Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Λ.

Μου 'χες πει ότι θα σε έβρισκα στην πλατεία, κάθε καλοκαίρι, κάθε απόγευμα, όποτε ήθελα. Ότι δε θα ξεχνούσαμε τις ανάσες μας και θα περιμέναμε υπομονετικά να βρεθούμε ξανά. Σαν να ήταν σίγουρο ότι θα βρεθούμε, σα να τα είχαμε κανονίσει όλα. Σε πίστεψα επειδή είδα πόσο φυσικά και αβίαστα το πίστευες όλο αυτό... Σου γκρίνιαζα αρχικά, ότι θα χαθούμε και ότι δε θα μιλάμε πια στο τηλέφωνο, ούτε θα μου στέλνεις πια μηνύματα με τελείες, αποστρόφους και παρενθέσεις να σχηματίζουν αρκουδάκια.
Οι μέρες πέρναγαν όπως περνάνε και σήμερα. Με τον ήλιο να μας κάνει να χαμογελάμε με το ζόρι και τις πυγολαμπίδες το βράδυ να έρχονται κοντά μας και να μας ψιθυρίζουν αλήθειες με τις λεπτές φωνές τους. Πάντα με κοίταζες σα να θέλεις κάτι να μου πεις και σα να αμφιβάλλεις για το αν είναι αλήθεια αυτά που σου λέω εγώ. Φορούσες ένα άσπρο στενό φανελάκι ένα σκουρόχρωμο τζίν και ένα σταυρό. Θυμάμαι που μου έλεγες πόσο περίεργη εφεύρεση θεωρείς τα παπούτσια.
Περπατούσαμε μαζί στο φρούριο και μου έλεγες με μισόλογα για το τι συμβαίνει στη ζωή σου. Νομίζω περισσότερο για να τα ακούσεις εσύ τα έλεγες... Ένοιωθα ότι ήθελες να μου μιλήσεις αλλά φοβόσουν να πεις τα πράγματα που συνέβαιναν. Για την μητέρα σου... για το ότι θα έφευγες και θα πήγαινες στην Αθήνα, για τις μπερδεμένες σκέψεις σου... και για το ότι κάποιες φορές ο καλοκαιρινός ουρανός μαύριζε και όλα γύρω σου σκοτείνιαζαν και αρρώσταιναν. Σου τα έλεγα και εγώ αυτά... με κοίταζες με μισάνοιχτο το στόμα...
Και μετά ξαφνικά χιόνιζε! Πηγαίναμε βόλτες στη Γαρίτσα, ανάμεσα στη θάλασσα και στα δέντρα, ανάμεσα σε αυτά που σκεφτόμασταν και σε αυτά που λέγαμε. Άσπρα άνθη από τα δέντρα παρασύρονταν από τον ανοιξιάτικο αέρα και γέμιζαν τα πάντα γύρω μας. Όλοι οι δρόμοι της πόλης έμοιαζαν χιονισμένοι κάθε άνοιξη.
Τελικά νομίζω είχα δίκιο σε όσα λέγαμε. Χαθήκαμε, μεγαλώσαμε, βρεθήκαμε εδώ και εκεί, γίναμε κάποιοι άλλοι. Ευχάριστα όλα αυτά! Ευχάριστα...
Το πρόβλημα είναι οτι δυσκολεύομαι να ξεχάσω... αυτο είναι όλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου