Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

13/6/2016

Με ρώτησες τί σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν ότι είμαι χαρούμενος. Δε μπορούσα να κρατήσω τα χείλη μου από το να χαμογελάσουν, ούτε τα μάτια μου, ούτε τα χέρια μου, ούτε το κόσμο γύρω μου, ούτε τη βροχή που έσκαγε πάνω μου, σαν βροχή από μικροσκοπικούς μετεωρίτες που κατά την επαφή με το δέρμα μου εκρήγνυνται σε πολύχρωμα θρύψαλα. Σκεφτόμουν πόσο καιρό είχα να νιώσω έτσι. Έφτασα περίπου στην παιδική ηλικία ψάχνοντας.

Έβλεπα την κόκκινη κουκούλα που φορούσες λόγο της βροχής μετεωριτών καθώς στεκόσουν μπροστά μου ακίνητη, σχεδόν μουδιασμένη, σα να μην ήταν κανένας γύρω σου. Σε έπιασα από τον ώμο για να δω το πρόσωπό σου να ακτινοβολεί από δάκρυα, να εκπέμπει φωτεινά βλέμματα, χαμόγελα και... και οι λέξεις γραμμένες εδώ αρχίζουν να είναι μικρές, αδύναμες, φτωχές και κουρασμένες. Κοίταξα γύρω μου και είδα κι'άλλα (βρεγμένα) χαμόγελα, είδα εκστασιασμένα χέρια και λαμπερά βλέμματα μέσα στο σκοτάδι. Σκεφτόμουν ότι ήμουν χαρούμενος...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου