Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ονόματα

Πριν ενάμιση χρόνο περίπου όταν είμασταν για μπάνιο στο Βίδο μου είπες οτι θα φύγεις. Είχα αφήσει τη δουλειά μου και το ¨σχέδιο¨ ήταν να κάνουμε ένα κέντρο μαζί. Θα δίδασκα μαθηματικά, φυσική και ότι άλλο, σε παιδάκια. Έφυγες το Σεπτέμβρη.
Μετά απο 2 μήνες η Έλενα με διέγραψε απο το Φου Μπου γιατί όπως μου είπε δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε, μετά απο μια συζήτηση που είχαμε...
Το ίδιο καλοκαίρι η Ειρήνη έφυγε απο Κέρκυρα και μετακόμισε τελικά Αθήνα. Κατάφερνε να με κάνει χαρούμενο πάντα η Ειρήνη και με ρωτούσε πάντα τις πιο όμορφες ερωτήσεις.
Μετά απο λίγο καιρό έμαθα πραγματικά τι τύπος είναι ο Νίκος και διάλεξα να μην ασχοληθώ πια μαζί του.
Άρχισα να κάνω παρέα με τη Μάρα τότε πολύ περισσότερο. Με έκανε να νοιώθω οτι δεν έχουν διαλυθεί όλα, με έκανε να μπορώ να υποκρίνομαι οτι όλα ήταν ΟΚ. Έκανα παρέα και με την Χριστίνα πολύ. Βρισκόμασταν σπίτι του Μάριου.
Το χειμώνα θυμάμαι που τα πρωτοβρόχια είχαν έρθει στην ώρα τους και οτι άλλαξε η σχέση που είχα με τη Νεφέλη.
Πέρασα το χειμώνα με τη Μάρα, την Χριστίνα, το Μάριο, το Ραράκο. Με τη Μάρα βγαίναμε και πίναμε κάθε μέρα. Τα Σάββατα ακόμα πηγαίνω στο παππού μου και τρώμε μαζί. Κάποιες φορές κλαίει καθώς θυμάται τα παλιά και μου λέει οτι η ζωή του πέρασε. Του λέω οτι είναι μια ωραία ζωή απ'όσο την έχω δει μέσα απο τις ιστορίες που μου επαναλαμβάνει κάθε εβδομάδα και μακάρι να ζούσαν όλοι παρόμοια πράγματα. Μετά πίνουμε κρασί και τραγουδάμε μαζί.
Γνώρισα τον Τάκη και κάναμε άλλο ένα συγκρότημα. Κάναμε παρέα και κατάχρηση στο αλκοόλ. Κάναμε και ένα live μετά απο 6 πρόβες την Άνοιξη μαζί με Deadfile.
Όλο αυτό το διάστημα ήμουν φοβερά νευριασμένος. Είχα μια πολύ μεγάλη οργή μέσα μου που με εξουθένωνε. Νόμιζα οτι το διοχέτευα στα live και στη περιοδεία με τα "παλιόπαιδα". Το διοχέτευα και στους γύρω μου. Τσακωνόμουν με το Βασίλη για πράγματα που τώρα μοιάζουν ασήμαντα.
Νομίζω είχα δει ένα ντοκιμαντέρ, κάποια στιγμή, που έδειχνε μια αγέλη λύκων. Ένας απο αυτούς είχε αρρωστήσει και πόναγε. Γινόταν επιθετικός με τους υπόλοιπους χωρίς κάποιον λόγο. Γρύλιζε και κάποιες φορές είχε επιτεθεί σε κάποιους άλλους λύκους.
Έκανα παρέα και με τον Γρηγόρη. Ένοιωθα οτι για κάποιο λόγω βλέπαμε τον κόσμο πίσω απο το ίδιο πρίσμα.
Το καλοκαίρι γνώρισα τη Σοφία.
Η Χριστίνα μετακόμισε στους γονείς της στην Αθήνα για να καταλάβει οτι δεν της αρέσει εκεί, να γυρίσει πίσω εδώ και τελικά να ξαναπάει στην Αθήνα γιατί την δέχτηκαν σε μια αίτηση για δουλειά που είχε κάνει πριν φύγει απο εδώ.
Ο Γρηγόρης έφυγε για Αθήνα γιατί δεν είχε δουλειά εδώ το χειμώνα.
Η Μάρα τελείωσε με την σχολή της, ξενοίκιασε και έφυγε για Θεσσαλονίκη.
Η Σοφία νομίζω περισσότερο προσπαθούσε να προστατευτεί πάρα κάτι άλλο...
Ο Τάκης έφυγε και αυτός για Αθήνα όταν άρχισε να τον πολεμάει πάλι ο εαυτός του.
Ο Μάριος θα φύγει τον Ιανουάριο για να βρει την Χριστίνα στην Αθήνα.
Η Νεφέλη με παίρνει τηλέφωνο για να με ρωτήσει για τον ΟΑΕΔ
... εσύ έχεις να με πάρεις απο τότε.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Διαβεβαιώσεις και καθησυχασμοί

έχω ακόμα τον ήλιο
πάνω στα φύλλα των δέντρων
έχω τις παγωμένες νυφάδες
που κολυμπούν στον αέρα

μου έχει μείνει το έδαφος
και οι  κρυφές του ελπίδες
μου έχει μείνει η παράξενη
γεύση της θάλασσας στα χείλη

(δεν αντέχω πια να σου μιλάω)
(στον ύπνο μου)
(όταν ξυπνάω εδώ)
(η καρδιά μου σβήνει)

Αλλά έχω ακόμα τους τοίχους
στο σπίτι μου.
Μου έχει μείνει
η ζεστασιά του φωτισμού πάνω τους

έχω ακόμα τις γλάστρες
στο μπαλκόνι μου
έχω ακόμα τα δέντρα
όπου έπαιζα κρυφτό

έχω τα καλοκαίρια
γεμάτα στάχυα και πλαστελίνη
έχω τα ματωμένα μου γόνατα
και τα πέτρινα παπούτσια

έχουν μείνει ακόμα
τα αγριόχορτα
που με καλούν
να χαθώ μέσα τους

υπάρχει πάντα το
ξύλινο δωμάτιο  
που πριν ανοίξω την πόρτα
θα ακούω τις παιδικές φωνές μας

θα έχω πάντα
τα πουλιά στον αέρα
και τα αστέρια τη νύχτα
να με σκεπάζουν

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

B. K.

Ζω στο σπίτι κάτω από το λόφο
και γυρνάω εκεί το απόγευμα
πεθαίνω ακουμπισμένος στο παράθυρο
κοιτώντας τους χαρταετούς πάνω από τα δέντρα

Κάποιες νύχτες πετάω
υπνοβατώντας απ'το παράθυρο
κρατώντας στο χέρι μου ένα κερί
για να με ακολουθώ πιο εύκολα

Γράφουμε "τραγούδια" γιατί ανυπομονούμε να ακούσουμε τον εαυτό μας να λέει:
"έγραψα ένα τραγούδι για 'σένα"
και ανυπομονούμε επίσης, να ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας
στη μέση της πρότασης

Θα'θελα πολύ να μου εξηγούσες ένα απόγευμα απο αυτά,
γιατί βλέπω χαρούμενα λιβάδια γεμάτα λουλούδια
και ηλιόλουστα χαμόγελα γυναικών στην εξοχή,
κάθε φορά που ονειρεύομαι το θάνατο

Έχεις ένα χαμόγελο και συ, στερεωμένο στο πρόσωπό σου
αλλά δεν έχεις ηλικία, ούτε συγγενείς,
έχεις όμως το όνομά σου στερεωμένο (κι'αυτό) δίπλα σου
το μικρό σου όνομα είναι πλέον πολλά ονόματα

Δεν αλλάζεις τα μαλλιά σου,
ούτε το βλέμμα σου
χρειάζεσαι λίγο τσάι μερικές φορές
και θέλεις να μάθεις όσα δε ξέρω εγώ για μένα

Τα "Ναι" που σου λέω με εντυπωσιάζουν
με τη σιγουριά που βγαίνουν απ'το στόμα μου
κρατάνε τα δάκρυα στη θέση τους
ευθυγραμμίζουν τα μάτια σου με τα δικά μου

Μου δείχνεις τα χέρια μου...
που είναι πάντα ματωμένα...
προσπαθείς να τα σκουπίσεις με τις στάχτες της
και γω σου λέω φοβισμένος οτι κουράστηκα...

Μετά σου μιλάω... μπερδεμένα, με ενήλικες λέξεις,
ανακατεμένες, φοβισμένες, απαστράπτουσες λέξεις
φαντασμαγορικές, δειλές, ανήμπορες λέξεις
μετά, ώρα για ύπνο... μπαίνω μόνος μου στο κρεββάτι μου πλέον...