Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Δεδομένα ημερολογίου













  • Κανονίσαμε να βρεθούμε έξω από το ψυχιατρείο.
  • Έριξες την ιδέα να πάμε στου Μπόγιαν για κρασί.
  • Στο δρόμο σου έλεγα για τον πατέρα μου.
  • Περάσαμε μπροστά από μια σύναξη των μαρτύρων του ιεχωβά που μόλις είχε τελειώσει.
  • Όλοι φορούσαν άσπρα κουστούμια.
  • Εμείς φορούσαμε μαύρα ρούχα, και σίγουρα δεν ήταν κουστούμια
  • Περάσαμε από μια όμορφη περιοχή της πόλης και σου είπα ότι εδώ μένει ο παππούς μου.
  • Περάσαμε έξω από το σπίτι του παππού μου και σου είπα ότι εδώ μένει ο παππούς μου
  • Παρακάτω συναντήσαμε τον παππού και τη γιαγιά μου να γυρίζουν από την βόλτα τους.
  • Οι παππούδες μου συνήθως γυρίζουν σπίτι από τις 8.
  • Η ώρα ήταν 10
  • Μας εξήγησαν ότι έπεσαν τα κλειδιά του παππού μου καθώς έφευγαν από εκεί που κάθονταν, γύρισαν για να τα βρουν και τώρα πάνε σπίτι.
  • Φτάσαμε στον Μπόγιαν σχετικά γρήγορα, και καθίσαμε.
  • Το μαγαζί ήταν άδειο.
  • Το δίπλα μαγαζί ήταν γεμάτο.
  • Ο Μπόγιαν και η οικογένειά του κατάγονται από τη Σερβία.
  • Έκατσε μαζί μας,
  • ήπιαμε λευκό κρασί και φάγαμε μανιτάρια και μπιφτέκι με τυροκαυτερή.
  • Ευθυμήσαμε
  • Γελάσαμε
  • Ήπιαμε
  • Είπαμε ιστορίες
  • Μας είπε για το μακρινό χωριό που επισκέφτηκε με τη μηχανή του και για το γλέντι που έκαναν εκεί.
  • Ήπιαμε
  • Μας έδειξε φωτογραφίες από το laptop
  • Μετά μας πρότεινε να δούμε την αρχή του “Bruno” (ταινία)
  • Είδαμε όλη τη ταινία
  • Γελάσαμε και σοκαριστήκαμε
  • Η ώρα πήγε 2
  • Φύγαμε
  • Στο δρόμο μου έλεγες για άκυρα σκηνικά από την φοιτητική σου ζωή στη Κρήτη
  • Μου είπες για το σπίτι σου και για το ποιοι έρχονταν να μείνουν εκεί
  • Για το βράδυ που καλέσατε πνεύματα και μετά φυγαδέψατε τους «καταζητούμενους»
  • ...Για το πώς αλλάζει μια μέρα από τη μια στιγμή στην άλλη
  • Πήραμε τον μακρύτερο δρόμο προς το σπίτι
  • Μου είπες για την κοπελιά που γύριζε τον κόσμο με τον σκύλο της τον Stinky και για το μαχαίρι που κρατούσε δίπλα στην καρδιά της
  • Σου είπα για τα μεθύσια στην Αθήνα και στη Πάτρα
  • Σου είπα για τοτε που γυρίσαμε σπίτι μεθυσμένοι και δε βρήκαμε το φίδι στο κλουβί του
  • και για όταν βγαίναμε στην πλατεία μεθυσμένοι φορώντας πουκάμισα με τα μανίκια δεμένα στην πλάτη, σέρνοντας μαζί μας λούτρινα γατάκια
  • Προσγειωθήκαμε και χαιρετηθήκαμε λίγο πιο κάτω από τα λύκεια, στο γνωστό σημείο
  • Ήταν πλέον ξημερώματα της Δευτέρας 17 Αυγούστου

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Ζούμε σε χρόνο παρελθόντα














Ζούμε σε χρόνο παρελθόντα. Τη νιότη, τα πρασινοκίτρινα μάτια μας και τα ξεχασμένα χαμόγελά μας. Έρχονται στιγμές που τραγουδάμε καθώς ονειρευόμαστε, που κοιμόμαστε με ένα χαμόγελο και την γλυκιά γεύση του φιλιού, στα χείλη. Κλειστά τα μάτια μας και όμως ζωγραφίζουν πάνω μας τα πιο όμορφα τοπία με εσένα μέσα να κρατάς στα χέρια σου το ποτήρι με το κρασί που λυγίζει τα χείλη μας προς τα πάνω, που αφήνει τη ψύχη μας να καταλαγιάσει και να κατακαθίσει η σκόνη για να δούμε πιο καθαρά τον ήλιο ή τ’αστέρια σου.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός και ο πιο ακριβός. Ο χρόνος που δεν έχουμε καταλάβει ακόμα τι ακριβώς είναι… Κάποιος μου ’λεγε ότι ο χρόνος είναι η έκφραση του φωτός σαν πύρινο στεφάνι πάνω απ’τη μορφή μας. Ένας αιώνιος κύκλος με στιγμιαίες λάμψεις από τα πρόσωπα όσων αγαπήσαμε και όσους δεν τους πήρε μαζί του καθώς έφευγε, για να ξαναγυρίσει και να ξαναφύγει γεμάτος νέα πρόσωπα, νέες μνήμες.

