτούσε περίλυπος, σαστισμένος... και θλιμμένος Έτριβε τα μάτια του με την άκρη από το γούνινο μανίκι του και έμοιαζε έτοιμος να κλάψει. Στο χιόνι πίσω του έπαιζε μια ταινία, βουβή και ασπρόμαυρη, που έδειχνε τους ανθρώπους με πλατιά χαμόγελα, να γνέφουν καταφατικά. Έδειχναν τόσο χαρούμενοι... και οι εικόνες εναλλάσσονταν τόσο γρήγορα... Οι εικόνες επαναλαμβάνονταν..

Ο εσκιμώος με κοιτούσε στα μάτια... τόσο ανέκφραστος και τόσο θλιμμένος Με κοιτούσε στα μάτια, μέχρι που άρχισε να δακρύζει! Προσπάθησα να του πιάσω το μικρό χέρι του που κρυβόταν μέσα στην γούνα του, να τον παρηγορήσω, αλλά ήταν τόσο μακριά μου. Δεν τον έφτανα.

Το κλάμα του ήταν τόσο ζεστό, τόσο αληθινό, που θα μπορούσε να μας αγκάλιαζε όλους, θα μπορούσε να μας ένωνε για πάντα, θα μπορούσε από εκείνη τη στιγμή, να προκύψει κάτι πανέμορφο, κάτι διαφορετικό, θα άλλαζε όλος ο κόσμος εκείνη την στιγμή, θα μπορούσαμε να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας για πάντα. Άρχισα να κλαίω και εγώ μαζί του γιατί το ξέραμε και οι δυο μας τώρα, ότι τίποτα από αυτά δε θα γίνουν, από αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Ξέραμε ότι τα γεγονότα θα μας προσπεράσουν και θα μας περιφρονούν εδώ που είμαστε. Ξέραμε, και οι δύο, ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσω και ο άνεμος που φυσούσε πίσω του δε θα υπάρχει πια. Ξέραμε ότι δεν θα προλάβαινε ποτέ να μου πει την ιστορία του. Ξέραμε ότι το φως πίσω στο σπίτι μου θα με έκανε να ξεχάσω την ματιά του, και οτι αν ξεκινούσε τώρα να μου μιλήσει, δεν θα προλάβαινε ποτέ να πει αυτά που πρέπει για να καταλάβω εγώ ποιός είναι, και λέγοντας τα μισά, εγώ μάλλον θα καταλάβαινα κάτι άλλο και δε θα μπορούσε ποτέ πια, να είναι ο ίδιος, να παραμείνει ίδιος. Και τώρα που τα σκεφτόταν αυτά, τα κλάσματα των δευτερολέπτων και τα δευτερόλεπτα τα ίδια, μας προσπερνούσαν και έκαναν τις πρώτες λέξεις ακόμα πιο μεγάλες, πιο κουραστικές, πιο ανούσιες, ακόμα πιο χάρτινες και ραντισμένες με την βροχή της ψυχής μας, με την βροχή των ματιών μας....

Μετά κοιτούσα το ταβάνι, μπροστά μου,... από πάνω μου, και τον άκουσα να μου ψιθυρίζει από κοντά:

" Τουλάχιστον, εγώ βρέθηκα στο όνειρο κάποιου, έτσι ακριβώς όπως είμαι. "

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Νέος κόσμος


Τεντωμένα τόξα τα μάτια μας

και ούτε ένα δάκρυ

ολόφυτα δάση οι σκέψεις μας

που μας τραγουδάνε πριν κοιμηθούμε



Οι μύες των χεριών μας ασάλευτοι

να χυθεί ξανά περιμένουν, το "πρώτο αίμα"

γιατί μια φορά μόνο δε μας φτάνει

θέλουμε να είμαστε σίγουροι οτι φοβόμαστε





Στο σπίτι μας κανείς δε μιλάει


Περιμένουμε τις πληγές να γιατρευτούν μόνες τους

Κάρβουνο μυρίζουν οι πνοές μας


απο φωτιές που δεν θυμόμαστε πια


Ξεχασμένο το τσεκούρι, στο κελάρι

να κρατά τη ζεστασιά του χεριού μας

οι σκέψεις μας τριγυρίζουν ορφανές

κάνουν το φως να χλομιάζει τη μέρα





Ερέβη πανέμορφα το μέλλον μας

ποιός θα έρθει εδώ να μας φτάσει;

Σκουριασμένες χορδές τα χάδια μας


χαμογελάμε κάνοντας τα ίδια λάθη...

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Οινόη


... λεγόταν ο σταθμός που συναντηθήκαμε. Φεύγαμε για την 5ήμερη άδεια πριν πάμε στην Κύπρο. Σταματήσαμε Οινόη και περιμέναμε ανταπόκριση για Θεσσαλονίκη. Μεγάλη μαλακία... Βροχερή μέρα, με έναν θυμωμένο ουρανό να μας κοιτάζει βλοσυρά. Περπατούσαμε μέσα στις λάσπες για να πάμε στην στάση του τραίνου, και είχαμε ένα κόμπο στο λαιμό, μια θηλιά από ανασφάλειες, φόβους και αρβιλολογίες να μας σφίγγει όλο και πιο πολύ.

Η μαλακία ήταν οτι το τραίνο για Θεσσαλονίκη θα ερχόταν τις 9μιση, και εμείς φτάσαμε Οινόη από τις 4. Νύχτωσε από τις 5... Δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πήγα σε ένα περίπτερο δίπλα στο σταθμό και πήρα ένα κρουασάν. Ξαναπήγα και αγόρασα ...πατατάκια. Δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο. Περιφερόμουν στο σταθμό χωρίς να ξέρω τί να κάνω, όταν είδα οτι δίπλα του υπήρχε ένα κυλικείο, που έμοιαζε μάλλον περισσότερο με ταβέρνα. Ήμουν φορτωμένος σα γάιδαρος, με το σακ βουαγιάζ, το στρατιωτικό σάκο και το "λουκάνικο". Μπήκα μέσα και άφησα τα πράγματα σε ένα τραπέζι. Παρήγγειλα να φάω μια χωριάτικη και σουβλάκια. Μέσα υπήρχαν μόνο γέροι, που είχαν γυρίσει όλοι τις καρέκλες τους για να κοιτάνε προς την μικρή τηλεόραση η οποία κρατούσε το μαγαζί στην ζωή με τεχνητή υποστήριξη.

Καθίσατε στο διπλανό τραπέζι και πίνατε κρασιά. Πιάσαμε την κουβέντα λέγοντας τις γνωστές μαλακίες που λένε οι φαντάροι για να περνάει η ώρα. Για όλα όσα λέγαμε, ξέραμε από πριν τις απαντήσεις και την ροή της συζήτησης, αλλά αυτή η σιγουριά μας έκανε να νοιώθουμε κάτι σταθερό, κάτι που επιτέλους δεν μεταβάλλεται, κάτι που το γνωρίζουμε και 'μεις. Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα έτσι.

Θυμάμαι οτι ήμουν πολύ κουρασμένος αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Καταφέραμε, με χίλια ζόρια, να ανεβάσουμε τα πράγματα στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Λίγο πριν φύγουμε πήρα ένα βιβλιαράκι με τα δρομολόγια των τραίνων της Οινόης. Το κράτησα σε μια τσέπη του μπουφάν μου και το ξαναθυμήθηκα πάλι, εκείνο το βράδυ που βγήκαμε μαζί και πίναμε κόκκινο αψέντι, μπύρες, ναργιλέδες και ούζα. Έτυχε μετά από περίπου 3 μήνες, να μετατεθείς στο στρατόπεδο που ήμουν και να βγούμε μαζί. Κατά τις 7 το απόγευμα ήμασταν τελείως μεθυσμένοι. Μου έλεγες για τα πράγματα που έχεις κάνει στη ζωή σου και εγώ σε άκουγα μουδιασμένος και έβλεπα τα μάτια σου να γεμίζουν αστέρια. Μου έλεγες για τα όργια που είχες κάνει στη ζωή σου και εγώ κοίταζα τα μάτια σου για να καταλάβω οτι είσαι ακόμα εσύ... οτι είσαι ο ίδιος άνθρωπός που μου μιλούσε πριν λίγο. Μου έδειξες την καρδιά σου εκείνο το βράδυ και είδα οτι είχε σπάσει σε 4 κομμάτια. Μου το επανάλαβες τόσες φορές... "Η καρδιά μου έσπασε σε 4 κομμάτια" μου έλεγες ξανά και ξανά. "... σε 4 κομμάτια". Προσπαθούσα να σε πείσω οτι το μόνο που έχει σημασία στην ζωή είναι να αποζητάς την ευτυχία, με κάθε τρόπο. Και τότε είδα το σχήμα των ματιών σου να αλλάζει... να γίνονται τα μάτια σου ξένα. Τότε κατάλαβα.... Κατάλαβα πόσο λίγο σε ξέρω και πόσο διαφορετικά και αυθαίρετα φαντάστηκα τη ζωή σου...

Το λεωφορείο που μας γύριζε πίσω στο στρατόπεδο ήταν όπως πάντα σκοτεινό και παγωμένο. Κάθισες στη θέση πίσω μου με σβησμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη. Στο λεωφορείο νόμιζα οτι θα ξερνούσες από στιγμή σε στιγμή. Σε κοιτούσα λες και περίμενα να το κάνεις. Δεν άντεξα και αποκοιμήθηκα στη θέση μου. Φτάσαμε στο στρατόπεδο και αιωρηθήκαμε μέχρι τους θαλάμους. Την άλλη μέρα τα μάτια σου ήταν κρυμμένα. Κρυμμένα πίσω από το χαμόγελο που είδα όταν σε γνώρισα στην Οινόη, κρυμμένα εκτός αυτού εδώ του κόσμου, κρυμμένα για πάντα μέσα σου...
Κρυμμένα στο χθεσινό αψεντι...