Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

10/7/09




Έ
χω αρχίσει να φρικάρω τελείως! Κάθομαι και περπατάω στα σκοτάδια μέσα στο σπίτι και φρικάρω! Κάθομαι το απόγευμα και βλέπω τηλεόραση μέχρι το βράδυ. Μπουχτίζω από την κενότητα των προβολών και πίνω (votka συνήθως, ρούμι κατα προτίμηση) για να τα βγάλω πέρα. Μετά φοβάμαι οτι θα γίνω σα το πατέρα μου και αρχίζω τη γυμναστική. Νοιώθω το σπίτι να με πλακώνει σα μια φυλακή χωρίς τοίχους, με ανοικτά παράθυρα και τζάμια από τα οποία όμως δε μπορείς να βγείς. Αυτό ακριβώς είναι και το πιο τραγικό της υπόθεσης. Το οτι δεν μπορείς να βγείς γιατί δεν έχεις που να πάς!
Και όταν αποφάσισα μια φορά να βγώ έξω, ήταν σα να είσαι ο απόλυτος παρείσακτος, ο μόνος μόνος του, ο άνθρωπος που δεν του είπαν οτι το καρναβάλι τελείωσε και βγήκε έξω ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα.
Και όταν κοιτάς γύρο σου τα βλέπεις όλα απαράλλακτα και ίδια, όπως ήταν πριν 10 χρόνια, αλλα κάτι δε ταιριάζει, κάτι δεν "κολλάει" και έχει τέτοια επίπτωση στην γενική εικόνα που την διαστρεβλώνει και την αλλάζει απόλυτα από από την μια στιγμή στην άλλη. Οι άνθρωποι. Δεν υπάρχουν πλέον οι άνθρωποι που περίμενες να βρίσκονται σε συγκεκριμένα μέρη. Τα μαυροφορεμένα παιδιά στα σκαλιά, στο σοκάκι δίπλα απο τα Mc Donalts, οι ξανθιές bimbo με τις λαχανί κάλτσες και τις κοντές φούξια φούστες στο in μέρος, οι παππούδες με την βαριά προφορά που έπαιζαν το παιγνίδι με τις τεράστιες σιδερένιες μπίλιες στη Γαρίτσα, να λένε ο ένας στον άλλον οτι είναι αυθεντίες στα πάντα (ωρέ άκουμε που σου λέω, ωρέ!!), οι τύποι που έπαιζαν κρίκετ στο γρασίδι,.. εμείς που οργώναμε την πλατεία λες και την περιπολούσαμε απο της πολλές βόλτες. Ούτε τα παιδάκια είδα να παίζουν στα χορτάρια της πλατείας, ούτε τον τύπο με το μαλλί της γριάς είδα (μπορεί να έτυχε, μπορεί και όχι). Τα μαγαζιά αλλάζουν ονόματα αλλά πάντα τα ίδια μένουν (δυστυχώς).
Ατελείωτες γύρες την έχουμε φέρει την πλατεία και δεν είναι και μικρή...Η μεγαλύτερη των Βαλκανίων λέει..και η πιο όμορφη λέω εγώ χωρίς να ξέρω. Όταν δεν κάναμε βόλτες στη πλατεία ξαπλώναμε στις πολεμίστρες του φρουρίου και κοιτάζαμε τ'αστέρια, κοιτάζαμε το μέλλον μας γραμμένο με την λάμψη τους. Συζητούσαμε και προσπαθούσαμε να αποκωδικοποιήσουμε τη λάμψη αυτή για να μας φανερώσει τα μυστικά της, να μας φανερώσει τί είναι αλήθεια και τί ψέματα. Η αλήθεια λοιπόν, είναι όλα όσα θέλουμε να πιστεύουμε. Όλα τα άλλα είναι ψέματα και ανακρίβειες..
...Και τη θάλασσα ακούγαμε καμιά φορά από το φρούριο όταν είχε κύμα, και τη μουσική από το μαγαζί δίπλα (πολύ σκοτεινό μαγαζί). Θυμάμαι εκεί να κάνουμε διαγωνισμό ποιός θα πιεί πρώτος το 1 λίτρο μπύρας που μας έφερναν σε ένα τεράστιο ποτήρι. Καθόμασταν πάντα έξω γιατί πηγαίναμε πάντα καλοκαίρι.
Και το πώς γυρίζαμε στα σπίτια μας άλλαξε. Ήταν το χαλαρωτικό, κάπως σαν συμπερασματικό, μέρος της βόλτας. Σα τη σύνοψή της, και σαν τελετουργία. Γυρνούσαμε πάντα από τον ίδιο δρόμο, λέγαμε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα στα ίδια σημεία της διαδρομής και χωρίζαμε τους δρόμους μας πάντα στα ίδια σημεία. Όχι όμως πια

"Καληνύχτα ρεϊϊϊϊ! Τα λέμε αύριο"
"9 πεντοφάναρο;;"

Haiku


8/7/09

Περιμένω...με τα χέρια κλειστά
σε μια κρυφή αγκαλιά (περιμένω)

Περιμένω...με τα μάτια ανοικτά
αλλά και τόσο αδειανά (περιμένω)

Σε ανασαίνω...κάνω τα χνώτα σου
φωτιά. Καταλαβαίνω

και περιμένω...μεχρι να'ρθεί ζωή ξανά

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009


Το ξέρω... το ξέρω. Μερικοί αισθάνονται πεσμένοι όλη τη μέρα, άλλοι δε κοιμούνται τα βράδια, άλλοι δεν τρώνε, κάποιοι έχουν σταματήσει να πηγαίνουν στη δουλειά τους, άλλοι δε μπορούν να κοιμηθούν το μεσημέρι, κάποιοι έχουν αρχίσει να αισθάνονται χρόνιο άγχος κτλ κτλ. Το ξέρω οτι σας έχω παραμελήσει και έχω καιρό να γράψω, αλλά σας παρακαλώ...κάντε υπομονή! Για όλα φταίει η Τελλάς! Δεν μου έχει συνδέσει ακόμα το ιντερνετ!
(Δεν φέρω καμία ευθύνη για τυχών βίαιες επιθέσεις σε καταστήματα της Τελλάς από τους αναγνώστες μου {μη ψάχνεται παιδιά, δεν υπάρχουν τέτοια καταστήματα...}).


Τώρα είμαι στη Κονταριώτισα με ασύρματο ιντερνετ.