Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

10/7/09




Έ
χω αρχίσει να φρικάρω τελείως! Κάθομαι και περπατάω στα σκοτάδια μέσα στο σπίτι και φρικάρω! Κάθομαι το απόγευμα και βλέπω τηλεόραση μέχρι το βράδυ. Μπουχτίζω από την κενότητα των προβολών και πίνω (votka συνήθως, ρούμι κατα προτίμηση) για να τα βγάλω πέρα. Μετά φοβάμαι οτι θα γίνω σα το πατέρα μου και αρχίζω τη γυμναστική. Νοιώθω το σπίτι να με πλακώνει σα μια φυλακή χωρίς τοίχους, με ανοικτά παράθυρα και τζάμια από τα οποία όμως δε μπορείς να βγείς. Αυτό ακριβώς είναι και το πιο τραγικό της υπόθεσης. Το οτι δεν μπορείς να βγείς γιατί δεν έχεις που να πάς!
Και όταν αποφάσισα μια φορά να βγώ έξω, ήταν σα να είσαι ο απόλυτος παρείσακτος, ο μόνος μόνος του, ο άνθρωπος που δεν του είπαν οτι το καρναβάλι τελείωσε και βγήκε έξω ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα.
Και όταν κοιτάς γύρο σου τα βλέπεις όλα απαράλλακτα και ίδια, όπως ήταν πριν 10 χρόνια, αλλα κάτι δε ταιριάζει, κάτι δεν "κολλάει" και έχει τέτοια επίπτωση στην γενική εικόνα που την διαστρεβλώνει και την αλλάζει απόλυτα από από την μια στιγμή στην άλλη. Οι άνθρωποι. Δεν υπάρχουν πλέον οι άνθρωποι που περίμενες να βρίσκονται σε συγκεκριμένα μέρη. Τα μαυροφορεμένα παιδιά στα σκαλιά, στο σοκάκι δίπλα απο τα Mc Donalts, οι ξανθιές bimbo με τις λαχανί κάλτσες και τις κοντές φούξια φούστες στο in μέρος, οι παππούδες με την βαριά προφορά που έπαιζαν το παιγνίδι με τις τεράστιες σιδερένιες μπίλιες στη Γαρίτσα, να λένε ο ένας στον άλλον οτι είναι αυθεντίες στα πάντα (ωρέ άκουμε που σου λέω, ωρέ!!), οι τύποι που έπαιζαν κρίκετ στο γρασίδι,.. εμείς που οργώναμε την πλατεία λες και την περιπολούσαμε απο της πολλές βόλτες. Ούτε τα παιδάκια είδα να παίζουν στα χορτάρια της πλατείας, ούτε τον τύπο με το μαλλί της γριάς είδα (μπορεί να έτυχε, μπορεί και όχι). Τα μαγαζιά αλλάζουν ονόματα αλλά πάντα τα ίδια μένουν (δυστυχώς).
Ατελείωτες γύρες την έχουμε φέρει την πλατεία και δεν είναι και μικρή...Η μεγαλύτερη των Βαλκανίων λέει..και η πιο όμορφη λέω εγώ χωρίς να ξέρω. Όταν δεν κάναμε βόλτες στη πλατεία ξαπλώναμε στις πολεμίστρες του φρουρίου και κοιτάζαμε τ'αστέρια, κοιτάζαμε το μέλλον μας γραμμένο με την λάμψη τους. Συζητούσαμε και προσπαθούσαμε να αποκωδικοποιήσουμε τη λάμψη αυτή για να μας φανερώσει τα μυστικά της, να μας φανερώσει τί είναι αλήθεια και τί ψέματα. Η αλήθεια λοιπόν, είναι όλα όσα θέλουμε να πιστεύουμε. Όλα τα άλλα είναι ψέματα και ανακρίβειες..
...Και τη θάλασσα ακούγαμε καμιά φορά από το φρούριο όταν είχε κύμα, και τη μουσική από το μαγαζί δίπλα (πολύ σκοτεινό μαγαζί). Θυμάμαι εκεί να κάνουμε διαγωνισμό ποιός θα πιεί πρώτος το 1 λίτρο μπύρας που μας έφερναν σε ένα τεράστιο ποτήρι. Καθόμασταν πάντα έξω γιατί πηγαίναμε πάντα καλοκαίρι.
Και το πώς γυρίζαμε στα σπίτια μας άλλαξε. Ήταν το χαλαρωτικό, κάπως σαν συμπερασματικό, μέρος της βόλτας. Σα τη σύνοψή της, και σαν τελετουργία. Γυρνούσαμε πάντα από τον ίδιο δρόμο, λέγαμε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα στα ίδια σημεία της διαδρομής και χωρίζαμε τους δρόμους μας πάντα στα ίδια σημεία. Όχι όμως πια

