Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Μανιτάρια σε "πάρτι" ...


Είχε βρέξει πρίν πάμε. Για πιό λόγο όμως είχαμε παει στο σπίτι αυτού του παιδιου; Δεν θυμάμαι ακριβώς γιατί. Ήταν φίλος της Ελένης και αυτη μας κάλεσε να πάμε. Δεν ήταν γενέθλια ή γιορτή ή κάτι άλλο...πάντως είχαμε μαζευτεί εκεί για...να κάνουμε πάρτι...για κάποιο λόγο. Ο Κάφκα θα το περιέγραφε καλύτερα μάλλον...Τα πράγματα που γίνονταν εκείνη τη νύχτα, μου φαίνονταν σαν να είχαν κάτι από την ονειρική γραφή του. Δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη αιτία που βρισκόμασταν στο σπίτι του Παναγιώτη (έτσι νομίζω τον έλεγαν), αλλά δεν υπήρχε και κανένας λόγος για να μην είμαστε εκεί.

Μπαίνοντας στο σπίτι παρατηρήσαμε ότι είχε λιγότερο φώς από τον διάδρομο της πολυκατοικίας. Περιμέναμε για μια στιγμή και οι τρείς μας στην είσοδο, επειδή αυτός που μας άνοιξε χάθηκε αμέσως στο σκοτάδι του σπιτιού και δεν μπορέσαμε να δούμε προς τα που ακριβώς πήγε. Μετά ήρθε ο Παναγιώτης (ας τον λέμε έτσι, ε;) που μας καλωσόρισε και για κάποιο λόγο μας πήρε να μας δειξει αμέσως τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού, στο σκοτάδι... Την κουζίνα, το μπάνιο και το υπνοδωμάτιό του, στο οποίο υπήρχε μια υποψία φωτός που ερχόταν πίσω από κάτι που έμοιαζε με Αφρικανική ασπίδα, η οποία ήταν κρεμασμένη στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του. Ήταν οβάλ σχήματος και είχε πράσινα, κόκκινα και κίτρινα γεωμετρικά σχήματα επάνω της, ενώ ο κρυφός φωτισμός, από πίσω της, ήταν μπλε. Αυτό ήταν και το μόνο πράγμα που παρατηρήσαμε στο σκοτάδι των δωματίων.

Υποκριθήκαμε πως είδαμε τα δωμάτια και στη συνέχεια πήγαμε και καθίσαμε στο σαλόνι όπου συναντήσαμε άλλα 5-6 άτομα. Χαιρετηθήκαμε στα σκοτεινά και καθίσαμε σε ένα άλλο κρεβάτι που βρισκόταν σε μια γωνία του αρκετά ευρύχωρου σαλονιού. Οδηγηθήκαμε εκεί σχεδόν ενστικτωδώς καθώς ήταν το μόνο σημείο, εκτός της μπαλκονόπορτας, όπου υπήρχε λίγο φώς από ένα πορτατίφ. Η μουσική που προϋπήρχε άρχισε να μας γίνεται αισθητή όταν δυνάμωσε η έντασή της. Δε θυμάμαι τί μουσική ακούγαμε αλλά μου έκανε εντύπωση οτι ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα σε ένα σχετικά μικρό δωμάτιο και δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε χωρίς να φωνάζουμε.

Γνωρίσαμε μια κοπέλα που καθόταν και αυτή πάνω στο κρεβάτι. Από τα πρώτα πράγματα που μας ρώτησαν οι φίλοι της, που βρίσκονταν δίπλα μας, ήταν για το πόσο χρονών την κάνουμε. Αυτή γελούσε με έναν ιδιαίτερα χαζό τρόπο και περίμενε να απαντήσουμε. Όλοι εκεί ήμασταν γύρο στα 20 με 25. Την κοίταξα με νόημα και της είπα :"εεε...είσαι γύρο στα δεκααα....". "Ναιαι!! Είδες, είδες...!!" έσπευσαν να απαντήσουν οι φίλες και οι φίλοι της. Αυτή άρχισε να γελάει ακόμα πιο χαζά. "Της το λέγαμε οτι μοιάζει μικρότερη από την ηλικία της...". Η τύπισσα έμοιαζε 30. "Είναι 29 χρονών" μας κάνει μια φίλη της.

