Τετάρτη 27 Απριλίου 2016
Μαρμότα
Σάββατο 23 Απριλίου 2016
.-
Τα μανίκια τους κόπηκαν, έλιωσαν, αδυνάτισαν, κρέμασαν οι ραφές τους από την πολύ τριβή, από την διαρκή γνώση ότι είναι εκεί, από το να ξεχνάμε ότι είναι εκεί, από το να το ξεχνούν κι'αυτά.
Και τώρα συνειδητοποιείς ότι σε βαραίνουν, ότι κολλάνε πάνω σου. Για πρώτη φορά σκέφτεσαι να τα βγάλεις... και να μείνεις γυμνός. Σκέφτεσαι πώς θα ήταν (άραγε) χωρίς αυτά. Σκέφτεσαι αν θα βρείς άλλα να σου κάνουν. Σκέφτεσαι αν θα μπορείς να πάρεις άλλα. Σκέφτεσαι τί μέρα της εβδομάδας είναι... Σκέφτεσαι τι ακριβώς κάνεις εδώ... και προσπαθείς να κοιταχτείς στον καθρέφτη. Κάτι σου θυμίζει ο κύριος... είναι συμπαθητικός βρίσκεις. Σου λέει οτι είναι κουρασμένος. Όλο αυτό σου λέει τελευταία. Δείχνει κουρασμένος, απογοητευμένος, έτοιμος να τα παρατήσει, έτοιμος να μην τον ενδιαφέρει τίποτα πιά. Το χαμόγελο δεν έχει την λάμψη που'χε παλιά, τα μάτια πιο κυνικά απο ποτέ και τα χείλη πολύ πιο ειρωνικά απ'ότι θυμάσαι. Δε μπορούσε όμως να δει τα λιωμένα ρούχα πάνω του. Δε μπορούσε να δει ότι τον ενοχλούν και οτι θα έπρεπε να τα είχε αλλάξει κάποια στιγμή. Τώρα θέλει να τα διώξει όλα. Τώρα βλέπει πιό καθαρά. Τώρα γίνονται όλα όσα φοβόταν... μαζί, ταυτόχρονα. Τώρα μένει γυμνός, γιατί καθώς βγάζει ένα ρούχο από πάνω του (αυτό που αγαπά πιο πολύ, αυτό που κάλυπτε όλο του το σώμα) βλέπει και άλλα να ξεκολλούν και να κρέμονται ετοιμόρροπα και να πέφτουν και να χάνονται.
Θέλω τόσο πολύ να τα τραβήξω όλα αυτά τα κουρέλια απο πάνω μου. Θέλω να απελευθερωθώ από αυτά... κιας μείνω γυμνός, κιας κρυώνω. Με ένα μαγικό σχεδόν τρόπο όμως βλέπω ότι έρχονται άλλοι άνθρωποι και με αγκαλιάζουν με όλη τους τη καρδιά, έρχονται άνθρωποι που δεν τους περίμενε κανείς, απρόσκλητοι, όμορφοι, χαρωποί, γεμάτοι αγάπη και χαμόγελα, που προσπαθούν να με αγκαλιάσουν. Προσπαθούν να με κοιτάξουν στα μάτια, κάτω από τη μάσκα μου, κάτω από την ευγενική πρόσοψη.
Κάποιες φορές νοιώθω ότι είναι πολύ αργά, ότι είναι καλύτερα να κοιμηθώ, να τα παρατήσω και να ξεκουραστώ, αλλά συνεχίζω για αυτούς που με αγκαλιάζουν και κρέμονται από πάνω μου, με κάνουν να χαμογελάω ξανά. Και τώρα πρέπει να γίνω πιό όμορφος, πιο ενδιαφέρον, πιο αποτελεσματικός. Να αποφασίζω για 'μένα, να διαλέγω να κάνω τα δικά μου λάθη, να γίνω δικός μου ξανά, να λέω αυτά ακριβώς που θέλω όταν τα θέλω και να ζητάω... να ζητάω ξανά.
Τώρα βρίσκομαι ανάμεσα
Ελπίζω να μην είμαι τόσο κουρασμένος όσο λέω...
Λ.
Οι μέρες πέρναγαν όπως περνάνε και σήμερα. Με τον ήλιο να μας κάνει να χαμογελάμε με το ζόρι και τις πυγολαμπίδες το βράδυ να έρχονται κοντά μας και να μας ψιθυρίζουν αλήθειες με τις λεπτές φωνές τους. Πάντα με κοίταζες σα να θέλεις κάτι να μου πεις και σα να αμφιβάλλεις για το αν είναι αλήθεια αυτά που σου λέω εγώ. Φορούσες ένα άσπρο στενό φανελάκι ένα σκουρόχρωμο τζίν και ένα σταυρό. Θυμάμαι που μου έλεγες πόσο περίεργη εφεύρεση θεωρείς τα παπούτσια.
Περπατούσαμε μαζί στο φρούριο και μου έλεγες με μισόλογα για το τι συμβαίνει στη ζωή σου. Νομίζω περισσότερο για να τα ακούσεις εσύ τα έλεγες... Ένοιωθα ότι ήθελες να μου μιλήσεις αλλά φοβόσουν να πεις τα πράγματα που συνέβαιναν. Για την μητέρα σου... για το ότι θα έφευγες και θα πήγαινες στην Αθήνα, για τις μπερδεμένες σκέψεις σου... και για το ότι κάποιες φορές ο καλοκαιρινός ουρανός μαύριζε και όλα γύρω σου σκοτείνιαζαν και αρρώσταιναν. Σου τα έλεγα και εγώ αυτά... με κοίταζες με μισάνοιχτο το στόμα...
Και μετά ξαφνικά χιόνιζε! Πηγαίναμε βόλτες στη Γαρίτσα, ανάμεσα στη θάλασσα και στα δέντρα, ανάμεσα σε αυτά που σκεφτόμασταν και σε αυτά που λέγαμε. Άσπρα άνθη από τα δέντρα παρασύρονταν από τον ανοιξιάτικο αέρα και γέμιζαν τα πάντα γύρω μας. Όλοι οι δρόμοι της πόλης έμοιαζαν χιονισμένοι κάθε άνοιξη.
Τελικά νομίζω είχα δίκιο σε όσα λέγαμε. Χαθήκαμε, μεγαλώσαμε, βρεθήκαμε εδώ και εκεί, γίναμε κάποιοι άλλοι. Ευχάριστα όλα αυτά! Ευχάριστα...
Το πρόβλημα είναι οτι δυσκολεύομαι να ξεχάσω... αυτο είναι όλο.
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016
Αποτίμηση
Να προχωράς μπροστά μου είχες πει
και να μιλάμε για ήττες, για σκιές και για αγίους
μου'χες πει
για τις βαλσαμωμένες προσευχές μες στους θανάτους
και για τις πιο μικρές σου αναμονές
για αυτές που'ναι σα να μη πέρασαν ποτέ
σα να ξεχάστηκαν στο σπίτι όπου έμεινες μικρός
από την άνοιξη παλιά μέχρι και τώρα στο περβάζι
να κοιτάμε το φεγγάρι πριν να βγει
(μου είχες πει)
να πιούμε
για τις μέρες, για τις νύχτες, τα πουλιά και τους ανθρώπους, για τις νεκρές σου τις ματιές, για τα πιωμένα σου τα χείλη και τα σβησμένα, άναστρα μάτια σου, θαμμένα στην καρδιά σου
να πιούμε για τις μέρες και τις νύχτες όπου χάθηκαν τ'αστεία που δεν είπαμε
(και με αυτά να γελάμε ξανά)
να ακούσουμε ξανά τις πρώτες σου κασέτες
σαν τα όνειρα των εραστών τoν Αύγουστο
σαν ηλιαχτίδες στα πρωινά φύλλα των δέντρων
άκουγα τις μέρες τότε πόσο γέλαγαν
και πως πεθαίναν ξαπλωμένες στο κρεβάτι
πάντα κάτι έμενε στο νου μου να σου πω
και συ μου έλεγες " ένα ακόμα σκαλοπάτι "
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015
Παγοθύελλα
(παύση)
και ακόμα χαμογελάω... ψηλαφίζω το πρόσωπό μου για να βεβαιωθώ. Επιτέλους ηρεμία! :)
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015
Scripta manent
Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015
Τα έλεγε ο Κάφκα...
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
Ημιτελές
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015
Happy tree thoughts
Τετάρτη 13 Μαΐου 2015
Ναι...
για το θάνατο που νιώθεις όταν περπατάς μέσα από τον ήλιο, στην σκιά του καλοκαιριού
για το θάνατο που κρύβεται μέσα στα αγριολούλουδα όταν τα κοιτάξεις από κοντά,
μόλις νοιώσεις την πνοή τους στο δέρμα σου
για τον θάνατο που κρύβεται μέσα στις χαραμάδες του ήλιου
και για την απροθυμία των πρωινών χαμόγελων
για τα χέρια που ακουμπάν στον δέρμα σου καθώς τα σύννεφα γίνονται ροζ
και αναστατώνουν τις πεταλούδες μέσα στα σπλάχνα σου
για τη μυρωδιά των γιασεμιών στον γεμάτο υγρασία αέρα
Για το θάνατο που υπάρχει στην στιγμή που περπατάς στα σκοτεινά δρομάκια της πόλης ένα λαμπρό πρωινό
και για τον θάνατο που κάνει τις λέξεις μέσα στο κεφάλι σου να αντηχούν καθώς χαμογελάς.
Για την ελευθερία των λευκών καθαρών ρούχων κρεμασμένα στον αέρα από πάνω μας... Για τα λουλούδια και τα αγριόχορτα που αγωνιούν να φτάσουν να σε ακουμπήσουν, καθώς περνάς δίπλα τους.
...και ναι... γιατί να βιαζόμαστε τόσο; Ο θάνατος είναι πάντα ο πρώτος συγγενής που έρχεται.
Είναι αυτός που μυρίζει αίμα μετά το ατύχημα. Ο τεχνοκράτης θάνατος. Πέτρινος μες στην αβεβαιότητά μας.
Και τέλος είναι και αυτός ο θάνατος, ο καλά κρυμμένος, ο πρωταρχικός, ο αναπόφευκτος, ο γνωστός, ο αναγκαίος, ο γλυκός και ο αμόλυντος που κρατά την καρδιά μου στα χέρια του όταν περνάς απ' το μπαλκόνι μου τη νύχτα.
Σάββατο 14 Μαρτίου 2015
Παραγεμισμένες καρδιές...
Η αλήθεια
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015
Συγκομιδή
... δεν είναι τα σπασμένα μας δάχτυλα
Έρωτας δεν είναι το σκοτάδι της ψυχής μας
Αγάπη ( ΓΑΜΗΜΈΝΗ αγάπη) δεν είναι τα στοιχειωμένα λόγια γραμμένα πάνω στο τοίχο
ούτε τα μάτια μας ήταν ποτέ τόσο ξένα
Ερωτευμένα κι'αυτά με τους καλύτερους εφιάλτες μας
δε ζητήσαμε ποτέ τίποτα λιγότερο από τη συγκομιδή μας...
από την αναστάτωση
τον τριγμό
του σώματος
και της ψυχής μας
Πάνω σε αυτό το ατέρμονο ταξίδι προς το θάνατο
Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014
Κατανόηση
Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014
Ατελείωτες Παρελάσεις
μπροστά από τα έκπληκτα μάτια μας
και ούτε που καταλαβαίνουμε τι μας λένε
και όσα καταλαβαίνουμε δε βγάζουν νόημα πια.
Μας κοιτάνε φοβισμένες οι μέρες
με τα εναγώνια βλέμματά τους πίσω από το θαμπό γυαλί που μας χωρίζει.
Εμείς ήρεμοι, τις κοιτάμε νωχελικά, μισομεθυσμένοι
καθισμένοι σε κάποιο μπαρ που πήγαμε να σκεφτούμε τα όνειρά μας
καθόμαστε μ'ένα γυάλινο λερωμένο ποτήρι
στο χέρι και το κουνάμε μιλώντας
στον εαυτό μας
του λέμε όλα μας τα όνειρα
όλα μας τα λάθη που θα ξανακάναμε
και όλες τις λέξεις που θα ξαναλέγαμε
όλες τις ιστορίες που θα ξανακούγαμε
όλες τις βόλτες που θα ξανακάναμε
Του λέμε για τα έκπληκτα μάτια
από τις μέρες που περνάνε
για τις βροχές που μας μούσκεψαν
και για άλλες που δεν ήρθαν ποτέ
τους λέμε για τα μάτια μας
που έγιναν πεζά μέσα σε μια νύχτα
και για τους χιτώνες που κρατάμε στην ντουλάπα μας
για τις πανέμορφες εμμονές μας
που μας σφίγγουν το λαιμό όταν δεν κοιτάμε
για τα αστέρια που πέθαναν μέχρι το φως τους να φτάσει ως εδώ
και για τα ψιθυριστά λογία τους που μας άγγιζαν μέσα στο σκοτάδι
για τα γιορτινά ρούχα μας που είναι πλέον γεμάτα στάχτη
και για τις γιορτές που έρχονται φωνάζοντας για να ξυπνήσουν τη λύπη μας
παραμιλάμε, νοσταλγώντας το παρόν και το μέλλον που ονειρευόμαστε
καθισμένοι σ' αυτό το μπαρ στην άκρη της θάλασσας
με ματωμένα χέρια και σκισμένα ρούχα, από το δρόμο, για να φτάσουμε ως εδώ
και κοιτάμε το ποτήρι...
το ποτήρι που κρατάει το χέρι μας...
Κυριακή 6 Ιουλίου 2014
People just ain't no good!
Ναι... Προφανώς μπορεί να δίνω περισσότερη σημασία απ' ότι θα 'πρεπε σε αυτές τις μαλακίες, άλλα νομίζω γενικά το παραπάνω ισχύει. Δε ξέρω τι ακριβώς περιμένω και γω αλλά το ανθρώπινο είδος συνεχίζει να με απογοητεύει σταθερά και αμετάκλητα. Κάθε φορά και πιο κοντά στον Bukowski... κάθε φορά με την ίδια ηλίθια γεύση στο στόμα... κάθε φορά το ίδιο αγκίστρι καρφωμένο πάνω μας. Νομίζω δε θέλω να το παραδεχτώ. Δε θέλω να το πιστέψω άλλα όλο αυτό συνεχίζει να μου παραθέτει τα ακλόνητα και φυσικά συμπεράσματα για την πραγματικότητα και τις εκφάνσεις της, με τα οποία πολλές φορές επιχειρηματολογούσα εγώ το προηγούμενο βράδυ. Μετά όμως απλώς δε θέλω να τα πιστέψω... δε με συμφέρει... Πάντα ήθελα να πιστέψω στους ανθρώπους, στην γενικότερη αλληλεγγύη , στην ουτοπική ζεστασιά και κατανόηση που πίστευα ότι κατοικεί στον βαθύτερο και ιδανικότερο πυρήνα της ανθρωπότητας. Πόσο ψέματα είναι τελικά αυτό... Πόσο αναληθές και γλυκερνά αφελές είναι όλο αυτό... Εγώ όμως εκεί, να επιμένω και να παραλογίζομαι υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη κατανόηση την αλληλεγγύη την αμοιβαία εθελοντική προσφορά για το κοινό καλό, την ... έχουν αρχίσει και μου προκαλούν αηδία πλέον όλα αυτά σαν κάποιο πολύ νόστιμο και ευπαρουσίαστο πιάτο σε ένα εστιατόριο που έχει ξεχαστεί έξω από το ψυγείο και μόλις το πλησιάζεις η οσμή του αναγκάζει το πρόσωπό σου να συσπαστεί. Και ξέρεις ότι τα υλικά ήταν καλά... ξέρεις ότι κάποτε ήταν πεντανόστημο. Η μαλακία που κάνω επανειλημμένα είναι που δοκιμάζω... δε θέλω να πιστέψω ότι όλο αυτό είναι σάπιο και βρωμάει. Εμπιστεύομαι τους ανθρώπους και πραγματικά τους δίνω ότι καλύτερο έχω. Και είμαι ακόμα τόσο αφελής που πιστεύω ότι θα το καταλάβουν ότι θα το εκτιμήσουν και ότι έστω θα μου χαμογελάσουν...χαχα Ναι ακούγεται πολύ χαζό αυτό τώρα, ακούγεται σαν κάποιος αναρχικός να εξηγεί πώς όλος ο κόσμος από αύριο, θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα. Κάθε φορά ανησυχώ οτι την επόμενη φορά θα ξανακάνω τα ίδια... Στο τέλος κάθε φορά ορκίζομαι ότι θα κοιτάξω να προστατέψω περισσότερο τον εαυτό μου και όχι όλους τους υπόλοιπους γύρω μου. Ποτέ όμως δεν νοιώθω σίγουρος ότι θα το κάνω...
Τετάρτη 28 Μαΐου 2014
Μείνε μαζι μας γαμώτο!!
Τρίτη 28 Μαΐου 2013
Σιωπές
Οι σιωπές ως γνωστόν, σε πλησιάζουν σίγα σιγά και νιώθεις ξαφνικά τα κρύα χέρια τους στο δέρμα σου. Αν δεν πεις κάτι, οτιδήποτε, για να τις κάνεις να σταματήσουν, θα αρχίσουν να μουρμουρίζουν σιγά στην αρχή και δεν θα καταλαβαίνεις τι λένε. Αν δεν βρεις τίποτα να πεις ούτε αυτή την φορά θα δυναμώσουν τις φωνές τους και θα πολλαπλασιάζονται παίρνοντας η μία δύναμη από την φωνή της άλλης και μετά θα αρχίζουν να ξεχωρίζουν τις πρώτες τους λέξει καθώς θα δυναμώνουν και θα παίρνουν θάρρος. Μετά αρχίζουν να ακούγονται και μιλάνε για θειάφι και για λάσπη και αρχίζουν να περιγράφουν τις μυρωδιές τους και όλο δυναμώνουν οι φωνές τους και όλο ακούγονται οι σιωπές και όλο και παραφέρονται και όλο θα γίνονται πραγματικές και θα σου λένε όλα αυτά που δεν θα ήθελες να ακούσεις και θα σε σπρώχνουν με τα παγωμένα χέρια τους για να δόσεις μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά που σου λένε και...
'Έτσι μου έχουν πει τουλάχιστον ότι γίνεται, που να ξέρω και γω...
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012
Ε
και να πεθαίνουνε πάντα μ' αγάπη
και τα αστέρια που τις κοιτάζουνε
να ξέρουν όλα μας τα λάθη
Να γνωριζόμαστε μόνο από τ' άρωμα
να σ'αγγαλιάζω μέσα στα δάση
θα έρχεται ο άνεμος από το παράθυρο
θα 'ρθει να διώξει όλη τη στάχτη
Ο ήλιος θα στέκεται από πάνω μας
θα 'ναι το χέρι που ακουμπάει στην πλάτη
θα μας ζαλίζει με τις ελπίδες του
και νέους δρόμους στη καρδιά μας θα πλάθει
Κι όταν τα γέλια μας ξεμακρύνουνε
θα 'ρθει η ώρα που δε θέλει να φτάσει
θα περπατήσουμε πάνω στον άνεμο
και θα ενωθούμε με την αγάπη
Τρίτη 24 Ιουλίου 2012
στέκεται όρθια μπροστά μου στο σκοτάδι
πάνω στο πράσινο γρασίδι που πατώ
από το φως που ρίχνει πάνω το φεγγάρι
Στέκεται πάνω απ το κεφάλι μου την νύχτα
και τα μεσάνυχτα μου λέει παραμύθια
για όσα όνειρα θα ήθελα να δω
μα δε τα λέω τα κρατάω μυστικό
Κι όταν τα μάτια μου ανοίγω το πρωί
τη βλέπω δίπλα μου να στέκεται εκεί
με περιμένει καλημέρα να της πω
το πρόσωπό της στο καθρέφτη μου να δω
Τα 'στερια τώρα μου φερε να δω
θα κολυμπάμε μες στον έναστρο ουρανό
--------------------------------------------------
Θα κολυμπάμε μες στον έναστρο ουρανό
τα 'στερια τώρα μου φερε να δω
Κυριακή 10 Ιουνίου 2012
Είναι...