"Καληνύχτα ρεϊϊϊϊ! Τα λέμε αύριο"
"9 πεντοφάναρο;;"

Haiku


8/7/09

Περιμένω...με τα χέρια κλειστά
σε μια κρυφή αγκαλιά (περιμένω)

Περιμένω...με τα μάτια ανοικτά
αλλά και τόσο αδειανά (περιμένω)

Σε ανασαίνω...κάνω τα χνώτα σου
φωτιά. Καταλαβαίνω

και περιμένω...μεχρι να'ρθεί ζωή ξανά

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009


Το ξέρω... το ξέρω. Μερικοί αισθάνονται πεσμένοι όλη τη μέρα, άλλοι δε κοιμούνται τα βράδια, άλλοι δεν τρώνε, κάποιοι έχουν σταματήσει να πηγαίνουν στη δουλειά τους, άλλοι δε μπορούν να κοιμηθούν το μεσημέρι, κάποιοι έχουν αρχίσει να αισθάνονται χρόνιο άγχος κτλ κτλ. Το ξέρω οτι σας έχω παραμελήσει και έχω καιρό να γράψω, αλλά σας παρακαλώ...κάντε υπομονή! Για όλα φταίει η Τελλάς! Δεν μου έχει συνδέσει ακόμα το ιντερνετ!
(Δεν φέρω καμία ευθύνη για τυχών βίαιες επιθέσεις σε καταστήματα της Τελλάς από τους αναγνώστες μου {μη ψάχνεται παιδιά, δεν υπάρχουν τέτοια καταστήματα...}).


Τώρα είμαι στη Κονταριώτισα με ασύρματο ιντερνετ.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Η μοναξιά πάνω στα πέταλα του ήλιου




Το γέρικο σώμα που κρυώνει στο φεγγαρόφωτο





Τα σκυλιά...









...που μας γρυλίζουν γιατί μας αγαπούν





ο ήχος του νερού που διαφέρει από του αίματος





Τα νύχια μεγαλώνουν ακόμα και στους νεκρούς





Τα μάγουλα μας όμως είναι κόκκινα ακόμα





και ο άνεμος παίζει με τα μαλλιά μας καθώς περνά








χορεύοντας και τραγουδώντας ανέμελος, πάνω στο σώμα μας


Έχει πάντα την πρωταρχική γυναικεία μορφή









Γέρνει και γερνάει ------------------------>(γερνάει και γέρνει)




πάνω στα παλιά ξύλινα έπιπλά μας



Με αρώματα έβενου , λούστρου , παλιού ξύλου και γαρύφαλλου














να χύνονται σα θάλασσες στο βάθος της ψυχής μας

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Σταυροδρόμια





Γιατί έχω ακόμα αυτή την ανάγκη να σας συναντώ, να σας σκέφτομαι, να μιλάμε; Έχει περάσει τόσος καιρός και ακόμα να ηρεμήσω. Γιατί θέλω να σκέφτομαι συνέχεια τα παλιά και να αναπολώ με τις ώρες; Για ποιό λόγο μπορώ και ξεφεύγω τόσο εύκολα όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά; Γιατί παρόλο που γνωρίζω και βλέπω νέους ανθρώπους, φίλους γνωστούς κτλ, δε σας ξεχνάω ποτέ, και τους λέω όλο ιστορίες με εσάς; Γιατί εκθειάζω τόσο πολύ όλα όσα περάσαμε μαζί και όσα περνάω τώρα (εξίσου, αν όχι περισσότερο όμορφα) όλα φαίνονται κάπως ξεθυμασμένα και θολά(υπερβάλω, το ξέρω...); Νοιώθω όπως στο δημοτικό...να θέλω να συνεχίσουμε να παίζουμε τα παλιά παιγνίδια αλλά κανείς άλλος να μη συμφωνεί...να με κοιτάνε όλοι σαν περίεργο τύπο και να μη καταλαβαίνουν για τί τους μιλάω, σαν να περάσαμε ένα όριο πέρα από το οποίο ξεχνιούνται όλα. Σαν να πάθατε όλοι μερική αμνησία...και σαν σίριαλ με κοινά μυστικά όπου οι πρωταγωνιστές δε μιλάνε μεταξύ τους παρά σπάνια, και προσπαθούν ο καθένας με το δικό του τρόπο και μόνος του να συμβάλει στη λύση του προβλήματος. Δε νοιώθω οτι δεν έχω προσπαθήσει να έρθω πιο κοντά. Δε νοιώθω οτι δεν έκανα το πρώτο βήμα. Αλλά είσαστε όλοι μακριά...σαν να μην θέλετε πια να παίξουμε τα παλιά μας παιγνίδια.


