Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

17/5/10


Όλο φυσάει εδώ και δεν αφήνει τις σκέψεις μας στάσιμες. Όλο φυσάει και μας ανακατεύει τη ψυχή. Διώχνει τις μέρες από πάνω μας ο αέρας πριν καλά καλά το καταλάβουμε. Τα πουλιά στον αέρα σαν στάσιμοι χαρταετοί...Δεν μιλάμε. Παρά μόνο περιμένουμε να κοπάσει ο αέρας, περιμένουμε να καταλαγιάσουν τα πράγματα, για να ανοίξουμε ξανά τα μάτια μας. Οι μέρες γαντζώνονται από πάνω μας και καθώς τις τραβάει ο άνεμος αφήνουν τα νύχια τους να μας σημαδέψουν. Οι "Μικρές πληγές"... μπερδεμένες με το μέλι που καλύπτει την απογευματινή μας συντροφιά,... ξεχνιούνται τόσο εύκολα.
Μένουμε στάσιμοι μέσα στον άνεμο...χωρίς να φοβόμαστε, χωρίς να προσδοκούμε , χωρίς να ελπίζουμε... Μόνο περιμένουμε. Περιμένουμε να καταλαγιάσει επιτέλους, να έρθει η ώρα που συνέχεια ονειρευόμαστε το βράδυ, για να φτάσουμε στο τέλος αυτού του δρόμου. Όπως στα όνειρά μας που τρέχουμε, αλλά σε αργή κίνηση και δεν φτάνουμε ποτέ να αρπάξουμε αυτό που θέλουμε. Δεν φτάνουμε παρόλες τις συσπάσεις του προσώπου μας. Δεν φτάνουμε να αγγίξουμε αυτό που βρήσκεται μπροστά μας. Είναι σα να κινούμαστε μέσα σε ένα πελώριο παχύρρευστο υγρό, που όσο και αν προσπαθήσουμε δεν μας αφήνει να κινηθούμε πιο γρήγορα...τα χέρια μας και τα πόδια μας πονάνε από την ένταση, πονάνε από την προσμονή, αλλά πιο πολύ πονάει η καρδιά μας, που δεν μας αφήνει, στο όνειρο τουλάχιστον, να φτάσουμε ... εκεί που θέλουμε... Σε αργή κίνηση μόνο... Κάθε προσπάθεια επεξεργασμένη από κάθε πλευρά... Επεξεργασμένη τόσο που κινείται αργά, βασανιστικά προς το επιθυμητό άγνωστο, προς το σχεδόν ερωτικό κάλεσμα του μέλλοντός μας. Μας οδηγεί αργά προς την φωτεινή σχισμή της πόρτας που τόσο προσδοκούμε να δούμε τί κρύβει πίσω της, που είναι τόσα υποσχόμενη.
Αναπνέουμε βαριά και το σκοτάδι γύρο μας μυρίζει καλοκαιρινό απόγευμα... Καθόμαστε με τον πρώτο πλατωνικό μας έρωτα πάνω στο γρασίδι. Η νύχτα πέφτει γύρο μας και τα φώτα των αστεριών πέφτουν πάνω στους ώμους μας. Στους γυμνούς ώμους μας, γιατί είναι καλοκαίρι... Και προσμένουμε αυτό το κάτι που δεν ξέρουμε τί είναι αλλά το θέλουμε τόσο πολύ που μας κόβεται η ανάσα, που ασυναίσθητα σφίγγουμε το χέρι που κρατάμε και βλέπουμε τις θολές πυγολαμπίδες να πετάνε αδέξια μπροστά μας. Να μας δείχνουν τον αβέβαιο δρόμο του αύριο, καθώς στροβιλίζονται ανέμελα μέσα στον αέρα που φυσάει και δυναμώνει σιγά-σιγά. Φυσάει τις σκέψεις μας και μπερδεύει τα μαλλιά της γυναικείας μορφής που κάθεται δίπλα μας. Ανακατεύει τις σκέψεις μας και τις κάνει τόσο γλυκές, τόσο ονειρικές, τόσο ανάλαφρες ώστε να φύγουν με το πρώτο αεράκι για να συναντήσουν βουνοκορφές, φιλικά χαμόγελα, ακτογραμμές, λαμπερές ματιές, πεδιάδες με ψηλό χορτάρι που αναριγεί απ' τον άνεμο, ευωδιάζουσες αγκαλιές και ολόχρυσα, κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα. Τέλος συναντούν εμάς που βρισκόμαστε ακίνητοι ακόμα, στο ίδιο ακριβώς σημείο που ήμασταν αρχικά.. Και μας φαίνεται τόσο δύσκολο να πιστέψουμε ότι δεν πετάξαμε μαζί με τον άνεμο σε όλο αυτό το ανάλαφρο ταξίδι. Μας φαίνεται τόσο απίστευτο (παράλογο) που βρισκόμαστε ακόμα εδώ(μέσα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου