Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026


Κάθε φορά που σκέφτομαι ότι πέθανες είναι σα να το συνειδητοποιώ ξανά από την αρχή και νιώθω να ζαλίζομαι. 

Αυτή η στιγμή, το χρονικό της μέγεθος, η διάρκειά της στο τώρα, αλλάζει. Αρχίζει να μειώνεται καθώς περνάνε οι μέρες. Αρχικά η ζάλη αυτή με κατάπινε αμέσως σαν ένα τεράστιο σκοτεινό πλάσμα μέσα στη θάλασσα. Η ζάλη αυτή γίνεται Ταραχή. Άρνηση. Διαπραγμάτευση. Άρνηση ξανά. Απελπισία. Αίσθηση λάθους. 

"Όχι, δεν μπορεί". 
"Δε μπορεί ρε μαλάκα". 

Αλήθεια. Εκλογίκευση. Συνειδητοποίηση. Ταραχή. Απελπισία. Φόβος. Αγωνία. Μοναξιά. Θυμό. Αδικία. ορΓΉ, ΟΡΓΗ, ΟΡγή, απελπισία. ανεπάρκεια. αδυναμία. και θλίψη. 

Θλίψη.

Και όλα αυτά μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που το μυαλό μου το κάνει να μοιάζει δέκα λεπτά, ενώ μάλλον είναι δύο δευτερόλεπτα.
 
Δε το πιστεύω ακόμα απόλυτα. 

Παρόλο που σε είδα. 

Ήθελα να σε δω. Γιατί αυτή είναι η αλήθεια. Με αυτό πρέπει να ζήσουμε από εδώ και πέρα. Με το ότι στα 42 πέθανες. Εγώ μπήκα στα 43 χτες. 

Κάναμε τόσα πράγματα μαζί, ... παρέα, μιλήσαμε, ανταλλάξαμε cd, παίξαμε fallout, πήγαμε ταξίδια, φάγαμε, ήπιαμε, σου μαγείρεψα και μου μαγείρεψες, γνώρισα τους φίλους σου και εσύ τους δικούς μου, γράψαμε μουσική, παίξαμε μουσική, μαζέψαμε κόσμο, οργανώσαμε, κάναμε συναυλίες, διαφωνήσαμε, τσακωθήκαμε, αγαπηθήκαμε ξανά, συνειδητοποίησα πόσο σε εκτιμούσα και σε αγαπούσα. 

Ευτυχώς... 

Γιατί αν δεν είχε γίνει αυτό δεν έχω ιδέα πως θα το άντεχα. 

Πολλές φορές όταν σκέφτομαι κάτι, για μια στιγμή λέω οτι θα το συζητήσω μαζί σου... 

Αλλά μετά συνειδητοποιώ οτι δε θα ξαναγίνει αυτό. 

Μου λείπεις.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Αντίο

 


Ξύπνησα το πρωί κατά τις 6. Έβγαλα φωτογραφία το πρώτο φως της ανατολής και το πόσταρα instagram γράφοντας ¨Αντίο¨ με καλλιτεχνικά λεπτά γράμματα. Έβαλα πολύ τροφή στα γατιά μου για να έχουν. Δε πήγα στη δουλειά. Ούτε που τους πήρα τηλέφωνο. Θα με έπαιρναν αυτοί αργότερα και θα τους έλεγα μια δικαιολογία για να μη με ξαναπάρουν τις επόμενες μέρες. Κατέβηκα κάτω και κάθισα στο αυτοκίνητο με τα χέρια στο τιμόνι.

Όταν άρχισε να βγαίνει σιγά σιγά το φώς της μέρας και πρίν αρχίσει η κίνηση στο δρόμο, ξεκινάω. Πηγαίνω ευθεία. Δε σκέφτομαι κάτι. Πηγαίνω ευθεία μέχρι να βρω το τέλος του κόσμου. Περνάω από δρόμους με σπίτια που σιγά σιγά εξαφανίζονται και δίνουν τη θέση τους σε βλάστηση. Στο τέλος του κόσμου βρίσκω την πιο πυκνή βλάστηση. Αγριόχορτα, λουλούδια, θυμάρια, κλωνάρια, φυλλωσιές ... Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο και μπαίνω μέσα της.  

Ανοίγω με τα χέρια μου το δρόμο. Προχωράω, βυθίζομαι, μυρίζω τα φύλλα, τον ήλιο, το φώς, τα λουλούδια, τη σκόνη, τις ρίζες, τα μπλεγμένα σου μαλλιά, τα μπλεγμένα χόρτα που θέλουν να με κρατήσουν πίσω. Τα τραβάω και με τραβάνε. Γίνομαι ένα μαζί τους. Ανοίγω τα χέρια και κλείνω τα μάτια. Βαδίζοντας αργά και με ένταση, βάζοντας δύναμη στα πόδια και στα χέρια για να γίνω ένα με τη γύρη, με το φως, με τη μυρωδιά, τη γεύση και το χρώμα των υγρών των λουλουδιών και των χόρτων. Νιώθω την δροσιά τους. Την αναπνέω και την νοιωθω να στέκεται πάνω στο δέρμα μου. Και μετά καθώς προχωράω μυρίζω το άρωμα σου! Τα μάτια μου τρεμοπαίζουν καθώς σε θυμάμαι να χαμογελάς. Συνεχίζω με μάτια κλειστά. Προχωράω με τα χέρια ανοιχτά και πιάνω το χέρι σου. Αγγίζω το δέρμα και τα βραχιόλια σου. Το βελούδινο δέρμα των χεριών σου. Αφήνω το χέρι σου να με χαϊδεύει όσο φτάνει. Βαδίζω αργά μέσα στις φυλλωσιές και τα λουλούδια με τραβάνε πίσω σαν μέσα σε μια παχύρρευστη, πράσινη, ευωδιαστή θάλασσα. Προχωράω. 

Και μετά για μια στιγμή τα χείλη μας ακουμπάνε, συναντιούνται, ενώνονται. Σταματάω. Έφτασα. Σε αγκαλιάζω και σε φιλάω.