Κυρίως όταν είναι απόγευμα και βλέπω τον ήλιο να δύει...Τότε καίγεται μαζί του και η καρδιά μου. Σα να βρισκόμαστε στο τέλος όχι μόνο μιας μέρας αλλά και στο τέλος μιας συνήθειας, στο τέλος του δρόμου που περπατούσαμε δίπλα-δίπλα τόσα χρόνια και τώρα που βράδιασε φτάνουμε σπίτια μας σε λίγο, που μας περιμένουν, με τα αδύναμα φώτα της αυλής και σαν αύριο να φεύγουμε για πάντα και σα να περπατούσαμε μαζί μια αιωνιότητα σήμερα κάτω από το καθαρό φως χωρίς να σκεφτόμαστε οτι αύριο θα φύγουμε και σαν να...Καλά κάναμε και δε το σκεφτόμασταν! Καλά κάναμε και δε μας ένοιαζε!


Θυμάμαι που περπατούσαμε αυτές τις μέρες προς το σπίτι σου, φορτωμένοι με μηχανήματα, κιθάρες κτλ κτλ. θυμάμαι οτι ήταν οι πιο καθαρές μέρες...Ο ουρανός ήταν καθαρός, το φως ακόμα καθαρότερο, τα μάτια μας ήταν καθαρά και η καρδιές μας καθαρότερες, τα χαμόγελά μας έλαμπαν και δε μας ένοιαζε αν θα φτάσουμε. Μας έφτανε το ταξίδι! Μας έφτανε που περπατούσαμε μαζί. Και δίπλα μας περνούσαν λευκά σπίτια που όσο προχωρούσαμε λιγόστευαν και γίνονταν πιο λευκά! Και δίπλα μας περνούσαν δέντρα μεγάλα και πιο μικρά και θάμνοι και στενοί δρόμοι και ανοικτά παράθυρα με λουλούδια και τεράστιοι τοίχοι που πίσω τους κρύβονταν πελώρια δάση με σκοτεινή καρδιά, γιατί δεν την έφτανε ο ήλιος.


Ποιος να το φανταζόταν τότε και ποιος να έλεγε κάτι τέτοιο; Τώρα πλέον δε ξέρω αν μου λείπετε εσείς ή τα άτομα που ήξερα τότε...δε ξέρω αν μου φταίει το δικό σας παρόν ή αναπολώ όλα αυτά που θυμάμαι...Δε ξέρω καν αν υπάρχουν ακόμα αυτά τα άτομα που αναπολώ (βέβαια.. δε ξέρω αν υπάρχω και γώ όπως υπήρχα τότε)! Το να αναγνωρίσεις κάτι οπτικά δε σημαίνει oτι είναι αυτό που βλέπεις. Μπορεί να κοιτάς σε ένα αντικατοπτρισμό του παρελθόντος, σα φαντάσματα με γνωστά χαμόγελα που δε μας θυμούνται όμως πια...που έχουν αλλάξει για πάντα...Ευτυχώς μερικούς σας αναγνωρίζω και τώρα. Ευτυχώς μερικοί με αναγνωρίζετε και τώρα.:)

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009



Θα προχωρήσουμε αποφασισμένοι
ενάντια στο τρένο που έρχεται
ενάντια στο έντονο φως που δυναμώνει
με κάθε ελπίδα χαμένη

Φόβοι κρυμμένοι τρυφερά κάτω από τα βλέφαρα
Φόβοι που δε συνάδουν με τη λογική αλλά είναι αλήθεια
Καταπιεσμένες αγωνίες στο background
Αγωνίες που ξεπλένονται με ποτό και αστεία
(με ποτό και αστεία φίλοι μου.., αγαπημένοι μου φίλοι..)