Σε σκονισμένα μάρμαρα με την διαλεκτική του τώρα και με λέξεις που πολλές φορές ξαφνιάζουν και εμάς τους ίδιους, δείχνουμε τα πρόσωπά μας ο ένας στον άλλο, φωτίζουμε χωρίς να ντρεπόμαστε μια χαραμάδα από την ψυχή μας. Ξεγελάσαμε το χρόνο και μείναμε ίδιοι βαθιά μέσα μας, έτσι ώστε να αναγνωρίζουμε ενστικτωδώς ο ένας τον άλλον παρόλα τα σημάδια και τις ουλές. Παρόλο που τα μάτια μας έχουν πλέον πολυκαιρισμένα βλέμματα με εκφράσεις απόγνωσης.

Ναι… απόγνωσης, γιατί βλέπουν την αυλή μας να μην είναι όπως την φανταζόμασταν. Βλέπουν κάθε ίχνος ομορφιάς και ελπίδας να αποστεώνεται, να σέπεται και να κατακρίνεται, γιατί σε όλους τους υπόλοιπους δεν τους αρέσει η ελευθερία, γιατί όλοι οι υπόλοιποι μισούν την ελευθερία. Θέλουν να έχουν ένα άγρυπνο μάτι πάνω από το κεφάλι τους να τους καθορίζει τί πρέπει να κάνουν, για να μην έχουν συνέπειες, για να μη σκέπτονται και να μη φοβούνται, για να φταίει πάντα κάποιος άλλος και κάποιος άλλος να κανονίζει γι’αυτούς, γιατί ότι είναι γραπτό να γίνει θα γίνει… Μίζερα, στραβά μάτια με ασθενικές υποκλίσεις να καταπατούν την ίδια τους την ύπαρξη, να φοβούνται να ζήσουν, να φοβούνται την άποψή τους αν δε μοιάζει με την κοινή. Φοβισμένοι και παθητικοί με καταπιεσμένες επιθυμίες θα προσφέρουν θυσία όλη τους τη ζωή στον άρχοντα χρόνο γιατί δεν ξέρουν πώς να την χειριστούν, δε ξέρουν τί να την κάνουν.

Μας ζητάει τα πάντα ο χρόνος. Θέλει να τραφεί από τις όμορφες στιγμές μας και μέσα από τα δάκτυλα μας να τις πάρει μακριά σαν άνεμος που σκορπίζει την άμμο. Μας προσφέρει χαλαρότητα και ηττοπάθεια και το μόνο που ζητάει είναι στιγμές αντίθεσης, στιγμές διαφορετικότητας και κούρασης που τελικά συνθέτουν το πρωτόλειο νόημα της ζωής, που χωρίς αυτές κάνουμε ασθενικές και δουλοπρεπείς υποκλίσεις στον άρχοντα χρόνο αλλά και στο θάνατο μαζί.

Η κούραση απ’τα μάτια μας δε φεύγει ποτέ και συνεχίζουμε γιατί έχει ο καθένας την δικιά του θάλασσα να διασχίσει. Θέλουμε να δούμε νέα ονόματα να σημειώνονται πάνω μας και να μας δίνουν αγάπη για να συνεχίζουμε. Να μας δίνουν, όπως εσύ για μένα, το άρωμα και τη γεύση της ζωής, να μας δίνουν να γευόμαστε κάθε πρωί το φώς προς το οποίο πορευόμαστε όταν η αυλή μας είναι σκοτεινή και την αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτό το σκοτάδι, που ζητάει να γεμίσει τη καρδιά μας.
16/8/09

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

29/7/09




Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί μου αρέσει τόσο πολύ να πίνω;;; Γιατί ρε Κώστα; Βασίλη; Νατάσσα; Μακάρι να πίναμε όλοι μαζί σα τρελοί και να μη νοιώθαμε τίποτα στο τέλος! Να νοιώθαμε μόνο ο ένας τον ώμο του άλλου που ακουμπάει πάνω μας, να λειώνουμε κάτω από τόνους αλκοόλ και αδελφικότητας και χαλαρότητας και μισαλλοδοξίας και ξεγνοιασιάς και διακοπών και του ατελείωτου ήλιου και του πανέμορφου τόξου των αστεριών και χαμόγελων και λαμπερών ματιών και…

Πόσο μακριά να είναι τα αστέρια από τις ζωές μας;; Αναρωτιέμαι και κοιτάζω το μαύρο κενό που μας καλύπτει όταν κοιτάμε τα άστρα, και έχουμε πιεί… Σκόνη μέσα σε μαυσωλεία είναι οι ζωές μας, που αν δεν τις προστατεύσουμε χάνονται στον άνεμο και αν τις κρατήσουμε υπερπροστατευμένες δεν έχει αξία να τις κοιτάξει κανείς , δεν έχει σημασία αν υπήρξαμε ποτέ ή όχι, δεν έχει καμία σημασία τι είπαμε καθώς γυρίζαμε με το καράβι από το Βίδο… Έτσι κι’αλλιώς ήδη δε θυμόμαστε…

Εμείς όμως θα θυμόμαστε για πάντα τα κουνέλια και τις πέρδικες (τα Famous Crouse) και όλα τα αστεία και τις φωτογραφίες που τραβήξαμε πριν πέσει ο ήλιος και όλες όσες θα μπορούσαμε να έχουμε τραβήξει, πριν πέσει ο ήλιος. Και προφανώς, μόνο όσοι ήμασταν στο Βίδο σήμερα θα καταλαβαίνουν τι λέω.