στις θλιμμένες Κυριακές
και οι κόκκινες μέρες του καλοκαιριού
τα μάτια σου μαύρα σαν ποτέ
και οι ανάσες στο σβέρκο μου
η ζέστη του λαιμού σου
τα αστέρια στο μεσημεριανό καλοκαίρι
και οι γαλαξίες που τραβιούνται πάνω στα σεντόνια μας
η ανατολή μέσα στο ηλιοβασίλεμα
και αυτές οι Κυριακές ακόμα έρχονται
σα χαμένα αστέρια σε ξένους ουρανούς
γεμάτους θαλασσινές αύρες και προσμονή
κοιτιόμαστε καθισμένοι στον άνεμο
και οι λέξεις μας φεύγουν σα καπνός απτο στόμα μας
στροβιλίζονται και χάνονται πάνω απτα κεφάλια μας
μιλάμε ταυτόχρονα και οι πλανήτες κινούνται γύρω μας
το κεφάλι μου γυρνάει προς το παράθυρο
και βλέπω τελικά τον αντικατοπτρισμό σου
σαν τη πρώτη πνοή της άνοιξης
δροσερή, γλυκιά και ανυπόμονη
όπως τα μάτια σου...
Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012
Το σημάδι του ήλιου

Καθόμασταν πάνω στο φράχτη. Κοίταζα το γρασίδι κάτω από τα λερωμένα μου παπούτσια. Η βλάστηση κινούταν ανάλογα με τα προστάγματα του ανέμου. Εκεί είχαμε την ιδέα να πάμε να χτυπήσουμε πουλιά με τις σφεντόνες μας. Ο αέρας φύσαγε ζεστός και υγρός και μύριζε σκόνη.
Αρχίσαμε να περπατάμε προς το, γεμάτο πολυκατοικίες κέντρο της πόλης. Κανείς δεν υπήρχε στο δρόμο. Ο αέρας έκανε κάποια ανοικτά παραθυρόφυλλα να χτυπάνε, πάνω από τα κεφάλια μας. Από τα ανοικτά παράθυρα των ισογείων ακούγαμε τους ανθρώπους μέσα να μιλάνε, ακούγαμε τις τηλεοράσεις τους να ψιθυρίζουν. Άλλα σπίτια μύριζαν τηγανητά ψάρια και άλλα βαριές σάλτσες με σκόρδα.
Ήταν σχεδόν δώδεκα η ώρα. Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Στα τμήματα τουλάχιστον του ουρανού, που μας άφηναν οι πολυκατοικίες να δούμε. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας. Σήκωσα το κεφάλι μου και με μισόκλειστα μάτια κοίταξα για μια στιγμή τον ήλιο. Κανείς δε μιλούσε, απλώς περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο. Τώρα όταν έκλεινα τα μάτια μου, το σημάδι του ήλιου εμφανιζόταν μπροστά μου με αχνοπράσινο χρώμα σε μαύρο φόντο. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτό το σημάδι για να στοχεύσω πιο εύκολα. Δεν το σκεφτόμουν στα σοβαρά, αλλά ήταν μια σκέψη.
Τα σπίτια άρχισαν να χαμηλώνουν καθώς προχωρούσαμε και οι δρόμοι έμοιαζαν να έχουν περισσότερο χώρο. Είχαμε διασχίσει το κέντρο της πόλης και συνεχίζαμε να περπατάμε. Υπήρχαν κάποια μικρά μαγαζιά στο δρόμο μας. Μπήκαμε σε ένα σκιερό παντοπωλείο και αγοράσαμε αναψυκτικά. Το μαγαζί το είχε ένας γέρος που καθόταν στο βάθος. Η υγρασία και οι χοντροί του τοίχοι, το έκαναν δροσερό. Σχεδόν παγωμένο. Είχε αυτή τη διάχυτη μυρωδιά από μπαχαρικά, σαπούνια, σκόνες πλυντηρίου και μούχλας που έχουν αυτά τα μέρη. Συνεχίσαμε να περπατάμε στο χωματόδρομο που υπήρχε στο τέλος της πόλης.
Ακολουθούσαμε το δρόμο μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε ένα σπίτι. Ο αέρας είχε παρασύρει την κουρτίνα έξω απ' το παράθυρο από την πλευρά του δρόμου και την έκανε να πάλλεται. Κοιτάξαμε από τα παράθυρα για να δούμε μια λιτή τραπεζαρία με ξύλινο τραπέζι και καρέκλες. Στους τοίχους κρέμονταν παλιές, ξεβαμένες φωτογραφίες. Ένα βάζο με ένα μοναχικό λουλούδι που είχε γερμένο το μίσχο του βρισκόταν στο κέντρο του τραπεζιού, και μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν σε μια από τις ξύλινες καρέκλες. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο της και είχε αποκοιμηθεί. Στην ησυχία του μεσημεριού μπορούσαμε να την ακούσουμε να ανασαίνει καθώς κοιμόταν.
Κοιταχτήκαμε. Κάποιοι γέλασαν βάζοντας το χέρι μπροστά στο στόμα, για να μην κάνουν θόρυβο καθώς με είδαν να σηκώνω μια πέτρα που βρησκόταν κάτω απ το παράθυρο και να σημαδεύω με την σφεντόνα το πορσελάνινο βάζο στο κέντρο του τραπεζιού. Άκουγα δίπλα μου τους άλλους να ψιθυρίζουν και να κρυφογελάνε. Σημαδεύοντας, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και είδα ότι το απομεινάρι από το σημάδι του ήλιου, βρισκόταν ακριβώς πάνω στο βάζο. Τέντωσα το λάστιχο με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που το χέρι μου έτρεμε. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου ξανά, για να σιγουρευτώ και άφησα το λάστιχο να στείλει την πέτρα από το παράθυρο κατευθείαν πάνω στο βάζο. Το δωμάτιο γέμισε από τον εκκωφαντικό θόρυβο του γεμάτου νερό βάζου που θρυμματίστηκε, καθώς και από την έκπληκτη κραυγή της γυναίκας που ακολούθησε.
Είδα το βάζο να εκρήγνυται από το δυνατό χτύπημα της πέτρας και το νερό να πετάγεται σε όλο το χώρο. Για ένα δευτερόλεπτο ο χρόνος είχε παγώσει. Τα ποδοβολητά των υπολοίπων και οι φωνές της γριάς, με έκαναν να κοιτάξω αριστερά μου και να τους δω να τρέχουν πίσω προς τη πόλη. Χωρίς να καθυστερήσω και να το πολυσκεφτώ, άρχισα να τρέχω και εγώ από πίσω τους.
Δεν κοιτάξαμε ποτέ πίσω αλλά απ ότι φαίνεται δεν μας ακολούθησε κανείς. Διασχίσαμε όλη την πόλη τρέχοντας. Τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι έτρωγαν και ακούγαμε από πολλά σπίτια ήχους από κουτάλια και μαχαιροπίρουνα να κροταλίζουν πάνω στα πιάτα καθώς περνούσαμε δίπλα τους. Συνεχίσαμε να τρέχουμε μέχρι που φτάσαμε πάλι πίσω στο φράχτη και σταματήσαμε πάνω του, σα να ήταν η γραμμή τερματισμού. Λαχανιασμένοι καθίσαμε πάνω στο γρασίδι να ξαποστάσουμε. Όταν βρήκαμε την ανάσα μας, κάποιος είπε :
" Είδες το μπλε παγόνι ζωγραφισμένο πάνω στο βάζο; "
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Ο κόσμος μας λάμπει σα καμμένα παλάτια
και τα παιδιά στο δρόμο παίζουν με τ'αποκαίδια
βάφονται μαύρα για να γελούν με τη θλίψη τους
μαύρα, για να γελούν με τα ψέματα που τους λένε
και βάφονται λευκά για να κοιμούνται το βράδυ
λευκά, για να αγαπάνε το δρόμο το πρωί
ματωμένες λεπίδες στις τσέπες τους και άγουρα φρούτα
κουρασμένα σπίτια σε παππαρούνες και σε ανθόκηπους
τα περιμένουν να γυρισουν το απογευμα, με το φως της εξωπορτας ανοικτο
αλλα αυτα δε γυρνανε
ξέρουν που πάνε
δε ρωτανε πια γιατι οι λεπίδες τους ειναι ματωμένες
Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011
Προς αυτούς που με προέτρεψαν
Και μετά... " Όλα θα πάνε καλύτερα...". Πώς αλλιώς μπορούν να πάνε εξάλλου; (surprize me {not}!)
Έχουμε βέβαια πάντα και την άλλη λύση κρεμασμένη στο λαιμό μας, σε μορφή φιαλιδίου με υδροκυάνιο. Την αγγίζουμε με τα δάχτυλά μας και φλερτάρουμε μαζί της. Αυτή την άλλη λύση... αυτή που καιγόμαστε με την φωτιά που ανάβουμε. Την φωτιά που είχαμε μέσα μας τόσο καιρό και της πετούσαμε ποτά, τραγούδια και αναμνήσεις για να την θέσουμε υπό έλεγχο.
Και... νοιώθω την ανάγκη να δηλώσω ότι είχαμε κάθε καλή πρόθεση... Αλήθεια! Είχαμε κάθε καλή πρόθεση να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Αλλά... αυτά τα ψεύτικα χαμόγελα, τα αμφίβολα βλέμματα, αυτά τα χάρτινα μάτια που μας κρατούσαν σε απόσταση και... τα ψεύτικα βλέφαρα, το έκαναν τόσο δύσκολο. Σας παρακαλώ όμως, να το θυμάστε προς υπεράσπισή μας! Είχαμε κάθε καλή πρόθεση! Θέλαμε το μέλλον να γεννήσει κάτι καλό για εμάς. Τώρα ο μόνος τρόπος είναι να το βιάσουμε...
Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011
Ο Φρουρός
![]()
Καθόταν δίπλα στη πόρτα και είχε τις μαύρες του, δεν έλεγε τίποτα . Τί να πεί; Δεν ήξερε τί να πεί και σε ποιόν να το πει; Περνούσαν δίπλα του άνθρωποι, δεν του έδιναν σημασία και καθόταν εκεί, λουσμένος με την μαύρη πίσσα της απελπισίας του να τρέχει από τα ρούχα του και τα μανίκια του και να τον ενοχλεί, όπως ενοχλητικά είναι τα βρεγμένα ρούχα. Βρεγμένα από πίσσα, από ιδρώτα, από άγχος, από αμηχανία.
Καθόταν εκεί χωρίς να ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του. Δεν είχε με κάτι άλλο να ασχοληθεί. Τα κοίταζε, τα έξυνε, τα έτριβε, τα δάγκωνε και όλα αυτά για να προσποιείται ότι είναι απασχολημένος. Να δείχνει απασχολημένος στους γύρω του, να μην κάθετε εκεί χωρίς να κάνει τίποτα. Τώρα κάτι έκανε... ασχολούταν με τα χέρια του. Τα πείραζε, τα κοίταζε, τα ξανακοίταζε, τα έτριβε, τα ξανακοιτούσε, τα δάγκωνε, και έτσι περνούσε η ώρα... έτσι κάτι είχε να κάνει και αυτός καθισμένος σε αυτή την άβολη πολυθρόνα δίπλα από τη πόρτα. Εκεί ήταν η θέση του. Καθόταν εκεί για να είναι σβέλτος, ευέλικτος και καλός στη δουλειά του.
Τώρα ήταν πολύ καλός στο να παραμένει εκεί καθισμένος! Στεκόταν εκεί, στην πιο άβολη και αμήχανη στάση που θα μπορούσε. Αλλά πίστευε... αλλά ήλπιζε, να μην φαίνεται αυτό στους γύρω του, να τους ξεγελάει με την ενασχόλησή του με τα χέρια του και με το ύφασμα της πολυθρόνας που κάθε τόσο άγγιζε με τα ακροδάχτυλά του, για να νοιώσει την υφή του και να μην ξεχνάει πού βρίσκεται, να παραμένει σε εγρήγορση και να δείχνει έτοιμος κάθε στιγμή! Έτοιμος να κάνει τη δουλειά του!!...Γιατί η δουλειά δεν είναι ντροπή! Και οι άλλοι γύρω του που έτρεχαν από δω και από κει, που συζητούσαν με ακατανόητους για αυτόν φράσεις, γεμάτες τεχνικούς όρους, που πληκτρολογούσαν χτυπώντας δυνατά τα πλήκτρα στα πληκτρολόγια (μάλλον για να τους ακούν οι γύρω τους ότι εργάζονται και ότι είναι καλοί σε αυτό που κάνουν ) που συμπλήρωναν ατελείωτα έγραφα και τα στοίβαζαν στο γραφείο τους, τα τοποθετούσαν άτσαλα δίπλα από τις καρέκλες τους και γέμιζαν ολόκληρα συρτάρια με αυτά και όταν τα γέμιζαν τα έβαζαν σε φακέλους που ξεχείλιζαν,τα έβαζαν στα ντουλάπια, στα συρτάρια, στο πάτωμα..., πάνω στο πάτωμα όπου έβρισκαν, και όπου αλλού μπορούσαν να τα χωρέσουν... και αυτοί την δουλειά τους έκαναν, όπως και αυτός. Απλά η δουλειά του τώρα ήταν να κάθετε.
Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν χρήσιμος, ότι προφανώς και αυτός προσφέρει το "λιθαράκι" του και κάνει ότι καλύτερο μπορεί. Και ναι! Ετσι ήταν! Δε θα έπρεπε να ζηλεύει τους άλλους. Για ποιο λόγο να τους ζηλεύει εξάλλου; χαχα! Αυτοί έτρεχαν και κουράζονταν και είχαν ευθύνες και δε μπορούσαν, δεν επιτρεπόταν να κάνουν λάθη. Ενώ αυτός κοίτα πόσο χαλαρός ήταν... μπορούσε να κάθετε και να παίζει με τα χέρια του και με το ύφασμα της πολυθρόνας του. Έτσι τυχαία τώρα, θυμήθηκε ότι μερικές φορές όταν γυρνούσε σπίτι, μετά τη δουλειά, ένοιωθε σαν να του είχε ξεφύγει κάτι, σα να μην είχε κάνει κάτι σημαντικό που ήθελε, αλλά τώρα το ξεχνούσε, δεν μπορούσε να το θυμηθεί, δεν μπορούσε να το σχηματοποιήσει. Θα ένοιωθαν και οι υπόλοιποι έτσι μάλλον... είχαν τόσα πράγματα να κάνουν κάθε μέρα... δε μπορεί, κάποια θα τα ξεχνούσαν.
Βρισκόταν μερικές φορές εκεί καθισμένος, τεντωμένος, γεμάτος ανησυχία και σκεφτόταν. Δεν ονειροπολούσε! Οοοοχι δεν ονειροπολούσε! Σκεφτόταν! Σκεφτόταν ότι μπορεί να υπήρχε κάποιος που σκόπευε να έρθει εδώ και θα το είχε σχεδιάσει καλά, γιατί θα ήξερε ότι στεκόταν και αυτός εδώ καθισμένος στην πολυθρόνα - καρέκλα του. Σίγουρα θα τον είχε λάβει υπόψιν του όποιος θα ερχόταν με αυτό το σκοπό. Θα τον είχε υπολογίσει. Μπορεί να ήταν και οπλισμένος αυτός που θα ερχόταν, μπορεί να είχε και συνεργό, να ήταν δύο μαζί, ή τρεις. Τί θα έκανε τότε;; Θα έκανε την δουλειά του, θα έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπέ να κάνει όπως όλοι εκει μέσα. Όπως όλοι! Ήθελε και αυτός να προσφέρει, να είναι χρήσιμος, να κάνει την δουλειά του. Και σίγουρα ήταν χρήσιμος να κάθετε εκεί! Αποτελούσε τον ανασταλτικό παράγοντα για τον καθένα που θα ερχόταν με άσχημους σκοπούς. Αυτός θα ήταν που θα έπρεπε να τον σταματήσει, να βάλει ένα τέλος στα σχέδια οποιουδήποτε κακόβουλου ατόμου.
Εξάλλου είχε περάσει και εκπαίδευση! Ήταν σίγουρος ότι θα έκανε τα πάντα και θα κατάφερνε να εξουδετερώσει, να αποτρέψει, να σταματήσει(!)... όποιον ήθελε να πάρει λεφτά από εδώ. Δεν θα άφηνε κανέναν να κάνει κάτι τέτοιο... Όχι! Θα τον σταματούσε πάση θυσία, ακόμα και τραυματισμένος θα κατάφερνε να τον σταματήσει... να τους σταματήσει, όσοι και αν ήταν. Θα τους καταλάβαινε από τα συνωμοτικά τους βλέμματα, από την σκουρόχρωμη αύρα τους, από τα φουσκωμένα παλτά τους, που μάλλον από κάτω θα έκρυβαν όπλα, πιστόλια, μπορεί και καραμπίνες... μπορεί να είχαν και χειροβομβίδες ή αυτόματα όπλα, ή συνεργούς έξω από την τράπεζα να τον σημαδεύουν. Σηκώθηκε από την θέση του και με σταθερά βήματα πήγε μέχρι το παράθυρο. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Κοίταξε πάνω, στις σκεπές από τις απέναντι πολυκατοικίες... δεν είδε κανέναν. Μα φυσικά, θα κρύβονταν!... Έτσι θα κάθονταν εκεί ανέμελοι; Φυσικά και θα ήταν κρυμμένοι! Αλλά δεν πειράζει γιατί μόλις έμπαιναν μέσα θα τους καταλάβαινε και θα τους άρπαζε από το όπλο και θα τους αφόπλιζε, για να μην μπορούν να χτυπήσουν κάποιον εκεί μέσα... Και αν ήταν πολύ δυνατοί, τί θα έκανε;... θαα... θα χρησιμοποιούσε το γκλομπ που είχε, θα τους χτυπούσε τόσο γρήγορα που θα ζαλίζονταν και θα ξαφνιάζονταν από την μη αναμενόμενη επίθεσή του. Θα τους έριχνε στο πάτωμα και θα πάλευαν και θα τους χτυπούσε πρώτος με γροθιές στο πρόσωπο για να αποπροσανατολιστούν, για να μπερδευτούν, για να είναι πιό εύκολο για αυτόν να κάνει την δουλειά του. Και θα έβλεπαν όλοι τότε πόσο χρήσιμος είναι. Όχι οτι δεν το έβλεπαν και τώρα αλλά να, τότε θα ήταν πλέον ξεκάθαρο! Θα τους χτυπούσε στο πρόσωπο... Και αν τον χτυπούσαν αυτοί πρώτοι; ... θα... Δεν θα τον χτυπούσαν! Θα ήταν προετοιμασμένος, θα τους καταλάβαινε απο την αρχή, μόλις πατούσαν το πόδι τους εδώ. Θα άρπαζε τον ένα από το χέρι και θα του το γυρνούσε πίσω από την πλάτη και θα τον ακινητοποιούσε. Και αν είχε και συνεργό θα του έλεγε :
"Σταμάτα αυτό που κάνεις! Αργά ή γρήγορα θα σε πιάσουν! Έχω εδώ τον συνεργό σου και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παραδοθείς!"
Και εκείνος σίγουρα θα καταλάβαινε και θα ενέδιδε, θα τα παρατούσε. Ο καθένας έτσι θα έκανε στη θέση του. Και αν δεν τα παρατούσε... Θα χτυπούσε αυτόν που κράταγε στο σβέρκο για να πέσει αναίσθητος και θα τον έσπρωχνε πάνω στον συνεργό του, για να τον ξαφνιάσει και να κερδίσει λίγο χρόνο και να του επιτεθεί αμέσως! Θα τον χτυπούσε στο πρόσωπο μέχρι να σταματήσει και αν δεν σταματούσε θα τον χτυπούσε κιάλλο... μπορεί να μάτωναν τα χέρια του και τα ρούχα του αλλά δεν θα σταματούσε, δεν θα τα έχανε με λίγες πιτσιλιές αίμα. Θα έπρεπε να είναι αποτελεσματικός, να κάνει την δουλειά του, να γίνει ήρωας! Και αν προσπαθούσε να σηκωθεί ο άλλος, θα τον άρχιζε στις κλοτσιές, θα τον χτυπούσε στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Δεν θα τους άφηνε να βλάψουν κανέναν εκεί μέσα, ούτε τον ίδιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, τους αξίζουν αυτά που θα πάθαιναν, τους αξίζει να τους έσπαγε τα δόντια με μια κλοτσιά, τους αξίζει να τους άφηνε λιπόθυμους σε μια λίμνη αίματος, τους αξίζει να τους χτυπήσει, να τους... και αν πέθαιναν δεν θα έφταιγε αυτός... θα ήταν σε αυτοάμυνα, σίγουρα θα αθωωνόταν στο δικαστήριο. Μπορεί να τον έδειχναν και στις ειδήσεις και τότε σίγουρα θα καταλάβαιναν ότι είναι χρήσιμη η δουλεία του, ότι κάνει και αυτός κάτι, ότι προσφέρει και αυτός κάτι.
Και ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά και επαναλάμβανε στο μυαλό του όλες τις εικονικές μάχες και τις εναλλακτικές τους, συνέβη! Το είδε μπροστά στα μάτια του! Αν είναι δυνατόν! Τόλμησαν να το κάνουν τελικά! Και ούτε κάν σκέφτηκαν να κρύψουν το όπλο καλύτερα, ούτε που τον υπολόγιζαν, σαν να μην υπήρχε! Και αυτός ο τύπος με το κρυμμένο όπλο, κάτω από την μαύρη αύρα του, μέσα στην μαύρη καπαρντίνα του, που περπατούσε τώρα σε slow motion προς το ταμείο, δεν σκέφτηκε καν να φέρει κάποιον άλλο μαζί του, θεώρησε οτι τα καταφέρνει μόνος του, ότι "τον έχει"! Αν είναι δυνατόν να έχει τόσο φοβερό θράσσος αυτό το άτομο! Τουλάχιστον κρύψε καλύτερα το όπλο σου, αφού το ξέρεις ότι υπάρχει φρουρός εδώ, θα έπρεπε να με υπολογίσεις, θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου, θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου, θα έπρεπε να έχεις σκεφτεί ότι είμαι εδώ για ένα σκοπό!
"ΜΑ ΚΑΛΑ ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΊΝΕΙΣ;!;!"
του φώναξε και όρμησε αμέσως, προς το σημείο στη καπαρντίνα του που φούσκωνε ύποπτα. Ο ψηλός, μαυροφορεμένος, γενειοφόρος, ύποπτος αντέδρασε ξαφνιασμένος (λες και δεν το περίμενε τάχα) και προσπάθησε να τον απομακρύνει. Θυμήθηκε την ευθύνη που είχε για αυτό το μέρος! Δεν θα τον άφηνε! Δεν μπορούσε να γίνει το δικό του! Έπεσε πάνω του με όλη την δύναμή του! Κατάφερε να βάλει το χέρι του στο μέτωπο του υπόπτου και να σπρώξει με όλη του τη δύναμη προς τα πίσω και προς το πάτωμα. Το κεφάλι του ύποπτου κροτάλισε με θόρυβο καθώς χτύπησε το έδαφος. Ζαλισμένος και σοκαρισμένος από το χτύπημα προσπάθησε να σηκωθεί. Στα αυτιά του υπήρχαν δυο κόκκινες γραμμές από αίμα που χάνονταν μέσα στα γένια του. Το πάτωμα δίπλα του άρχισε να γεμίζει με κόκκινες βούλες. Ήταν χλομός, έκπληκτος και προσπάθησε να αρπάξει με τα χέρια του το σημείο στην καπαρντίνα του που φούσκωνε.
"Θα με πυροβολήσει"
σκέφτηκε ο φρουρός που στεκόταν πάνω από τον πεσμένο άντρα. Φαντάστηκε τον εαυτό του να βρίσκεται στο νοσοκομείο γεμάτος αίματα, ξαπλωμένος στο φορείο και να προσπαθεί να ανασάνει. "ΌΧΙ" ούρλιαξε και με μία ενιαία κίνηση έβγαλε το όπλο απτη θέση του στη ζώνη του, και πυροβόλησε το πρόσωπο του άντρα στο πάτωμα... Ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότισης φάνηκε σαν να σταμάτησε τον χρόνο γύρω τους. Το μόνο που κινούταν για μια στιγμή, ήταν ο καπνός που αναδυόταν από την προτεταμένη κάννη του όπλου. Όλοι γύρω τους είχαν ακινητοποιηθεί. Δεν ακούγονταν πια οι ήχοι από τα πληκτρολόγια, από τις συνομιλίες, από τα χαρτιά. Η απόλυτη ησυχία μετά τον εκκωφαντικό κρότο. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μετά από ένα δευτερόλεπτο που διάρκεσε όσο ένα εκατομμύριο σκέψεις, το ουρλιαχτό μιας γυναίκας διέλυσε σε μικρά κομμάτια την γυάλινη σιωπή που τους κάλυπτε. Επικράτησε αναστάτωση και ακολούθησαν και άλλες φωνές. Η κόκκινη κηλίδα είχε φτάσει τώρα στα παπούτσια του και τα λέρωνε. Έσκυψε και έψαξε το σημείο που φούσκωνε στην καπαρντίνα. Προσπάθησε να μην κοιτάξει το πρόσωπο αλλά δεν τα κατάφερε... Βρήκε ένα χοντρό φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα που έγραφε πάνω του, με άτσαλα γράμματα : "στο ταμείο". Πήρε μαζί του τον φάκελο και περπάτησε προς το ταμείο, αφήνοντας πίσω του βαθυκόκκινες πατημασιές πάνω στο άσπρο μαρμάρινο πάτωμα.
Κυριακή 21 Αυγούστου 2011
Everybody cries
Μου ήρθε στο μυαλό κατευθείαν το 'every body hurts' των R.E.M. Όταν ήμουν πιο νέος δε πίστευα οτι το ρεφρέν μπορεί να είναι αλήθεια. Έλεγα : σιγά μη κάθεται τώρα ένας μεγάλος άνθρωπος να κλαίει. Θα έχει μάθει πλέον να αντιμετωπίζει την ζωή και τα προβλήματα της με ένα τρόπο που θα του επιτρέπει να συγκρατείται, να ελέγχει τα συναισθήματά του, τουλάχιστον μπροστά σε άλλους ανθρώπους και να στέκεται ανάλογα στις περιστάσεις.
Έτσι έλεγα, μέχρι που την είδα να μπαίνει απο την πόρτα του γραφείου και να κλαίει! Έκλαιγε και είχε τα διπλάσια χρόνια μου! Περπάτησε βιαστικά και κάθησε μακριά μου. Πρόφερα το όνομά της... Μουδιασμένος, αβέβαιος για το αν συνέβαινε πραγματικά αυτό που ζούσα. Σηκώθηκα απ' την καρέκλα μου και πήγα κοντά της με ασταθή βήματα. Δεν ήταν άλλος στο δωμάτιο. Πήγα κοντά και την ακούμπησα στον ώμο. Προσπάθησα να την παρηγορήσω, γιατί συμπαθώ την απλότητα του χαρακτήρα της και το βλέμμα της που κοιτάζει ευθεία όταν σου μιλάει. Άνοιξα το στόμα μου αρχίζοντας να μιλάω, χωρίς να ξέρω τι θα πώ. Είπα κάτι απρόσωπο. Πρόφερα κάποιες σαστισμένες και αδέξιες λέξεις, προσπαθώντας να κερδίσω λίγο χρόνο για να πώ κάτι καλύτερο. Δεν τα κατάφερα. Κάθισα δίπλα της λέγοντας κι'άλλες τυπικότητες. Προτάσεις που μύριζαν φορμαλδεϋδη και φωτιστικό οινόπνευμα. Μου είπε τα γνωστά προβλήματα που υπήρχαν, σκουπίζοντας με τα χέρια τα κατακόκκινα μάτια της. Ηρέμησε, χαλάρωσε, ανάσανε... Κατάλαβα πως, ότι και να έλεγα δεν θα είχε κάποια ουσιαστική διαφορά. Ανάσανε ξανά, έβαλε τα χέρια της στα γόνατά της, σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντάς με σαστισμένο στο δωμάτιο να προσπαθώ να καταλάβω τί είχε γίνει.
Το βάρος της ζωής μερικές φορές είναι πάρα πολύ για να το αντέξουμε. Η ευθύνη της ύπαρξής μας... λές και είμαστε υποχρεωμένοι επειδή γεννηθήκαμε, να αποδείξουμε οτι το αξίζαμε, οτι δεν κάνουμε λάθη, οτι τα καταφέρνουμε στα δύσκολα. Εκει δηλαδή που δεν τα καταφέρνουν κάποιοι άλλοι (πώς αλλιώς εννοείς κάτι δύσκολο;). Και τελικά, ποιοί είναι αυτοί οι άλλοι; Γιατί δεν τα καταφέρνουν; Αυτοί, πώς δικαιολογούν την ύπαρξή τους σ'αυτό το κόσμο;
Αλλά φυσικά δεν μπορούμε να κάνουμε τέτοιες σκέψεις... είναι αντιπαραγωγικές
Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011
everybody wants happiness, nobody wants pain, but you can't have a rainbow without a little rain...
Ευπρόσδεκτα και τα χάρτινα μάτια, όσο ευπρόσδεκτα και τα μαραμένα χαμόγελα από χείλη ξένων. Και οι Κυριακές ευπρόσδεκτες και τα κίτρινα απογεύματα τους, με την ικανότητα τους να κάνουν το χρόνο να σταματά μόνο κατά την διάρκεια της αναμονής. Της αναμονής του χθες και του αύριο μαζί, γιατί δεν θέλουμε πλέον να διαφέρουν αυτά τα δύο, αλλά θέλουμε να θυμίζει το ένα στο άλλο τον δρόμο, για να μην χάνονται, να μην ξεστρατίζουν μέσα στο μαγεμένο δάσος της ζωής μας. Εκεί που στέκεται το μυαλό μας και περιμένει τις βροχές, περιμένει αυτή τη χαρακτηριστικά γνώριμη μυρωδιά στον αέρα πριν βρέξει, πριν γεμίσει την καρδιά μας με μια θλιμμένη ανακούφιση, με μια ξεπλυμένη αγωνία που καταλάγιασε και τώρα το μόνο που έμεινε να κάνουμε είναι να γιορτάσουμε αυτό το μελαγχολικό συναίσθημα, αυτή την πικρή ύπαρξη της αλήθειας, να το δοξάσουμε και να το ξορκίσουμε με τις πρώτες ψιχάλες.
Εμείς όμως στεκόμαστε όρθιοι μπροστά από βρεγμένες μπαλκονόπορτες και τα γεμάτα υγρασία ντουβάρια μας... λες και φοβόμαστε. Χάνουμε, την πρωταρχικής σημασίας, για τη ζωή, αίσθηση, χάνουμε την επαφή με το νερό, με την λάμψη των σταγόνων, με τη γεύση τους, με την αίσθηση τους πάνω μας... ανάμεσά μας, μεταξύ μας, μέσα μας.
Ευτυχώς όμως υπάρχει και αυτό το μαγεμένο δάσος στη ζωή και το μυαλό μας, πάντα ως το πιο προνοητικό μέρος μας, αντιδρά, εναντιώνεται και επιλέγει να πάει εκεί μόνο του... τί άλλο να έκανε; Οι σκέψεις μας ευτυχώς δέχονται την βροχή πάνω τους και την οικειοποιούνται με όλη τους την αγάπη.
Και εκεί ακριβώς, σε αυτό εδώ το σημείο, είναι που υπάρχει η ζωή. Ανάμεσα στην ευπρόσδεκτη αγάπη και στις ευπρόσδεκτες βροχές, στα ευπρόσδεκτα δικά μας απογεύματα, που για αυτά ο χρόνος σταματά όταν τα χείλη σου ακουμπούν το πρόσωπό μου και ο χρόνος σταματά όταν μου λες αλήθειες, όταν μου λες πως μ' αγαπάς και όταν κατηφορίζουμε μαζί τον πλακόστρωτο δρόμο προς την αγκαλιά του σπιτιού μας και επιμηκύνεται ο χρόνος όταν βάζεις το χέρι σου μες στο δικό μου και κάνεις τη καρδιά μου να αναπηδά μέσα στο στήθος μου. Κάνεις όλες εκείνες τις στιγμές της μέρας να έχουν νόημα... όταν βλέπω τα μάτια σου να γελούν, όταν βλέπω τα χείλη σου να λάμπουν...
Γι' αυτό λέω: Ευπρόσδεκτες οι βροχερές μέρες που μας σφίγγουν τόσο δυνατά που δεν μπορούμε ν' ανασάνουμε, ευπρόσδεκτοι και οι μικροί δαίμονες που σέρνονται κάτω απ' το άδειο κρεβάτι μου το βράδυ όταν ξαπλώνω μόνος μου σ' αυτό. Ευπρόσδεκτες και οι στιγμές γλυκιάς απελπισίας που με τα παγωμένα χέρια τους κρατούν το λαιμό μου. Ευπρόσδεκτη και η υγρασία που γεμίζει την ψυχή μας όταν ξυπνάμε από ακατανόητα όνειρα το βράδυ και βρίσκουμε καθισμένη στο κρεβάτι μας τη θλίψη. Ευπρόσδεκτες όλες οι καταρρακτώδεις μαύρες βροχές, ευπρόσδεκτες για να περάσουν... ευπρόσδεκτες για να ξεκινήσουν και να τελειώσουν, ευπρόσδεκτες για να μην ξεχνάμε, για να μην γινόμαστε αλαζονικοί και να μην γίνονται τα μάτια μας στενά... σα χαραμάδες φωτός. Ας ποτίσουν οι βροχές όλη μας την ύπαρξη και ας μας γεννήσουν ξανά, καλύτερους και πιο έντιμους με την σημασία, την σημαντικότητα των πραγμάτων γύρω μας, την σημαντικότητα της ύπαρξής μας.
Πάντα θα καρτερούμε για εκείνη την ηλιόλουστη μέρα που το χώμα θα ακτινοβολεί γήινες ευωδίες και θα μας καλεί να τρέξουμε πάνω του και να ρουφήξουμε μέσα μας όλο το νέκταρ του ήλιου που επιτέλους θα έχει βγει γεμάτος νέα όνειρα, νέες υποσχέσεις και θα μας κλείνει χαμογελαστός το μάτι ωθώντας μας σε νέους λιθόστρωτους δρόμους, με το χέρι σου μέσα στο δικό μου, για ακόμα μια φορά.
Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011
Είναι που...

... και όλα αυτά που θέλω να πω.. και να έχω.... αλλααά.... Ναι... δε ξέρω....
Κάποιες φορές περπατάς δίπλα μου. Συνήθως λίγο πριν κοιμηθώ. Μου μιλάς για τα όμορφα χρόνια και τις πολύχρωμες ιστορίες σου. Και ξεχνάω... Σε ακούω και νοιώθω κάθε σου λέξη να έχει τόσο μεγάλη δύναμη... τόση ορμή, τόση αγάπη, που με κάνει χαρούμενο πάλι. Με κάνει να δω πόσο όμορφα είναι τα δέντρα γύρω μας, τα ξύλινα παγκάκια με τις χαραγμένες λέξεις πάνω τους, τα σύννεφα, οι πέτρινοι τοίχοι και ο ήλιος, όταν τον αφήσουμε να μας μας κοιτάξει και να μας χαμογελάσει πλατιά...
Έρχεσαι όταν ονειρεύομαι και είναι μερικές φορές που τα καταφέρνεις... λύνεις τον κόμπο στη καρδιά μου και μου διηγείσαι ιστορίες, τόσο γλυκές, τόσο όμορφες, που θέλω να τις μοιραστώ, για να νοιώσουν και άλλοι αυτή τη ζεστασιά και την γλύκα που γεμίζει τα σωθικά μου.
Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι πίσω απ' τις σκέψεις σου. Κανείς δε ξέρει. Σε κοιτάω καμιά φορά όταν μπορώ, για να μην σε ξεχνάω, να θυμάμαι και να κατανοώ καλύτερα τις πράξεις σου και τα συναισθήματά σου, να μπορώ να σε προλάβω,... γιατί μερικές φορές με τρομάζεις... Θέλεις να φύγεις, θέλεις να μένεις για πάντα εδώ. Θέλεις να αρχίσεις το παραμύθι σου απ' την αρχή, αλλά βιάζεσαι να δεις τι γίνεται στο τέλος του. Θέλεις να σε αγαπάνε, θέλεις να τους αγαπάς πάντα εσύ πιο πολύ. Θέλεις να τα έχεις όλα, αλλά δεν θα σε πείραζε και να μην είχες τίποτα, αν μπορούσες να κρατήσεις την καρδιά σου στην θέση της, να μην χάσεις τον εαυτό σου και όλα του τα ψεγάδια που τόσο σφιχτά αγκαλιάζεις. Θέλεις να βλέπεις τα δέντρα κάθε μέρα αλλά να μένεις στη πόλη που μεγάλωσες, μαζί με τις αναμνήσεις σου. Θέλεις όλους αυτούς που σου σφίγγουν την καρδιά να τους σκοτώσεις,... να τους μισήσεις, αλλά θλίβεσαι μόνο με την σκέψη του να κάνεις κάτι τέτοιο.
Όσες μέρες περνάνε, ξεκουράζονται πάνω στα βλέφαρά μας και τα κάνουν πιο βαριά από χτες... Όσες μέρες περνάνε ξεκουράζονται πάνω στη καρδιά μας... αλλά εμείς τις αγαπάμε γιατί πάντα έχουν κάτι νέο να μας πουν Όσο μικρό και αν είναι, κάνει το ρολόι να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, μας προστατεύει και μας θυμίζει ότι είμαστε ακόμα εδώ...
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
# /12/2010

Στο όνειρό μου, απόψε ήταν, που είδα έναν μικρό εσκιμώο. Καθόταν και με κοιτούσε περίλυπος, σαστισμένος... και θλιμμένος Έτριβε τα μάτια του με την άκρη από το γούνινο μανίκι του και έμοιαζε έτοιμος να κλάψει. Στο χιόνι πίσω του έπαιζε μια ταινία, βουβή και ασπρόμαυρη, που έδειχνε τους ανθρώπους με πλατιά χαμόγελα, να γνέφουν καταφατικά. Έδειχναν τόσο χαρούμενοι... και οι εικόνες εναλλάσσονταν τόσο γρήγορα... Οι εικόνες επαναλαμβάνονταν..
Ο εσκιμώος με κοιτούσε στα μάτια... τόσο ανέκφραστος και τόσο θλιμμένος Με κοιτούσε στα μάτια, μέχρι που άρχισε να δακρύζει! Προσπάθησα να του πιάσω το μικρό χέρι του που κρυβόταν μέσα στην γούνα του, να τον παρηγορήσω, αλλά ήταν τόσο μακριά μου. Δεν τον έφτανα.
Το κλάμα του ήταν τόσο ζεστό, τόσο αληθινό, που θα μπορούσε να μας αγκάλιαζε όλους, θα μπορούσε να μας ένωνε για πάντα, θα μπορούσε από εκείνη τη στιγμή, να προκύψει κάτι πανέμορφο, κάτι διαφορετικό, θα άλλαζε όλος ο κόσμος εκείνη την στιγμή, θα μπορούσαμε να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας για πάντα. Άρχισα να κλαίω και εγώ μαζί του γιατί το ξέραμε και οι δυο μας τώρα, ότι τίποτα από αυτά δε θα γίνουν, από αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Ξέραμε ότι τα γεγονότα θα μας προσπεράσουν και θα μας περιφρονούν εδώ που είμαστε. Ξέραμε, και οι δύο, ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσω και ο άνεμος που φυσούσε πίσω του δε θα υπάρχει πια. Ξέραμε ότι δεν θα προλάβαινε ποτέ να μου πει την ιστορία του. Ξέραμε ότι το φως πίσω στο σπίτι μου θα με έκανε να ξεχάσω την ματιά του, και οτι αν ξεκινούσε τώρα να μου μιλήσει, δεν θα προλάβαινε ποτέ να πει αυτά που πρέπει για να καταλάβω εγώ ποιός είναι, και λέγοντας τα μισά, εγώ μάλλον θα καταλάβαινα κάτι άλλο και δε θα μπορούσε ποτέ πια, να είναι ο ίδιος, να παραμείνει ίδιος. Και τώρα που τα σκεφτόταν αυτά, τα κλάσματα των δευτερολέπτων και τα δευτερόλεπτα τα ίδια, μας προσπερνούσαν και έκαναν τις πρώτες λέξεις ακόμα πιο μεγάλες, πιο κουραστικές, πιο ανούσιες, ακόμα πιο χάρτινες και ραντισμένες με την βροχή της ψυχής μας, με την βροχή των ματιών μας....
Μετά κοιτούσα το ταβάνι, μπροστά μου,... από πάνω μου, και τον άκουσα να μου ψιθυρίζει από κοντά:
" Τουλάχιστον, εγώ βρέθηκα στο όνειρο κάποιου, έτσι ακριβώς όπως είμαι. "
Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010
Νέος κόσμος

Τεντωμένα τόξα τα μάτια μας
και ούτε ένα δάκρυ
ολόφυτα δάση οι σκέψεις μας
που μας τραγουδάνε πριν κοιμηθούμε
Οι μύες των χεριών μας ασάλευτοι
να χυθεί ξανά περιμένουν, το "πρώτο αίμα"
γιατί μια φορά μόνο δε μας φτάνει
θέλουμε να είμαστε σίγουροι οτι φοβόμαστε
Στο σπίτι μας κανείς δε μιλάει
Περιμένουμε τις πληγές να γιατρευτούν μόνες τους
Κάρβουνο μυρίζουν οι πνοές μας
απο φωτιές που δεν θυμόμαστε πια
Ξεχασμένο το τσεκούρι, στο κελάρι
να κρατά τη ζεστασιά του χεριού μας
οι σκέψεις μας τριγυρίζουν ορφανές
κάνουν το φως να χλομιάζει τη μέρα
Ερέβη πανέμορφα το μέλλον μας
ποιός θα έρθει εδώ να μας φτάσει;
Σκουριασμένες χορδές τα χάδια μας
χαμογελάμε κάνοντας τα ίδια λάθη...
Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010
Οινόη

... λεγόταν ο σταθμός που συναντηθήκαμε. Φεύγαμε για την 5ήμερη άδεια πριν πάμε στην Κύπρο. Σταματήσαμε Οινόη και περιμέναμε ανταπόκριση για Θεσσαλονίκη. Μεγάλη μαλακία... Βροχερή μέρα, με έναν θυμωμένο ουρανό να μας κοιτάζει βλοσυρά. Περπατούσαμε μέσα στις λάσπες για να πάμε στην στάση του τραίνου, και είχαμε ένα κόμπο στο λαιμό, μια θηλιά από ανασφάλειες, φόβους και αρβιλολογίες να μας σφίγγει όλο και πιο πολύ.
Η μαλακία ήταν οτι το τραίνο για Θεσσαλονίκη θα ερχόταν τις 9μιση, και εμείς φτάσαμε Οινόη από τις 4. Νύχτωσε από τις 5... Δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πήγα σε ένα περίπτερο δίπλα στο σταθμό και πήρα ένα κρουασάν. Ξαναπήγα και αγόρασα ...πατατάκια. Δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο. Περιφερόμουν στο σταθμό χωρίς να ξέρω τί να κάνω, όταν είδα οτι δίπλα του υπήρχε ένα κυλικείο, που έμοιαζε μάλλον περισσότερο με ταβέρνα. Ήμουν φορτωμένος σα γάιδαρος, με το σακ βουαγιάζ, το στρατιωτικό σάκο και το "λουκάνικο". Μπήκα μέσα και άφησα τα πράγματα σε ένα τραπέζι. Παρήγγειλα να φάω μια χωριάτικη και σουβλάκια. Μέσα υπήρχαν μόνο γέροι, που είχαν γυρίσει όλοι τις καρέκλες τους για να κοιτάνε προς την μικρή τηλεόραση η οποία κρατούσε το μαγαζί στην ζωή με τεχνητή υποστήριξη.
Καθίσατε στο διπλανό τραπέζι και πίνατε κρασιά. Πιάσαμε την κουβέντα λέγοντας τις γνωστές μαλακίες που λένε οι φαντάροι για να περνάει η ώρα. Για όλα όσα λέγαμε, ξέραμε από πριν τις απαντήσεις και την ροή της συζήτησης, αλλά αυτή η σιγουριά μας έκανε να νοιώθουμε κάτι σταθερό, κάτι που επιτέλους δεν μεταβάλλεται, κάτι που το γνωρίζουμε και 'μεις. Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα έτσι.
Θυμάμαι οτι ήμουν πολύ κουρασμένος αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Καταφέραμε, με χίλια ζόρια, να ανεβάσουμε τα πράγματα στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Λίγο πριν φύγουμε πήρα ένα βιβλιαράκι με τα δρομολόγια των τραίνων της Οινόης. Το κράτησα σε μια τσέπη του μπουφάν μου και το ξαναθυμήθηκα πάλι, εκείνο το βράδυ που βγήκαμε μαζί και πίναμε κόκκινο αψέντι, μπύρες, ναργιλέδες και ούζα. Έτυχε μετά από περίπου 3 μήνες, να μετατεθείς στο στρατόπεδο που ήμουν και να βγούμε μαζί. Κατά τις 7 το απόγευμα ήμασταν τελείως μεθυσμένοι. Μου έλεγες για τα πράγματα που έχεις κάνει στη ζωή σου και εγώ σε άκουγα μουδιασμένος και έβλεπα τα μάτια σου να γεμίζουν αστέρια. Μου έλεγες για τα όργια που είχες κάνει στη ζωή σου και εγώ κοίταζα τα μάτια σου για να καταλάβω οτι είσαι ακόμα εσύ... οτι είσαι ο ίδιος άνθρωπός που μου μιλούσε πριν λίγο. Μου έδειξες την καρδιά σου εκείνο το βράδυ και είδα οτι είχε σπάσει σε 4 κομμάτια. Μου το επανάλαβες τόσες φορές... "Η καρδιά μου έσπασε σε 4 κομμάτια" μου έλεγες ξανά και ξανά. "... σε 4 κομμάτια". Προσπαθούσα να σε πείσω οτι το μόνο που έχει σημασία στην ζωή είναι να αποζητάς την ευτυχία, με κάθε τρόπο. Και τότε είδα το σχήμα των ματιών σου να αλλάζει... να γίνονται τα μάτια σου ξένα. Τότε κατάλαβα.... Κατάλαβα πόσο λίγο σε ξέρω και πόσο διαφορετικά και αυθαίρετα φαντάστηκα τη ζωή σου...
Το λεωφορείο που μας γύριζε πίσω στο στρατόπεδο ήταν όπως πάντα σκοτεινό και παγωμένο. Κάθισες στη θέση πίσω μου με σβησμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη. Στο λεωφορείο νόμιζα οτι θα ξερνούσες από στιγμή σε στιγμή. Σε κοιτούσα λες και περίμενα να το κάνεις. Δεν άντεξα και αποκοιμήθηκα στη θέση μου. Φτάσαμε στο στρατόπεδο και αιωρηθήκαμε μέχρι τους θαλάμους. Την άλλη μέρα τα μάτια σου ήταν κρυμμένα. Κρυμμένα πίσω από το χαμόγελο που είδα όταν σε γνώρισα στην Οινόη, κρυμμένα εκτός αυτού εδώ του κόσμου, κρυμμένα για πάντα μέσα σου...
Κρυμμένα στο χθεσινό αψεντι...