Μιλάμε συνέχεια και επαναλαμβάνουμε τη λογική
μήπως έχουμε κάνει λάθος ψάχνουμε ξανά και ξανά
γιατί το νοιώθουμε, βαθιά το νοιώθουμε
πως το λάθος το ορίζουν όλοι οι άλλοι

Όρθιοι, Ευθυτενείς, με το χέρι οριζόντιο
να διατάζουμε το τρένο να σταματήσει
Με τα μάτια μας να θρηνούν τη λογική
Με τη καρδιά μας να διστάζει και να λιώνει

Θέλουμε να μείνουμε μέχρι το τέλος
μέχρι να σταματήσει το τρένο
μέχρι να περάσουν δυο άπειρα
μέχρι να καταλάβουμε πού κάναμε λάθος

18/4/09

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Divine Dérive...


Πότε ήταν; Νομίζω πριν δυο χρόνια περίπου...Από τα πιο ζεστά καλοκαίρια σ'αυτή τη πόλη που περάσαμε τα χρόνια σα φοιτητές! Είχαμε τελειώσει την εξεταστική με ικανοποίηση και ήμασταν πλέον 10 κιλά ελαφρύτεροι. Η ζέστη μας έκανε να θέλουμε να μένουμε ακίνητοι σε μια σκιά. Ακόμα και έτσι όμως ο ιδρώτας ανάβλυζε από τους πόρους μας.
Μεσημέρι προς απόγευμα ήταν και θα πηγαίναμε για ούζα. Μεγάλη παρέα που έγινε πιο μεγάλη στη συνέχεια. Ήταν οι φίλες της και η Αναστασία σου, η Φιλιώ μου, ο Πάνος, Μανώλης κτλ. Είχαμε πιάσει 3 τραπέζια που ίσα-ίσα μας χωρούσαν. Eγώ καθόμουν στη μια άκρη του μακρόστενου τραπεζιού και έπρεπε να φωνάξω αν ήθελα να μιλήσω σε κάποιον από την άλλη άκρη! Το απέφυγα..
Πήραμε ποικιλίες και ούζα τα οποία έρχονταν σε επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα. Φάγαμε πολύ και ήπιαμε περισσότερο. Ο ήλιος μας χτυπούσε ανελέητα και καθώς περνούσε η ώρα τον είχαμε μπροστά μας και τον κοιτούσαμε μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων να προχωράει αργά προ τη δύση.
"Γειά μας" και "εις υγείαν" και "άσπρο πάτο" και "άλλο ένα" και "στο πτυχίο" και "έλα-έλα..." και ψηλά το χέρι και "φέρε άλλα δυο" και πάλι απ'την αρχή. Ώρες πέρασαν πίνοντας, μιλώντας, γελώντας και προς το τέλος κοιτάζοντας τα περιστέρια που ήθελαν να ανέβουν στο τραπέζι να φάνε και αυτά μαζί μας. Τα μάτια μας είχαν πάρει την έκφραση του πονηρού γέλιου χωρίς να ξέρουμε γιατί. Έλαμπαν σα να είχαμε σχεδιάσει μια φάρσα όλοι μαζί και να ήταν το κοινό μυστικό μας. Κοιτιόμασταν όλο νόημα γιατί βλέπαμε ο ένας τον άλλο να στριφογυρίζει και να παραμορφώνεται λιώνοντας. Από το βλέμμα που μας απαντούσε ξέραμε οτι και οι άλλοι μας έβλεπαν όπως κι εμείς. Όσοι δεν πίνανε ή ήρθαν αργότερα στο τέλος απλώς είχαν βαρεθεί να μας βλέπουν να καθόμαστε και να χαζογελάμε με τις ώρες. Εμείς πάντως μια χαρά περνούσαμε..!
Μου έλεγες "Περίμενε να δεις όταν θα σηκωθούμε όρθιοι...", και είχες δίκιο γιατί όταν σηκωθήκαμε τα είδα όλα! Στην αρχή παραπατούσαμε λίγο αλλά μετά, σα τον Πρόξενο κάτω από το ηφαίστειο, ορθώσαμε ανάστημα, ρίξαμε κεφάλι μπροστά και ξεκινήσαμε! Για πού ξεκινήσαμε όμως;; Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και είχαμε πει να πάμε να παίξουμε Call of Duty. Σκεφτήκαμε οτι θα είχε περισσότερη πλάκα έτσι! Εγώ εσύ και ο Πάνος...