Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Καρνίβαλλοι




Τι ωραία που ήρθε πάλι το καρναβάλι!Βγαίνουμε έξω, ξεφαντώνουμε, χτυπιόμαστε με τα ρόπαλα, πίνουμε, μεθάμε, κλαίμε, ξερνάμε, κατουριόμαστε στη μέση του δρόμου, γκαστρωνόμαστε, παίζουμε ξύλο, κάνουμε κακόγουστες φάρσες, πηγαίνουμε στο νοσοκομείο, κάνουμε πλύση στομάχου.
Γιατί έτσι ρε παιδί μου τη βρίσκουμε! Γιατί έτσι ξεφαντώνουμε και απελευθερωνόμαστε από τα καθημερινά άγχη μας! Όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου δεν μπορούμε να ζήσουμε τόσο όμορφα! Δεν μπορούμε να δείξουμε ποιοι πραγματικά είμαστε! Χρειαζόμαστε το καρναβάλι για να απελευθερωθούμε!! Βλέπουμε τις υπέροχες λεπτεπίλεπτες δημιουργίες των αρμάτων και θαυμάζουμε, την καλλιτεχνικότητα που αποπνέουν και την βαθιά καλλιτεχνική φλέβα αυτών που τα δημιούργησαν!...όταν τελειώσετε τραβήξτε το καζανάκι, παρακαλώ.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Θυμάμαι...


...που είχαμε πάει σπίτι σου πριν αρκετά χρόνια. Δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Υπολογίζω οτι ήταν το 2002. Οι γονείς σου είχαν πάει διακοπές στα Καλάβρυτα. Εσύ Johnny, γιατί δεν είχες πάει άραγε; Μου είπες οτι βαριόσουν. Χαραχτήκαν στη μνήμη μου τόσες ιστορίες, όμως κάποιες ξεχωρίζουν και μερικές φορές μου μοιάζουν σαν απλά παραμύθια στα οποία τυχαίνει να είμαστε πρωταγωνιστές.
Ήταν και ο Μίτσος μαζί μας τότε. Το προηγούμενο βράδυ ήμασταν και πίναμε στη Μυροβόλο. Με το λεωφορείο φτάσαμε σπίτι σου! Απίστευτο μου φαίνεται...Δεν οδηγούσες τότε. Είχα την εντύπωση οτι οδηγούσες από πάντα.
Αν αφηνώμασταν να μας παρασύρει ο Μίτσος μάλλον θα είχαμε βάλει φωτιά στο σπίτι σου τότε. Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν μπήκε ήταν να αρπάξει μια ντομάτα(!!) από τη κουζίνα, που ήταν δίπλα στην είσοδο και να την πετάξει πάνω στις κουρτίνες...Στη συνέχεια τίναξε τα παπούτσια από τα πόδια του. Τα είδαμε να προσγειώνονται πάνω στο χριστουγεννιάτικο δέντρο...

"Θα γίνει χαμός απόψε!! Το σπίτι είναι δικό μας!!" .

Ο Μίτσος υπερέβαλε πάντα και σε όλα. Ακόμα και τότε μέσα στην εποχή της δικής μας απόλυτης υπερβολής μας φαινόταν υπερβολικός.
Το σπίτι το είχε αφήσει η μάνα σου στην εντέλεια. Στολισμένο, φωτεινό και τακτοποιημένο. Σου είχε αφήσει και φαγητά. Φάγαμε το παστίτσιο μέσα από το μπολ και οι τρεις μαζί και αρχίσαμε να ψάχνουμε για ποτά. Ήταν ανάμεσα από την τηλεόραση και το χριστουγεννιάτικο δέντρο, σε ένα ντουλάπι. Το Dewar's το πράσινο δεν θα το πίναμε γιατί δεν το είχε ανοίξει ο πατέρας σου ακόμα. Τα υπόλοιπα ήταν κάποιο άλλο ουίσκι, ούζο και βότκα. Έπινα και από τα τρία στην αρχή ενώ ο Μίτσος είχε αρχίσει να αδειάζει ένα μπουκάλι ουίσκι.

"Ρε μαλάκα, πιές και από κανένα άλλο μπουκάλι. Θα καταλάβει ο πατέρας μου όταν γυρίσει.."
"Ναι ναι, τώρα! Σε λίγο θα πάρω άλλο."

Πήγαμε στο δωμάτιό σου όπου είχες τα drums που αγόρασες. Είχες και δυο κιθάρες. Ότι πρέπει δηλαδή. Ψάχναμε να βρούμε ενισχυτή να συνδέσουμε την ηλεκτρική. Τον βρήκα εγώ δίπλα στο δέντρο και τραβώντας τον διαπίστωσα οτι ήταν ακόμα στο πολύμπριζο. Κόντεψα να ρίξω κάτω το πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχατε και έσπασα και ένα βάζο! Δεν δώσαμε και ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το γεγονός. Θέλαμε να αρχίσουμε να παίζουμε μουσική. Παίξαμε ένα κομμάτι που είχα γράψει. Ο Μίτσος το άκουγε σαν να ήταν μια θεόσταλτη μελωδία των χερουβίμ, σαν να ήταν το καλύτερο κομμάτι που είχε ακούσει ποτέ.

"Πω πωωω!! Γαμάτο! Είναι σαν τα ριφάκια που έχουν οι Anathema αλλά ακόμα καλύτερο!! Πάμε άλλη μία;!;!"

Είχαμε ήδη πιει 3 μισοάδεια (μπορεί και μισογεμάτα, εξαρτάτε πώς το βλέπει κανείς) μπουκάλια. Ο Μίτσος ήταν γραφτό να τελειώσει το γεμάτο μπουκάλι που ξεκίνησε. Παίζαμε μουσική με όση ένταση είχαμε! Παίζαμε ξανά και ξανά την ίδια μελωδία, μπερδεμένη με τα επιφωνήματα του Μίτσου και τα μισόλογα και των τριών μας, άλλοτε αγριεμένη και άλλοτε ρευστή και χαοτική σε ένα ταλαντευόμενο κρετσέντο πριν την έκρηξη, πριν την απόλυτη οργή εστιασμένη πάνω στις χορδές μας, στις χορδές της ψυχής μας. Τότε για λίγες στιγμές ένοιωσα να περιπλανιέμαι στο κενό, ένοιωσα να εξαϋλώνομαι και να φεύγω απ'το σώμα μου! Μπορούσα να διακρίνω τα αστέρια στον ουρανό από το παράθυρο και τα ένοιωθα να έρχονται προς εμένα, σιγά σιγά με σταθερά βήματα πιο κοντά μας.
Παίζαμε τουλάχιστον για 1 μισή ώρα παραλλαγές του ίδιου μοτίβου στη διαπασών. Βλέπαμε φως στο διπλανό σπίτι παρόλο που η ώρα ήταν 3 τα ξημερώματα. Περιμέναμε ότι κάποιος θα έρθει όπου να'ναι και θα μας πει να σκάσουμε μπας και κοιμηθεί. Κάνείς δεν ήρθε...Μετά μας είπες οτι δίπλα έμεναν οι θείοι σου με τις ξαδέλφες σου...Δεν τις είχα γνωρίσει ακόμα τότε. Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέμαι πώς είναι, πώς μοιάζουν.
Κουρασμένοι σταματήσαμε να παίζουμε και καθίσαμε στη κρεβατοκάμαρα των γονιών σου. Ακούσαμε την ιστορία του Μίτσου για μια φίλη του, που ο πατέρας της έχασε και τα δυό του χέρια σε ένα ατύχημα, όταν ήταν νέος. Ακούσατε εμένα να προσπαθώ να συγκρατήσω την έκρηξη του γέλιου μου μετά από το:

"Καλά εε!!Πρέπει να τον ακούσετε να παίζει κιθάρα!! Είναι φοβερός κιθαρίστας!"

Ήμασταν τόσο κομμάτια που δεν ελέγχαμε αυτά που λέγαμε πριν τα πούμε. Ήμασταν ελεύθεροι από κάθε λογοκρισία, ελεύθεροι να γέρνουμε επικίνδυνα προς τη μυθοπλασία χωρίς όμως να το επιδιώκουμε. Μιλήσαμε για σχέδια που ξέραμε οτι δεν θα τα πραγματοποιούσαμε ποτέ, για συναυλίες και ταξίδια που ποτέ δε θα κάναμε μαζί και για σκέψεις μας που θα χάνονταν μόλις ξεμεθούσαμε. Βρισκόμασταν όμως όσο κανένας άλλος άνθρωπος στο παρών. Νοιώθαμε την ένταση της οργάνωσης καθορίζοντας όλες τις λεπτομέρειες για τα ταξίδια και για τις συναυλίες που ποτέ δε θα κάναμε. Οραματιζόμασταν τόσο ξεκάθαρα τις σκέψεις μας και νοιώθαμε οτι γινόμασταν απόλυτα κατανοητοί ο ένας στον άλλον, παρόλο που πιστεύω οτι ο καθένας καταλάβαινε αυτό που ήθελε τελικά. Βέβαια, ποτέ κανένας δεν πρόκειται να καταλάβει επακριβώς πώς νοιώθει κάποιος άλλος. Ακόμα και αν έχουν βρεθεί σε ίδιες καταστάσεις ο καθένας θα τις βιώσει διαφορετικά. Το θέμα και όλη η ουσία, είναι στο να μπορέσεις να νοιώσεις οτι κάπου ανήκεις, οτι αλληλεπιδράς με τους γύρω σου, οτι είσαι ζωντανός!
Είχαμε πιεί πάρα πολύ και δεν είχαμε κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ. Άρχισα να βλέπω λευκές τελείες να αναβοσβήνουν στα μάτια μου. Νομίζω κοιμήθηκα λίγο, πριν να μας ανακοινώσει ο Μίτσος οτι θέλει να κάνει μπάνιο. Άρχισε να γδύνετε 'χύμα' μπροστά μας και να προχωράει προς το μπάνιο. Ήταν τελείως κομμάτια. Σκουντουφλούσε πάνω στις πόρτες. Τελικά έκανε μπάνιο με κρύο νερό και νομίζαμε οτι συνήλθε. Είχε όμως όρεξη να ανάψει και τις κλανιές του με έναν αναπτήρα..! Μετά επιτέλους ντύθηκε και ηρέμησε.
Το πρωί αποφασίσαμε να πάρουμε το λεωφορείο και να πάμε για καφέ στην πόλη. Στο δρόμο για τη στάση πήραμε και φάγαμε πορτοκάλια από τη πορτοκαλιά του διπλανού σπιτιού. Στο λεωφορείο ο Μίτσος ακόμα ζαλισμένος μου ζητούσε να στείλω μήνυμα με το κινητό του σε κάποια κοπέλα. Το τί έγραψα και σε ποιόν το έστειλα ούτε εγώ δεν το κατάλαβα...Ήμασταν όλοι ακόμα ζαλισμένοι. Κοιμηθήκατε στην γαλαρία του λεωφορείου. Προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος για να κατέβουμε όταν έπρεπε. Ο Μίτσος καθόταν δεξιά μου και εσύ αριστερά μου. Είχατε ακουμπήσει και οι δύο πάνω μου, ο καθένας από τη μεριά του. Μια γιαγιά που ανέβηκε αργότερα κάτι μου έλεγε για το πιοτό και οτι "...μυρίζετε μέχρι εδωκάτω ".

Τα θυμάσαι όλα αυτά άραγε Johnny; Απορώ εγώ πώς τα θυμάμαι...