Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Οινόη


... λεγόταν ο σταθμός που συναντηθήκαμε. Φεύγαμε για την 5ήμερη άδεια πριν πάμε στην Κύπρο. Σταματήσαμε Οινόη και περιμέναμε ανταπόκριση για Θεσσαλονίκη. Μεγάλη μαλακία... Βροχερή μέρα, με έναν θυμωμένο ουρανό να μας κοιτάζει βλοσυρά. Περπατούσαμε μέσα στις λάσπες για να πάμε στην στάση του τραίνου, και είχαμε ένα κόμπο στο λαιμό, μια θηλιά από ανασφάλειες, φόβους και αρβιλολογίες να μας σφίγγει όλο και πιο πολύ.

Η μαλακία ήταν οτι το τραίνο για Θεσσαλονίκη θα ερχόταν τις 9μιση, και εμείς φτάσαμε Οινόη από τις 4. Νύχτωσε από τις 5... Δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πήγα σε ένα περίπτερο δίπλα στο σταθμό και πήρα ένα κρουασάν. Ξαναπήγα και αγόρασα ...πατατάκια. Δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο. Περιφερόμουν στο σταθμό χωρίς να ξέρω τί να κάνω, όταν είδα οτι δίπλα του υπήρχε ένα κυλικείο, που έμοιαζε μάλλον περισσότερο με ταβέρνα. Ήμουν φορτωμένος σα γάιδαρος, με το σακ βουαγιάζ, το στρατιωτικό σάκο και το "λουκάνικο". Μπήκα μέσα και άφησα τα πράγματα σε ένα τραπέζι. Παρήγγειλα να φάω μια χωριάτικη και σουβλάκια. Μέσα υπήρχαν μόνο γέροι, που είχαν γυρίσει όλοι τις καρέκλες τους για να κοιτάνε προς την μικρή τηλεόραση η οποία κρατούσε το μαγαζί στην ζωή με τεχνητή υποστήριξη.

Καθίσατε στο διπλανό τραπέζι και πίνατε κρασιά. Πιάσαμε την κουβέντα λέγοντας τις γνωστές μαλακίες που λένε οι φαντάροι για να περνάει η ώρα. Για όλα όσα λέγαμε, ξέραμε από πριν τις απαντήσεις και την ροή της συζήτησης, αλλά αυτή η σιγουριά μας έκανε να νοιώθουμε κάτι σταθερό, κάτι που επιτέλους δεν μεταβάλλεται, κάτι που το γνωρίζουμε και 'μεις. Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα έτσι.

Θυμάμαι οτι ήμουν πολύ κουρασμένος αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Καταφέραμε, με χίλια ζόρια, να ανεβάσουμε τα πράγματα στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Λίγο πριν φύγουμε πήρα ένα βιβλιαράκι με τα δρομολόγια των τραίνων της Οινόης. Το κράτησα σε μια τσέπη του μπουφάν μου και το ξαναθυμήθηκα πάλι, εκείνο το βράδυ που βγήκαμε μαζί και πίναμε κόκκινο αψέντι, μπύρες, ναργιλέδες και ούζα. Έτυχε μετά από περίπου 3 μήνες, να μετατεθείς στο στρατόπεδο που ήμουν και να βγούμε μαζί. Κατά τις 7 το απόγευμα ήμασταν τελείως μεθυσμένοι. Μου έλεγες για τα πράγματα που έχεις κάνει στη ζωή σου και εγώ σε άκουγα μουδιασμένος και έβλεπα τα μάτια σου να γεμίζουν αστέρια. Μου έλεγες για τα όργια που είχες κάνει στη ζωή σου και εγώ κοίταζα τα μάτια σου για να καταλάβω οτι είσαι ακόμα εσύ... οτι είσαι ο ίδιος άνθρωπός που μου μιλούσε πριν λίγο. Μου έδειξες την καρδιά σου εκείνο το βράδυ και είδα οτι είχε σπάσει σε 4 κομμάτια. Μου το επανάλαβες τόσες φορές... "Η καρδιά μου έσπασε σε 4 κομμάτια" μου έλεγες ξανά και ξανά. "... σε 4 κομμάτια". Προσπαθούσα να σε πείσω οτι το μόνο που έχει σημασία στην ζωή είναι να αποζητάς την ευτυχία, με κάθε τρόπο. Και τότε είδα το σχήμα των ματιών σου να αλλάζει... να γίνονται τα μάτια σου ξένα. Τότε κατάλαβα.... Κατάλαβα πόσο λίγο σε ξέρω και πόσο διαφορετικά και αυθαίρετα φαντάστηκα τη ζωή σου...

Το λεωφορείο που μας γύριζε πίσω στο στρατόπεδο ήταν όπως πάντα σκοτεινό και παγωμένο. Κάθισες στη θέση πίσω μου με σβησμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη. Στο λεωφορείο νόμιζα οτι θα ξερνούσες από στιγμή σε στιγμή. Σε κοιτούσα λες και περίμενα να το κάνεις. Δεν άντεξα και αποκοιμήθηκα στη θέση μου. Φτάσαμε στο στρατόπεδο και αιωρηθήκαμε μέχρι τους θαλάμους. Την άλλη μέρα τα μάτια σου ήταν κρυμμένα. Κρυμμένα πίσω από το χαμόγελο που είδα όταν σε γνώρισα στην Οινόη, κρυμμένα εκτός αυτού εδώ του κόσμου, κρυμμένα για πάντα μέσα σου...
Κρυμμένα στο χθεσινό αψεντι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου