Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

.-

Σαν να βγάζεις από πάνω σου τα παλιά ρούχα, τα σκισμένα τα βρώμικα ρούχα, τα λιωμένα, που τα αγαπάς τόσο πολύ, που έχουν γίνει ένα με σένα... που νομίζεις ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι σου. Αλλά τώρα έχουν αλλάξει. Δεν είναι τα ίδια απ'όταν τα πρωτογνώρισες πριν 13 χρόνια, πριν 18 χρόνια. Πριν να είσαι αυτός που είσαι. Όταν κάποιος άλλος που σου έμοιαζε τα διάλεξε... και συ τ'αγάπησες τόσο πολύ ώστε νόμισες ότι ήταν ένα με το σώμα σου.

Τα μανίκια τους κόπηκαν, έλιωσαν, αδυνάτισαν, κρέμασαν οι ραφές τους από την πολύ τριβή, από την διαρκή γνώση ότι είναι εκεί, από το να ξεχνάμε ότι είναι εκεί, από το να το ξεχνούν κι'αυτά.
Και τώρα συνειδητοποιείς ότι σε βαραίνουν, ότι κολλάνε πάνω σου. Για πρώτη φορά σκέφτεσαι να τα βγάλεις... και να μείνεις γυμνός. Σκέφτεσαι πώς θα ήταν (άραγε) χωρίς αυτά. Σκέφτεσαι αν θα βρείς άλλα να σου κάνουν. Σκέφτεσαι αν θα μπορείς να πάρεις άλλα. Σκέφτεσαι τί μέρα της εβδομάδας είναι... Σκέφτεσαι τι ακριβώς κάνεις εδώ... και προσπαθείς να κοιταχτείς στον καθρέφτη. Κάτι σου θυμίζει ο κύριος... είναι συμπαθητικός βρίσκεις. Σου λέει οτι είναι κουρασμένος. Όλο αυτό σου λέει τελευταία. Δείχνει κουρασμένος, απογοητευμένος, έτοιμος να τα παρατήσει, έτοιμος να μην τον ενδιαφέρει τίποτα πιά. Το χαμόγελο δεν έχει την λάμψη που'χε παλιά, τα μάτια πιο κυνικά απο ποτέ και τα χείλη πολύ πιο ειρωνικά απ'ότι θυμάσαι. Δε μπορούσε όμως να δει τα λιωμένα ρούχα πάνω του. Δε μπορούσε να δει ότι τον ενοχλούν και οτι θα έπρεπε να τα είχε αλλάξει κάποια στιγμή. Τώρα θέλει να τα διώξει όλα. Τώρα βλέπει πιό καθαρά. Τώρα γίνονται όλα όσα φοβόταν... μαζί, ταυτόχρονα. Τώρα μένει γυμνός, γιατί καθώς βγάζει ένα ρούχο από πάνω του (αυτό που αγαπά πιο πολύ, αυτό που κάλυπτε όλο του το σώμα) βλέπει και άλλα να ξεκολλούν και να κρέμονται ετοιμόρροπα και να πέφτουν και να χάνονται.

Θέλω τόσο πολύ να τα τραβήξω όλα αυτά τα κουρέλια απο πάνω μου. Θέλω να απελευθερωθώ από αυτά... κιας μείνω γυμνός, κιας κρυώνω. Με ένα μαγικό σχεδόν τρόπο όμως βλέπω ότι έρχονται άλλοι άνθρωποι και με αγκαλιάζουν με όλη τους τη καρδιά, έρχονται άνθρωποι που δεν τους περίμενε κανείς, απρόσκλητοι, όμορφοι, χαρωποί, γεμάτοι αγάπη και χαμόγελα, που προσπαθούν να με αγκαλιάσουν. Προσπαθούν να με κοιτάξουν στα μάτια, κάτω από τη μάσκα μου, κάτω από την ευγενική πρόσοψη.

Κάποιες φορές νοιώθω ότι είναι πολύ αργά, ότι είναι καλύτερα να κοιμηθώ, να τα παρατήσω και να ξεκουραστώ, αλλά συνεχίζω για αυτούς που με αγκαλιάζουν και κρέμονται από πάνω μου, με κάνουν να χαμογελάω ξανά. Και τώρα πρέπει να γίνω πιό όμορφος, πιο ενδιαφέρον, πιο αποτελεσματικός. Να αποφασίζω για 'μένα, να διαλέγω να κάνω τα δικά μου λάθη, να γίνω δικός μου ξανά, να λέω αυτά ακριβώς που θέλω όταν τα θέλω και να ζητάω... να ζητάω ξανά.

Τώρα βρίσκομαι ανάμεσα

Ελπίζω να μην είμαι τόσο κουρασμένος όσο λέω...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου