Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

9/9/10


Έχω ένα μολύβι και μπορώ να γράψω, τώρα, για όλες τις θλίψεις που έρχονται και μου χτυπούν την πόρτα κάθε μέρα. Εκεί που κάθομαι και κοιτάζω τα κυπαρίσσια από το μπαλκόνι ακούω χτυπήματα στη πόρτα, άλλες φορές δυνατά και άλλες φορές απαλά σαν κάποιος να χαϊδεύει το ξύλο. Δεν τους ανοίγω πάντα γιατί ξέρω τι θέλουν...θέλουν να με ρωτήσουν αν έχω φίλους, θέλουν να με βάλουν να κοιτάξω τα άδεια δωμάτια γύρω μου, να μου δείξουν τους τάφους που κρύβονται πίσω από τα κυπαρίσσια, θέλουν να βάλουν το μυαλό μου να τρέχει με 100 χιλιόμετρα προς το λευκό άπειρο μέσα στους δρόμους της πόλης, θέλουν να κοιτάξω τον εαυτό μου σαν μια κουκκίδα στην γη, θέλουν να με ρωτήσουν: " Γιατί δεν έγινε αυτό ακόμα; Πότε θα γίνει;" . Και γω συνήθως μένω άναυδος να τις κοιτάζω... Να προσπαθώ να δώ τα μάτια τους κάτω από τις μαύρες κελεμπίες που τις καλύπτουν. Το ξέρω άτι η θλίψη δεν έχει μάτια... Δεν έχει βλέμμα. Προσπαθώ όμως...Το μόνο που βλέπω είναι τα χέρια τους που ξεπροβάλλουν και κινούνται σαν τρελά, σαν να έχουν δική τους βούληση, άγαρμπα και παραμορφωμένα. Μετά, όταν κάνουν το μέτωπό μου να ιδρώσει, όταν κάνουν τα μάτια μου να ιδρώσουν, ικανοποιούνται και με αφήνουν ξαπλωμένο και γκρίζο μέσα στο άδειο δωμάτιο, πάνω στο φουσκωτό στρώμα, να σκέφτομαι ότι δεν θα τις αφήσω να μπουν την επόμενη φορά. Πάντα μιλάω για την επόμενη φορά...