Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Athenzzz


Ταξιδεύω και πάλι, με το αεροπλάνο, με το λεωφορείο, με το τραμ, με τις διαδηλώσεις, με τα πόδια, με τον Βασίλη. Ερχόμαστε στην Ιθάκη και όλο αναποδιές συμβαίνουν και όλο και δεν φτάνουμε. Πίτσα και φιλικά βλέμματα μας καλωσορίζουν όταν τελικά φτάνουμε σπίτι του Κώστα.
Πάλι ταξιδεύω στην Αθήνα. Αναρωτιέμαι γιατί εδώ η ατμόσφαιρα είναι πάντα μουντή, ακόμα και όταν έχει ήλιο. Έναν ήλιο που θα έπρεπε να είναι λαμπρός, αλλά δεν είναι...Και εγώ αναρωτιέμαι γιατί...
Με πήγες σε μια όμορφη καφετέρια και είδα κόσμο επιτέλους ξανά. Είχα καιρό να βγώ απ'το στρατόπεδο. Και αναρωτιέμαι...και ταξιδεύω στην Αθήνα που μοιάζει πιο κουρασμένη από ποτέ, που κάθε βράδυ ξεχνάει να ξεβάψει το μεϊκ-απ και τις βαφές από πάνω της και ξυπνάει μουτζουρωμένη και αλλόκοτη κάθε πρωί.
Περαστικός απ' την Αθήνα ήμουν, αλλά νομίζω την έχω κοιτάξει καλά καλά στα μάτια πριν φύγω. Την Αθήνα που στο τέλος της μέρας, με την δύση του ο ήλιος, φανερώνει τα νεκροταφεία από κεραίες, που κρύβονται στις κορυφές των βουνών γύρο της. Και αναρωτιέμαι...Γιατί στο μετρό το βράδυ φοράμε ακόμα τα μαύρα μας γυαλιά; Γιατί στο μετρό διαβάζουμε βιβλία με τίτλους απελπισίας; Γιατί έχουμε όλοι μια πικρή έκφραση ανεκπλήρωτου στα χείλη μας; Γιατί δείχνουμε τόσο μόνοι αφού μαζευτήκαμε εδώ όλοι μαζί; Γιατί τρέχουμε πανικόβλητοι; Ξέρει κανείς που πάμε; ΠΟΥ ΠΆΜΕ;; ΠΟΥ ΣΤΟ ΔΙΆΟΛΟ ΠΆΜΕ;!;!; Για που όλα αυτά τα αυτοκίνητα;; Γιατί τρέχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι που δεν λένε να βγάλουν τις μάσκες από πάνω τους;; Μήπως δεν έχει σημασία που ακριβώς πάμε;; Γιατί τα βλέμματα είναι τόσο κενά; Τί άλλαξε και τώρα δεν ελπίζουμε σε τίποτα; Μας νίκησε τελικά ο χρόνος; Μας έκανε να τρελαθούμε η αναζήτηση της ευτυχίας και το ακόρεστο του οικονομικού προβλήματος; Τί θέλουμε;; ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΘΕΛΟΥΜΕ;; Ξέρουμε τί ζητάμε; Πώς λοιπόν θέλουμε να ξέρουμε που πάμε; Πώς να μην ξεχάσουμε αυτό που πραγματικά ζητάμε; Γιατί ψάχνουμε κάτι περισσότερο από την ευτυχία; Τι στο διάολο ψάχνουμε να βρούμε;;..... Και ούτε καν βρέχει...να φύγει έστω η σκόνη...η σκόνη που καλύπτει τις σκέψεις μας...
Μαζεμένοι όλοι μαζί και ο καθένας αποκλεισμένος στην δικιά του μοναξιά. Στην δικιά του (ολόδικιά του) θλίψη. Και 'μεις εκεί μαζί τους... κρατάμε τις δικές μας μάσκες για να μην ξεχωρίζουμε, και προχωράμε στο πλήθος ανώνυμα και με ασφάλεια...

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Φανταζομαι να...