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
Πριν 3 μήνες

Πρέπει να είναι η νύχτα σας απόψε. Αυτή τη νύχτα που ακολουθήσαμε το αμάξι σου, καθώς οι ψίθυροι αντηχούν από κάθε τοίχο γύρο μας και χτυπούν στα τοιχώματα της καρδιάς μας. Αυτή τη νύχτα μένουμε κρυμμένοι μέσα στις σκέψεις μας. Σκέψεις από ατόφιο χρυσάφι, από ατόφιο μόλυβδο. Μάλλον τελικά, είναι δικιά σου η νύχτα απόψε. Με τα αστέρια, τον κρυμμένο ήλιο, τα χαμόγελα στο φεγγάρι και τους γαλαξίες πάνω απ' το κεφάλι μας. Μέσα στο κεφάλι μας...
Οι σκέψεις μας σα μαντρωμένα σκυλιά, όταν κοιτάμε τηλεόραση με δακρυσμένα μάτια. Με μάτια που θα έπρεπε να είναι δακρυσμένα. Το φως της οθόνης φωτίζει τα ρούχα μας και το πρόσωπό μας. Το φωτίζει με χρώματα που εναλλάσσονται, που γεννούν αυτή την ακαταμάχητη ανάγκη για απελπισία, για οριστικά χαμόγελα, οριστικά τελειωτικούς εναγκαλιασμούς. "Εναγκαλιασμοί οριστικοί"...
Και τί να σκεφτώ; Τί να θεωρήσω οτι θέλω; Και γιατί μου λείπετε έτσι; Γιατί υπάρχει αυτό το κενό στο παζλ; Γιατί η καρδιά μου είναι βαριά; Θα μου λείψουν τα χαμόγελά μας. Θα μου λείψουν οι σιωπές μας. Θα μου λείψουν οι ατελείωτες στιγμές παραφροσύνης και η ατελείωτη συζήτηση για το μέλλον. Θα θυμάμαι για πάντα τις μεθυσμένες μας εξόδους και τα λεφτά που πετούσαμε πάνω στη μπάρα για περισσότερο ποτό, για περισσότερη ξεγνοιασιά...
Νοσταλγία;... Απο τώρα; Ειλικρινά... δε ξέρω τι είναι αυτό που κρύβεται μες στη καρδιά μου. Μάλλον μου λείπετε... Απόψε...
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
9/9/10

Έχω ένα μολύβι και μπορώ να γράψω, τώρα, για όλες τις θλίψεις που έρχονται και μου χτυπούν την πόρτα κάθε μέρα. Εκεί που κάθομαι και κοιτάζω τα κυπαρίσσια από το μπαλκόνι ακούω χτυπήματα στη πόρτα, άλλες φορές δυνατά και άλλες φορές απαλά σαν κάποιος να χαϊδεύει το ξύλο. Δεν τους ανοίγω πάντα γιατί ξέρω τι θέλουν...θέλουν να με ρωτήσουν αν έχω φίλους, θέλουν να με βάλουν να κοιτάξω τα άδεια δωμάτια γύρω μου, να μου δείξουν τους τάφους που κρύβονται πίσω από τα κυπαρίσσια, θέλουν να βάλουν το μυαλό μου να τρέχει με 100 χιλιόμετρα προς το λευκό άπειρο μέσα στους δρόμους της πόλης, θέλουν να κοιτάξω τον εαυτό μου σαν μια κουκκίδα στην γη, θέλουν να με ρωτήσουν: " Γιατί δεν έγινε αυτό ακόμα; Πότε θα γίνει;" . Και γω συνήθως μένω άναυδος να τις κοιτάζω... Να προσπαθώ να δώ τα μάτια τους κάτω από τις μαύρες κελεμπίες που τις καλύπτουν. Το ξέρω άτι η θλίψη δεν έχει μάτια... Δεν έχει βλέμμα. Προσπαθώ όμως...Το μόνο που βλέπω είναι τα χέρια τους που ξεπροβάλλουν και κινούνται σαν τρελά, σαν να έχουν δική τους βούληση, άγαρμπα και παραμορφωμένα. Μετά, όταν κάνουν το μέτωπό μου να ιδρώσει, όταν κάνουν τα μάτια μου να ιδρώσουν, ικανοποιούνται και με αφήνουν ξαπλωμένο και γκρίζο μέσα στο άδειο δωμάτιο, πάνω στο φουσκωτό στρώμα, να σκέφτομαι ότι δεν θα τις αφήσω να μπουν την επόμενη φορά. Πάντα μιλάω για την επόμενη φορά...
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Lobotomy!!
Αλλά έτσι είναι τα πράγματα και εμείς δεν μπορούμε να λέμε και πολλά πολλά, γιατί έχουμε και δουλειές να κάνουμε. Πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας λιγάκι και να δούμε καθαρά το συμφέρον μας. Να βολευτούμε σε καμιά τρύπα μαζί με άλλους και να σκάβουμε για το κοινό καλό! Να βοηθήσουμε και 'μεις την κοινωνία μας, που μας πρόσφερε τόση μόρφωση και τόση αγάπη! Έδιωξε τις άσχημες σκέψεις, έδιωξε τις κακές σκέψεις,... έδιωξε το άγχος! Μας ελευθέρωσε μέσα σε μιά στιγμή!! Μας λοβοτόμισε με μια κίνηση!! Μας έκανε ΚΟΝΤΌΦΘΑΛΜΟΥΣ ΗΛΙΘΊΟΥΣ!!! (Ακούστε και το τραγούδι για να πειστείτε) Και έτσι, όσο πιο ανένδοιαστοι είμαστε, όσο πιο ανέντιμοι είμαστε, και όσο λιγότερο σκεφτόμαστε, τόσο καλύτερα περνάμε. Τόσο πιο "χαρούμενοι παλιάτσοι" είμαστε!
Γιατί αν σκεφτόμασταν πραγματικά, έστω και για λίγο..., αν σκεφτόμασταν πραγματικά το τί γίνεται γύρω μας.... αν το σκεφτόμασταν σαν άνθρωποι (με όλη την έννοια της λέξης) που κοιτάνε ψηλά, που κοιτάνε μπροστά! Τότε, ίσως να μην ένοιωθα τόσο μόνος, ίσως να μην ένοιωθα αυτή την απελπισία, αυτό το κενό, αυτή την αηδία, αυτό το θυμό, την οργή, το μίσος,... ίσως να ήταν κάποιος άλλος τότε, πιο τολμηρός από εμένα, που θα σήκωνε πρώτος μια πέτρα από το έδαφος...
Κυριακή 15 Αυγούστου 2010
On fire

Ο χρόνος... είμαστε ακόμα εδώ ή έχουμε περάσει χωρίς να το καταλάβουμε;; Πότε έφυγαν τα χρόνια αυτά που μυρίζαμε τα άνθη της άνοιξης και δοξάζαμε το μυρωμένο μέλι που μας περιέλουζε; Πότε ξεχάσαμε να γελάμε κοιτώντας τον ήλιο; τόσα καλοκαίρια πέρασαν, που μέσα τους ζούσαμε τις κατακίτρινες όμορφες αγωνίες μας... τα μαγεμένα ηλιοβασιλέματα πριν το τέλος... που έφτασε πριν την ώρα του... τις μέρες που τόσο γλυκά περιμέναμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε... που δεν μας έφτανε ποτέ, τίποτα λιγότερο, από το αεράκι να μας δροσίζει τις καλοκαιρινές μας σκέψεις και όνειρα. Τα απογεύματα που περνούσαμε βάφοντας και ζωγραφίζοντας, τα όνειρα αυτά, με τα πιο όμορφα πολύχρωμα μολύβια βουτηγμένα σε νερομπογιές και στην αψίτητα της γλώσσας μας...
Οι μέρες τότε αφιερώνονταν στην δροσερή μας ανάσα πάνω στις πρωινές ακτίνες του ήλιου και στον ήχο που έκανε ο ήλιος, καθώς χτυπούσε επάνω μας και μας ζέσταινε το αίμα. Και το βράδυ... το βράδυ καθόμασταν κοντά στη φωτιά. Στη φωτιά που ανάβαμε όταν βρισκόμασταν όλοι μαζί, κοντά... όταν βάζαμε δίπλα στις μέρες που περνούσαν, τις πυρωμένες καρδιές μας. Τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή τη ζέστη. Αυτή η πανέμορφη φλόγα, έκαιγε τις μέρες που πέρναγαν μπροστά μας, μας έκανε να ξεχνάμε, να αγαπάμε χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς ποιόν και γιατί...
Και τότε ήταν κάποιες νύχτες που δεν βρίσκαμε τα ονόματά μας γραμμένα πάνω στα σπίτια μας, ούτε μας αναγνώριζε κανείς εκεί γύρω. Ξαφνικά γινόμασταν ξένοι, άγνωστοι, διάφανοι μέσα σε μια νύχτα, μετά την ριπή του ανέμου, μετά το ξεστράτισμα του χρόνου, μετά την άνοιξη, μετά... Κοιτάγαμε τα ρούχα μας και δεν ήταν ούτε αυτά δικά μας... ούτε αυτά! Έγραφαν όμως πάνω τους το όνομά μας, όλα μας τα ονόματα, όπως μας φώναζαν αυτοί που μας αγαπούσαν. Παίρναμε μαζί μας αυτά τα ρούχα και φεύγαμε μακριά από το μέρος που έμοιαζε με το σπίτι μας...αλλά δεν ήταν. Φύγαμε τόσο μακριά που δεν θα γυρίσουμε ποτέ πια. Ακόμα και αν το θέλουμε, ακόμα και αν το βλέπουμε στα όνειρά μας το βράδυ, ακόμα κι αν το λέμε στις κρυφές προσευχές που κάνουμε πριν κοιμηθούμε. Δε γυρνάμε πίσω, γιαυτό κοιτάμε κατάματα όποιον βρίσκεται μπροστά...μας. Δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε καν αυτούς που μας ακολουθούν... γιατί, μια νύχτα μου είπες "όπως και η ζωή, ο άνεμος ποτέ δεν γυρίζει πίσω".




