Μάλιστα...

Το "πάρτι" συνεχιζόταν με την μουσική στην διαπασών και εμάς να φωνάζουμε συζητώντας σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Σε κάποια φάση είχα μετακινηθεί σε μια καρέκλα και προσπαθούσα να συζητήσω με κάτι φίλους του Παναγιώτη. Αρχικά ρωτούσα τον ένα κάποια πράγματα που φαίνεται πως δεν τον ενδιέφεραν καθόλου γιατί μου απαντούσε μονολεκτικά και κάπως φοβισμένα. Είχα αλλάξει στην κουβέντα καμιά δεκαριά θέματα μήπως και τον πετύχω πουθενά. Τελικά κάπως ανέφερα την λέξη "μανιτάρια". Μόλις την άκουσε όρθωσε την πλάτη του και με ρώτησε αν μου αρέσουν τα μανιτάρια. Του απάντησα θετικά. Από εκεί και πέρα το παλικάρι με είχε πάρει μονότερμα και με ενημέρωνε για οτιδήποτε είχε σχέση με τα μανιτάρια. Μου έλεγε οτι πήγαινε και μάζευε μανιτάρια με τον πατέρα του στο δάσος και οτι τα μανιτάρια είναι η καλύτερη τροφή για τον άνθρωπο και ξέρει και τα "μαγικά μανιτάρια" (παραισθησιογόνο ναρκωτικό) και τα διάφορα είδη μανιταριών. Ήξερε να ξεχωρίζει τα δηλητηριώδη από τα μη, και γνώριζε πάρα πολλούς τρόπους μαγειρέματός τους. Μου έλεγε για κάποια κόκκινα μανιτάρια που τα αποξυραίνει και τα κάνει σούπα μετά και είναι πεντανόστιμα. Γνώριζε και τις λατινικές ονομασίες από πολλά μανιτάρια και σε ποιό είδος ανήκει το καθένα! Στο τέλος, εκεί που έμεινα μαλάκας, ήταν όταν πήγε και έφερε από το μπουφάν του ένα "μανιταρολόγιο"(εγώ το ονομάζω έτσι). Ήταν ένα σημειωματάριο με δικές του ζωγραφιές μανιταριών και σημειώσεις που είχε κρατήσει για το κάθε είδος...

Στη συνέχεια ήρθε ένα άλλο παιδί και αρχίσαμε να συζητάμε και οι τρείς μας για ταινίες. Ο μανιταρολόγος επέμενε πεισματικά να μας αναλύσει ποιές είναι οι καλύτερες ταινίες. "Λοιπόν η καλύτερη ταινία είναι...χμμμ...όχι, όχι...πρώτη είναι η μύγα του Κρόνεμπεργκ...". Προσπαθούσε να στοιχειοθετήσει στο μυαλό του της ταινίες. Εγώ δεν του έφερνα αντιρρήσεις σε αυτά που έλεγε. Επέμενε έντονα να δω αυτές της ταινίες και μάλιστα σε συγκεκριμένη σειρά. "Πρέπει να σου τις γράψω κάπου για να μη τις ξεχάσεις". Τότε βγάζει μια χαρτοπετσέτα(!!) που είχε στη τσέπη του, βρίσκει ένα στυλό και μου γράφει πρόχειρα πάνω της μια λίστα με καμιά εικοσαριά ταινίες. Πράγματι θυμάμαι, πρώτη ήταν η μύγα του Κρόνεμπεργκ. Οι υπόλοιπες ήταν κάτι ταινίες με ζόμπια και φραγκεστάϊνδες. Μου έδωσε τη χαρτοπετσέτα, η οποία θα μπορούσε να είναι ένα cult κειμήλιο αν δεν την είχα πετάξει την επόμενη μέρα.

Κατά τις 2μισή το βράδυ η μουσική συνέχιζε να παίζει στην διαπασών. Παρόλα αυτά ακούσαμε από το μπαλκόνι κάτι σα μουγκρητό και δυνατές φωνές μετά. Το δίπλα μπαλκόνι δεν απείχε ούτε ένα μέτρο από το μπαλκόνι του σπιτιού που βρισκόμασταν. Είδαμε τα παραθυρόφυλλα απέναντι να ανοίγουν με θόρυβο και να ξεπροβάλει ένας ιδιαίτερα "εύσωμος" άνδρας με την κοιλιά του να προηγείται. Ήταν γυμνός από την μέση και πάνω και φορούσε ένα μεγάλο άσπρο σώβρακο που σε μερικούς θύμιζε φουστανέλα. Άρχισε να φωνάζει έντονα και να λέει να χαμηλώσουμε την μουσική γιατί αλλιώς θα πάρει τηλέφωνο την αστυνομία. Ο Παναγιώτης προσπαθούσε να τον καθησυχάσει λέγοντάς του: Σας ξυπνήσαμε εε; Συγνώμη...Ο άλλος δεν σταματούσε να φωνάζει και να απειλεί ακόμα και όταν ο Παναγιώτης έκλεινε τα δικά μας παραθυρόφυλλα χωρίς να του δίνει σημασία. Αυτό ήταν όλο κι όλο που κάναμε. Κλείσαμε τα παραθυρόφυλλα. Κανείς δεν χαμήλωσε την μουσική και το "πάρτι" συνεχίστηκε σαν να μην είχε γίνει τίποτα.

Έτσι που λέτε...Το "πάρτι" συνεχιζόταν με την ίδια ένταση στην μουσική και με ακόμα περισσότερο σκοτάδι, όταν φεύγαμε κατά τις 3...Δεν καθίσαμε να δούμε αν θα ερχόταν πραγματικά η αστυνομία. Πλάκα θα είχε αν καθόμασταν. Θα είχα να σας πω κι' άλλα, ίσος περισσότερο ενδιαφέροντα...

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ζωή σε Fast Forward


Ακούω τα τραγούδια που άκουγα μικρός. Ακούω τον εαυτό μου να τα τραγουδάει τότε. Ακούω τους χτύπους της καρδιάς μας να γεμίζουν το δωμάτιο. ( "στέκομαι στη πόρτα σου μπροστά, και διαβάζω ένα μήνυμα γραμμένο με μαχαίρι, ότι έπρεπε να φύγουμε ξανά, ότι τώρα διασχίζουν το μεγάλο μεσημέρι και τη πιο παραμυθένια αμμουδιά πέρα από τα πέρατα, πέρα από τα πέρα μέρη..."). Οι δίσκοι τελειώνουν πιο γρήγορα από ποτέ. Ο χρόνος φαίνεται να τελειώνει πιό γρήγορα, να επιταχύνει.

Η ησυχία μετά, μου αρέσει. Μου θυμίζει το γρασίδι πάνω στο οποίο έπαιζα μικρός. Τότε οι καλαμιές, πίσω από το σπίτι μου, θρόιζαν το μεσημέρι του καλοκαιριού. Και πηγαίναμε στην εκκλησία τις ηλιόλουστες Κυριακές μόνο. Ο ήλιος είχε τέτοια δύναμη...Γέμιζε τη καρδιά μου ζωή και ελπίδες. ( "δε θα συγκρίνω φως, με το σκοτάδι, ούτε λευκό αμνό, με λύκο μαύρο...μονάχα εχουν περάσει 1000 χρόνια").

Κάθομαι, όπως και τότε, στο δωμάτιό μου που με ορίζει πιο ξεκάθαρα λόγο της μικρής του έκτασης. Και νοιώθω να μου λείπουν όλα, από όταν μπορούσα να κάθομαι στο κρεβάτι ξαπλωμένος και να αφουγκράζομαι τον δρόμο και τις καλαμιές...και μου λείπουν οι συνάξεις μας στο υπόγειο και τα ματωμένα μας δάχτυλα και οι βόλτες μας και τα αγχη μας εκείνα τα χρόνια, που τώρα θυμίζουν ευχαρίστηση, ικανοποίηση, και μυρίζουν ναφθαλίνη μέσα στην ντουλάπα που τα αφήσαμε. (...σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε...βάλτε να πιούμε!). Και τα πρώτα μεθύσια μας , για την αποκατάσταση της νύχτας...Θυμάμαι, σαν συναίσθημα πιο πολύ και όχι σαν εικόνα, την μέρα, όταν μας είπαν από την τηλεόραση για το πού θα φύγει ο καθένας μας. Καθόμασταν στο σπίτι του Θάνου και εκείνη τη στιγμή, τότε ακριβώς κατάλαβα για πρώτη φορά οτι σας αγαπώ. Εκείνη τη στιγμή που φοβόμουν οτι τελείωσε αυτός ο κύκλος. Κρατούσαμε ο ένας την καρδιά του άλλου στα χέρια μας και προσμέναμε να φύγουμε μακριά... Και πρώτα από αυτό, στο Φαλιράκι...να ξεπλένουμε με ποτό τις αγωνίες μας και τα κουρασμένα αισθήματά μας. Και που πήγα στο τέλος να ανέβω στην μηχανή του Άγγελου και βγήκα από την άλλη μεριά (είχα πιεί τόσο που δεν μπορούσα να ισορροπήσω πάνω της) και φυσικά τα τραγούδια που λέγαμε εκείνη τη νύχτα ανάμεσα σε ξένους... αλλά και γνωστούς.

Μετά όταν σε γνώρισα...Νομίζω ήμουν θλιμμένος όταν σε γνώρισα...Δε ξέρω γιατί. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Οι μπόρες είχαν περάσει πριν χρόνια...Ίσος έτσι να είχα μάθει να είμαι. Μετατρέπεις τη θλίψη σε χαρά ακόμα και σήμερα. Μακριά τώρα, αλλά και τόσο κοντά... τόσο κοντά που οι καρδιές μας είναι ένα πια. Θυμάμαι το "Αυγό" που περνούσαμε εκεί όλη την νύχτα μας, πολλές νύχτες, σε σκοτάδι ποτισμένο με τις πιό όμορφες μουσικές που ξέραμε τότε στα μαγαζιά. Και τους ζαλισμένους μας χορούς στο Mod's,με ένα ποτό στο χέρι και τσιγάρα ξένων να αφήνουν τρύπες πάνω στα ρούχα μας...Τους μήνες και τα χρόνια, που περάσαμε σπίτι σου κάνοντας έρωτα χωρίς να μας αγγίζει τίποτα γύρο μας. Πίναμε για πρώτη φορά από το πιο γλυκό νέκταρ της ζωής και δεν θέλαμε να βγάλουμε τις γλώσσες μας από μέσα. Ρουφούσαμε τη ζωή την ίδια, την καταβροχθίζαμε σα πεινασμένοι λύκοι... που γλύφουν μετά ο ένας τις πληγές του άλλου, μέσα στο χιονισμένο δάσος της ζωής...και κοιτιούνται στα μάτια και προσπαθούν να αγκαλιάσουν ο ένας τον άλλο όσο καλύτερα μπορούν. Γιατί η ζωή και η αγάπη είναι όμορφες και αγαπάω τόσο πολύ όλα τα ψεγάδια σου. Τα αγαπάω γιατί είναι δικά σου, είναι δικά μας ψεγάδια, που μας καθορίζουν και μας σημαδεύουν απέναντι στους υπόλοιπους. Τα αγαπάω γιατί δεν μπορώ να τα δώ ούτε καν να τα νοιώσω. Θυμάμαι τις τρύπες που κάναμε στα αυτιά μας και αυτές που καλύπταμε στις ψυχές μας. Τα σαστισμένα μας βλέμματα όταν καταλαβαίναμε πόσο αγαπάμε τη ζωή μας μαζί.

Και έχω τόσες φωτογραφίες να κοιτάζω τώρα...Τόσες πολλές...

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

κλίκκ


Ξεκινάει ο χειμώνας όπως κάθε χρόνο...Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός είχα παρατηρήσει ότι δύο συνεχόμενες χρονιές έβρεχε την 1η Σεπτεμβρίου. Έτσι είχα την εντύπωση ότι την 1η Σεπτεμβρίου βρέχει...κάθε χρόνο. Την επόμενη χρονιά είχα καθίσει στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και περίμενα. Ήταν απόγευμα και εγώ περίμενα να αρχίσει να βρέχει...και πράγματι και για 3η χρονιά έβρεξε. (Μετά όμως μεγάλωσα και έμαθα...Έμαθα ότι δε πρέπει να πιστεύουμε σε τέτοια πράγματα, ότι πρέπει να είμαστε λογικοί και σοβαροί και να μη παρασυρόμαστε από παρορμήσεις και αστήρικτες υποθέσεις γιατί στο τέλος μπορεί να μην πάνε τα πράγματα όπως θέλουμε και να στεναχωρηθούμε!! Δεν είναι απίστευτα ξενερωτικό να μαθαίνεις ότι δεν υπάρχει "μαγεία" στον κόσμο και οτι τα περισσότερα πράγματα εξηγούνται με κάποιον ενοχλητικό, τις περισσότερες φορές, τρόπο; Θα μου πεις τώρα...και τί θες ρε φίλε; να μην μαθαίνουμε πως λειτουργούν τα πράγματα γύρω μας; Και εγώ θα σου απαντήσω οτι: ναι, ναι, φυσικά και να μαθαίνουμε, απλά λέω ότι είναι ξενερωτικό...). Η μυρωδιά της βροχής είναι κάτι που μπορεί και με κάνει να νοιώθω ελεύθερος για κάποιο λόγο. Με κάνει να θέλω να βγω έξω και να εισπνεύσω μέσα μου όλη την αίσθηση της βροχή, όλη της την δύναμη, όλη της την ομορφιά! Η μυρωδιά αυτή...προέρχεται από όλα τα συστατικά που συνθέτουν την ύπαρξη! Είναι η μυρωδιά του κόσμου που θα θέλαμε να ζούμε!

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Σταμάτα να τρέμεις!!


("Σταμάτα να τρέμεις!!"). Με κοίταζες με τα μεγάλα μαύρα μάτια σου και καταλάβαινα οτι δεν με έβλεπες. Ξωτικά χόρευαν γύρω σου ένα εμπύρετο, τρελό χορό φόβου και ανασφάλειας. Ότι και να λέγαμε ποτέ δεν έφτανε... όπου και να ήμασταν ποτέ δεν ήταν αρκετό για να ξεχάσεις. Πάντα όλες οι σκέψεις σου είχαν το ίδιο χρώμα την ίδια γαμημένη απόχρωση. Το χρώμα αυτό, η σκέψη αυτή, λέκιαζε τα πάντα μέσα σου. Οριοθετούσε όλες σου τις σκέψεις, την ίδια την ύπαρξή σου.

Ερχόσουν συνήθως αργά το βράδυ να κάτσεις μαζί μας και μερικές φορές είχαμε σηκωθεί από το κρεβάτι για να σου ανοίξουμε. Απελπισμένη να μιλήσεις σε κάποιον... Σε ρωτούσαμε πώς πέρασες τη μέρα σου και εσύ πάντα μας απαντούσες "κόκκινο, δεν υπάρχει κάτι άλλο τώρα...". ("Σταμάτα να τρέμεις!! Σταμάτα τώρα!!"). Καθόμασταν στο τραπέζι και τα δάκτυλά σου σάλευαν πάνω του σα να προσπαθούσαν να αρπάξουν τις σκέψεις που έβγαιναν κάτω απ'τη ζακέτα σου και να τις κρύψουν βαθιά μέσα σου. Αλλά πάντα νικούσαν αυτές, ξεχύνονταν μπερδεμένες, άγαρμπες και παραμορφωμένες πάνω στο τραπέζι και όσο περισσότερες έβγαιναν τόσο περισσότερο, άλλες πιό μύχιες και ατέρμονες, γεννιόνταν μέσα σου και ανυπομονούσαν να βγουν.

Μερικές φορές έμενες σιωπηλή και στα μάτια σου καθρεπτίζονταν κόκκινες σκέψεις, κόκκινα σχεδιαγράμματα, κόκκινες σιωπές. Με τρόμαζαν τα μάτια σου τότε... Σκεφτόσουν σενάρια σε μια παράλληλη πραγματικότητα, από τα οποία, τα λιγότερο αλλόκοτα, αργότερα μάθαμε οτι δεν ήταν τόσο αλλόκοτα όσο νομίζαμε τότε. Σε ρωτούσαμε κάτι για να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο σκέψεων αλλά εσύ μας τραβούσες με μανία ξανά εκεί στον ίδιο λάκκο με φοβίες και παράτολμους μύθους λες και δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πουμε, λες και αυτό ήταν το κέντρο του σύμπαντος.

Λεπτεπίλεπτα και μακριά, με το αιώνιο τσιγάρο στερεωμένο ανάμεσά τους, τα δάκτυλά σου έτρεμαν. Μερικές φορές έτρεμες ολόκληρη...Δεν άντεχα να σε βλέπω να τρέμεις...Η καρδιά μου πάλευε να ελευθερωθεί από το χέρι που την είχε αρπάξει όταν σε έβλεπα έτσι. Με όλη τη δύναμη της σκέψης μου προσπαθούσα να σε κάνω να σταματήσεις ("Σε παρακαλώ..! Σταμάτα να τρέμεις! Πες μου τί θέλεις για να σταματήσεις!!"). Αλλά δεν ήξερα τί έπρεπε να κάνω. Ακόμα δε ξέρω... Μου μιλούσες λες και σου έκρυβα κάτι, λες και γνώριζα περισσότερα και δεν στα έλεγα... Πολλές φορές δε καταλάβαινα καν τι έλεγες, αλλά εσύ μιλούσες σαν να γνωρίζαμε και οι δύο ακριβώς τι είχε γίνει και το πώς ένοιωθες.

Άρχισα να αναρωτιέμαι αν είσαι μαζί μας πραγματικά, αναρωτιόμουν πόσο κοντά μας είσαι και εμείς πόσο κοντά είμαστε σε αυτό που ζεις. Έψαχνα σημάδια που να μου δείχνουν από ποιά μεριά είσαι. Αν είσαι μαζί μας ακόμα ή όχι...Ποιός τελικά καθορίζει αυτή τη γραμμή; Υπάρχουν συγκεκριμένες συμπεριφορές που μας χαρακτηρίζουν; Στην τόσο τρελή και αλλοπρόσαλλη κοινωνία που ζούμε ποιός μπορεί να καθορίσει τα όρια αυτά; Μερικές φορές έπιανα τον εαυτό μου να εύχεται να ήμασταν εμείς (εγώ, πιο συγκεκριμένα) που υπερβάλουμε... Κοίταζα τα χέρια σου που έτρεμαν και τα μάτια σου που γίνονταν όλο και πιο υγρά όσο περνούσε ο καιρός, και κατέληξα οτι δεν θέλω να υπάρχει τέτοιο όριο...