Έριχνε χιόνι εκείνο το βράδυ.... και τώρα έχει ζέστη...και όπως οι νιφάδες χόρευαν πάνω στον αέρα, τις έπιανες με τη γλώσσα σου και εγώ κοιτούσα τον πολύχρωμο σκούφο που φορούσες και κοιτούσα τα πανέμορφα μαλλιά σου, τα ζωηρά μάγουλά σου και τα χαρούμενα μάτια σου, που έλαμπαν.
Βρισκόμαστε πάνω στο άρμα της ζωής...μαζί για να κρατιώμαστε γερά...να διασκεδάζουμε χωρίς να διασκορπιζόμαστε, να πίνουμε από το μπουκάλι μια εγώ μια εσύ και μετά και οι δύο μαζί. Από το ίδιο μπουκάλι...από το δικό μας μπουκάλι, που το γνωρίζουμε τόσα χρόνια τώρα. Και μπορεί να κλαίω κάποιες φορές, όταν μου λείπεις, χωρίς δάκρυα και λυγμούς αλλά με μια τρύπα, ένα κενό κάπου ανάμεσα από τους ώμους μου, με ένα σκοινί σφιχτά δεμένο στο κεφάλι μου και τις πεταλούδες που κατάπια να φτερουγίζουν αδέξια και να γεμίζουν με σκόνη απ'το φεγγάρι το λαιμό και το στόμα μου. Ξεροκαταπίνω για να τις διώξω...αλλά...αλλά αυτές συνεχίζουν να φωνάζουν το όνομά μου με τις μικρές φωνές τους.
Και τώρα ο αέρας είναι δροσερός, σαν μικρούς καταρράκτες που αναβλύζουν απ'το σώμα μας.
Πόσες φορές την ημέρα αναρωτιόμαστε αν είμαστε πραγματικά εδώ; Πόσες φορές αναρωτηθήκαμε γιατί είμαστε εδώ; Και τώρα ο ήλιος ανατέλλει (και δύει) από εκεί που ανέτειλε (και έδυσε) χτες. Εδώ πλέον δεν έχουμε φωνές. Εδώ το σήμερα μπερδεύεται με το χτες και το αύριο θέλει δυο μέρες και δυο νύχτες για να το αγγίξουμε. Και μόλις το αγγίζουμε λιώνει σα τις νυφάδες του χιονιού...

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Βολή Πυρ/κού...


Δεν είχαμε ιδέα για το που πάμε. Στοιβαγμένοι σε μια πλημμύρα από μουντά χρώματα...και έξω ο κόσμος να ακτινοβολά ζωή και ένταση. Θόρυβος σαν γρατσούνισμα από την μηχανή και άνεμοι να στροβιλίζονται γύρο μας. Προχωράμε με τον ήλιο να προσπαθεί να μας φτάσει μέσα από το πάνινο κάλυμμα Μου θυμίζει το καλοκαίρι όταν φυλαγόμασταν από τον ήλιο στις καλαμιές και τα στάχυα πίσω απ'το σπίτι μου.
Μικροί χαρταετοί πετούν πάνω απ'τα κεφάλια μας, καθώς κλείνουμε τα μάτια μας και ονειρευόμαστε..ονειρευόμαστε οτι είμαστε κάπου αλλού..κάπου πολύ μακριά και με περισσότερα χρώματα να μας αγκαλιάζουν. Ζωγραφισμένα χαμόγελα...φωτογραφίες που θα μας θυμίζουν για πάντα τις οσμές (ή το αντίθετο). Τσιγάρα, σκόνη, δρόμος, άνοιξη, κούραση, πετρέλαιο, αέρας, πολυκαιρισμένο ξύλο, στριφτά τσιγάρα, στρίμωγμα, πολυκαιρισμένη αδιαφορία, σκληρά και άβολα καθίσματα, χαμόγελα, ηλιαχτίδες, που τρυπώνουν και μας αγκαλιάζουν ζεστά...
Και με ρωτάτε τί γράφω...Για εσάς γράφω...
Φτάσαμε, φτιάξαμε σκηνές και κουραστήκαμε κουβαλώντας βλήματα και πυρομαχικά. Το βράδυ χαλαρώσαμε και ξαπλώσαμε στο χορτάρι. Είπαμε αστεία και ήπιαμε ρούμι, ζιβανία και ουϊσκι. Βγάλαμε κι'άλλες φωτογραφίες...και ενώ κοιτούσα τα άστρα ξάπλωσες δίπλα μου και μου είπες έτσι απλά: "Σσσσσ...Άκου τη θάλασσα...", ενώ κοιτούσαμε τ'άστέρια, ξαπλωμένοι στο γρασίδι. Και τώρα νοιώθω αλληλεγγύη, κατανόηση, αδελφικότητα, αγκαλιές αγνές σα το πρώτο χιόνι και ματιές φιλικές κρυμμένες στο σκοτάδι, κρυμμένες στο φώς των αστεριών...αυτά νοιώθω τώρα...