Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Μ. και "Ο κανονικός τίτλος"

Για την αποποινικοποίηση του μαύρου
και τις αβέβαιες ανάσες σου
για τις μαύρες καμπύλες των ματιών σου
για τις βλεφαρίδες, που από πίσω τους κρύβεσαι

Για τις μαύρες γάτες
που με κοιτούν μέσα απ΄τα μάτια σου
Για τα παιδικά σου μάγουλά
και τα κεράσια που πάντα μου θυμίζουν

Για τα μικρά μυστικά
που μου ψιθυρίζεις νευριασμένη
και για το πόσο θυμώνω
με όσους έχεις επιβάτες στο κεφάλι σου

Για τα βιαστικά πρωινά
με τον ήλιο να τρέχει
πάνω στα μαλλιά,
και μέσα στο μαξιλάρι σου

Και τέλος... σε αγαπώ
για τα μεσημέρια του καλοκαιριού
που εισβάλουν στην καρδιά μου
κάθε φορά που με παίρνεις τηλέφωνο

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

13/6/2016

Με ρώτησες τί σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν ότι είμαι χαρούμενος. Δε μπορούσα να κρατήσω τα χείλη μου από το να χαμογελάσουν, ούτε τα μάτια μου, ούτε τα χέρια μου, ούτε το κόσμο γύρω μου, ούτε τη βροχή που έσκαγε πάνω μου, σαν βροχή από μικροσκοπικούς μετεωρίτες που κατά την επαφή με το δέρμα μου εκρήγνυνται σε πολύχρωμα θρύψαλα. Σκεφτόμουν πόσο καιρό είχα να νιώσω έτσι. Έφτασα περίπου στην παιδική ηλικία ψάχνοντας.

Έβλεπα την κόκκινη κουκούλα που φορούσες λόγο της βροχής μετεωριτών καθώς στεκόσουν μπροστά μου ακίνητη, σχεδόν μουδιασμένη, σα να μην ήταν κανένας γύρω σου. Σε έπιασα από τον ώμο για να δω το πρόσωπό σου να ακτινοβολεί από δάκρυα, να εκπέμπει φωτεινά βλέμματα, χαμόγελα και... και οι λέξεις γραμμένες εδώ αρχίζουν να είναι μικρές, αδύναμες, φτωχές και κουρασμένες. Κοίταξα γύρω μου και είδα κι'άλλα (βρεγμένα) χαμόγελα, είδα εκστασιασμένα χέρια και λαμπερά βλέμματα μέσα στο σκοτάδι. Σκεφτόμουν ότι ήμουν χαρούμενος...