Πήγαμε και παίξαμε λοιπόν ενώ δίπλα μας το πνεύμα του ούζου είχε σκάσει από τα γέλια! Οι φωνές μας πρέπει να ακούγονταν μέχρι έξω από το μαγαζί! Εμένα και του Πάνου δηλαδή γιατί εσύ καθόσουν ήρεμος και γαλήνιος δίπλα μου! Παραείσουν όμως γαλήνιος γιατί όλο σε πυροβολούσα στο παιγνίδι και όλο κέρδιζα(ο Η/Υ σου βέβαια, όλο κόλλαγε αλλά δε δίναμε σημασία)! Ο Πάνος στο κόσμο του παιγνιδιού, έτρεχε πάνω κάτω πυροβολούσε όπου νάναι, περνούσε από μπροστά μας χωρίς να μας δει και έτσι κέρδιζα (ουάου!).. Καθίσαμε 1 με 1μιση ώρα και παίζαμε! Εκείνη τη μέρα πρέπει να καταστράφηκαν αμέτρητα εγκεφαλικά κύτταρα και των τριών μας...Μετά από ούζα, Η/Υ...
Και τώρα κάτι που δε ξέρεις...Όταν έφυγα είχε νυχτώσει. Ακόμα άκουγα καμπάνες και όλα ήταν κάπως ρευστά και αόριστα γύρω μου. Σκεφτόμουν να γυρίσω σπίτι αλλά ήθελα να γυρίσω από ένα διαφορετικό δρόμο. Τα φώτα του δρόμου με ζάλιζαν ακόμα περισσότερο, ευτυχώς όμως έκανε λιγότερη ζέστη από πριν. Αποφάσισα να κάνω ένα μεγάλο κύκλο πριν γυρίσω σπίτι! Θεώρησα οτι το περπάτημα και ο "καθαρός" αέρας θα μου έκαναν καλό. Θυμάμαι τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούσαν. Έμοιαζαν τόσο εξωπραγματικά, τόσο όμορφα...σα φώτα Luna-park.. Περπατούσα μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποίησα οτι δεν αναγνώριζα το μέρος που βρισκόμουν. Όλα τα στενά της πόλης πλέον μου έμοιαζαν παρόμοια. Ήταν σα να είμουν σε μια διαφορετική, άγνωστη πόλη, που δεν ήξερα κανένα και δε με ήξερε κανείς. Ένοιωσα ένα παράξενο αίσθημα ελευθερίας με αυτές τις σκέψεις. Μπορούσα να πάω οπουδήποτε και να δω νέα πράγματα. Κοιτούσα γραφικές καφετέριες, άγνωστα μαγαζιά, κτήρια και εκκλησίες να περνάνε δίπλα μου. Περπατούσα χωρίς να έχω ιδέα προς τα που είναι το σπίτι. Είχα χαθεί μέσα στο λαβύρινθο της πόλης που έμενα! Βέβαια δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα αυτό. Έβλεπα πράγματα που δεν είχα ξαναδεί, μικρές παραλλαγές της γνωστής μου πόλης. Μικρές διαφοροποιήσεις που τελικά την έκαναν ένα τελείως διαφορετικό μέρος με διαφορετική αίσθηση, με την αίσθηση του νέου, της εξερεύνησης. Δεν είχα ιδέα πότε θα έβρισκα κάτι γνώριμο που θα με έκανε να μπορώ να προσανατολιστώ και να ξέρω που βρίσκομαι. Περπατούσα τουλάχιστον μισή ώρα και είχα αρχίσει να ανησυχώ λιγάκι. Δεν ήθελα να ρωτήσω κάποιον περαστικό για το πού είμαι γιατί όλη η κατάσταση θα ήταν πολύ σουρεαλιστική... Στο τέλος ενός δρόμου που ακολουθούσα είδα να υπάρχουν δέντρα. Μόνο συγκεκριμένα μέρη της πόλης έχουν δέντρα... Σκεφτόμουν οτι είτε θα γνώριζα το μέρος αμέσως όταν έφτανα, είτε θα είχα βγει σε κάποιο δάσος σε κάποιο άσχετο μέρος στο τέλος της πόλης, κάτι το οποίο δεν θα ήταν και πολύ ευχάριστο... Καθώς πλησίαζα είδα από μακριά τα τραπέζια που καθόμασταν το μεσημέρι... Όταν έφτασα σπίτι ένοιωσα σα να είχα γυρίσει από μια άλλη πόλη περπατώντας. Που ξέρεις μπορεί να έγινε και έτσι...

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

12 Ερωτήσεις


Γιατί μας συμπεριφέρονται σαν να είμαστε ηλίθιοι; Μήπως είμαστε; Για πιό λόγο επιτέθηκαν οι "κουκουλοφόροι" πριν λίγες μέρες στα αμάξια στο Κολωνάκι; Μα καλά και αυτοί οι κουκουλοφόροι δε σκέφτηκαν οτι θα είναι πολύ εύκολο να τους δουν τις 12 το μεσημέρι; Μήπως ήθελαν να τους δουν; Γιατί δε φοβούνται μη τους πιάσουν; Για πιό λόγο όλοι αυτοί οι καραγκιόζηδες που σπάνε κρύβονται πίσω από το άσυλο του πανεπιστημίου; Για πιο λόγο η αστυνομία τους χτυπά φιλικά στη πλάτη με τη στάση της; Πώς να αυξήσουμε λοιπόν την αστυνόμευση, τη τρομολαγνεία και τη καταστολή του κόσμου; Μήπως βολεύονται και βρίσκουν "πάτημα" όσοι θέλουν να μας επιβάλουν ηλίθιους νόμους, στη παραπάνω συμπεριφορά των κουκουλοφόρων; Είναι τυχαίο που η κυβέρνηση βγάζει απέραντης βλακείας νόμους αμέσως μετά από τέτοια γεγονότα, που σε άλλη περίπτωση ο καθένας θα αντιδρούσε; Μήπως όλα αυτά γίνονται για να χρυσωθεί το χάπι;

Μάλιστα κυρίες και κύριοι! Ποινικοποίηση της κουκούλας!! Να δούμε πότε θα μας ζητήσουν να φοράμε και στολή με το όνομά μας επάνω για να βγαίνουμε έξω! Συντονιστείτε λιγάκι κύριοι νομοθέτες! Το θέμα δεν είναι αν φοράνε κουκούλες, κράνη ή κομπινεζόν! Το θέμα είναι για πιό λόγο δε συλλαμβάνονται αυτά τα άτομα από την αστυνομία αλλά κάθε φορά συλλαμβάνουν άσχετους απλώς για το φαίνεστε!

Ο κ Κορρές

Σου χάρισα μία μπουκάλα με κρασί
τα μάτια σου λάμπανε σα δυο μαργαριτάρια
μ'ευχαρίστησες με μια δόση και μια ευχή
και όταν έφυγες πίσω σβήνανε τα χνάρια

Σταγόνες στο ποτήρι σταγόνες στη ζωή
λάμπουν σαν εκείνο το όμορφο πρωί
"γεμάτο το ποτήρι γεμάτη και η ζωή"
θυμάμαι στα χαμόγελα που πίναμε μαζί

Κι όταν ήρθες να μας βρείς
δεν υπάρχει εδώ κανείς
κι όταν ήρθες να μου πεις
μη ξεχνάς, θα ξεχαστείς

Αυτό το έγραψα όταν τελειώναμε το λύκειο. Καλοκαίρι ήταν...Το ξέρω οτι δεν είναι και οι καλύτεροι στίχοι, αλλά δε το έγραψα εδώ για αυτό. Μου θυμίζει τόσα πολλά πράγματα...Είναι σα να αγκαλιάζει το αίσθημα μιας εποχής. Νοιώθαμε μέσα μας οτι θα αλλάξει κάτι, οτι σε λίγο θα είναι σα να ξεκινάμε απο την αρχή. Όπως δηλαδή τώρα και σε τόσες άλλες στιγμές στη ζωή μας.
Η Θάλεια είχε την ιδέα να αγοράσουμε μια μπουκάλα κρασί και να στη χαρίσουμε στο τελευταίο μάθημα. Μερικές φορές ερχόσουν στο μάθημα με το "τσάϊ" σου...Πάντα τότε γινόταν το καλύτερο μάθημα. Ελεύθεροι από τα βιβλία αιωρούμασταν μαζί σου στις ιστορίες που μας έλεγες ,πάντα με ένα θέμα, με ένα νόημα...Τότε τα μάτια σου έλαμπαν! Μύθοι, γεγονότα, ανέκδοτες ιστορίες, ακόμα και βιώματα δικά σου, μας μάθαιναν όσα δε μπόρεσαν ποτέ τα βιβλία.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Καρνίβαλλοι




Τι ωραία που ήρθε πάλι το καρναβάλι!Βγαίνουμε έξω, ξεφαντώνουμε, χτυπιόμαστε με τα ρόπαλα, πίνουμε, μεθάμε, κλαίμε, ξερνάμε, κατουριόμαστε στη μέση του δρόμου, γκαστρωνόμαστε, παίζουμε ξύλο, κάνουμε κακόγουστες φάρσες, πηγαίνουμε στο νοσοκομείο, κάνουμε πλύση στομάχου.
Γιατί έτσι ρε παιδί μου τη βρίσκουμε! Γιατί έτσι ξεφαντώνουμε και απελευθερωνόμαστε από τα καθημερινά άγχη μας! Όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου δεν μπορούμε να ζήσουμε τόσο όμορφα! Δεν μπορούμε να δείξουμε ποιοι πραγματικά είμαστε! Χρειαζόμαστε το καρναβάλι για να απελευθερωθούμε!! Βλέπουμε τις υπέροχες λεπτεπίλεπτες δημιουργίες των αρμάτων και θαυμάζουμε, την καλλιτεχνικότητα που αποπνέουν και την βαθιά καλλιτεχνική φλέβα αυτών που τα δημιούργησαν!...όταν τελειώσετε τραβήξτε το καζανάκι, παρακαλώ.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Θυμάμαι...


...που είχαμε πάει σπίτι σου πριν αρκετά χρόνια. Δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Υπολογίζω οτι ήταν το 2002. Οι γονείς σου είχαν πάει διακοπές στα Καλάβρυτα. Εσύ Johnny, γιατί δεν είχες πάει άραγε; Μου είπες οτι βαριόσουν. Χαραχτήκαν στη μνήμη μου τόσες ιστορίες, όμως κάποιες ξεχωρίζουν και μερικές φορές μου μοιάζουν σαν απλά παραμύθια στα οποία τυχαίνει να είμαστε πρωταγωνιστές.
Ήταν και ο Μίτσος μαζί μας τότε. Το προηγούμενο βράδυ ήμασταν και πίναμε στη Μυροβόλο. Με το λεωφορείο φτάσαμε σπίτι σου! Απίστευτο μου φαίνεται...Δεν οδηγούσες τότε. Είχα την εντύπωση οτι οδηγούσες από πάντα.
Αν αφηνώμασταν να μας παρασύρει ο Μίτσος μάλλον θα είχαμε βάλει φωτιά στο σπίτι σου τότε. Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν μπήκε ήταν να αρπάξει μια ντομάτα(!!) από τη κουζίνα, που ήταν δίπλα στην είσοδο και να την πετάξει πάνω στις κουρτίνες...Στη συνέχεια τίναξε τα παπούτσια από τα πόδια του. Τα είδαμε να προσγειώνονται πάνω στο χριστουγεννιάτικο δέντρο...

"Θα γίνει χαμός απόψε!! Το σπίτι είναι δικό μας!!" .

Ο Μίτσος υπερέβαλε πάντα και σε όλα. Ακόμα και τότε μέσα στην εποχή της δικής μας απόλυτης υπερβολής μας φαινόταν υπερβολικός.
Το σπίτι το είχε αφήσει η μάνα σου στην εντέλεια. Στολισμένο, φωτεινό και τακτοποιημένο. Σου είχε αφήσει και φαγητά. Φάγαμε το παστίτσιο μέσα από το μπολ και οι τρεις μαζί και αρχίσαμε να ψάχνουμε για ποτά. Ήταν ανάμεσα από την τηλεόραση και το χριστουγεννιάτικο δέντρο, σε ένα ντουλάπι. Το Dewar's το πράσινο δεν θα το πίναμε γιατί δεν το είχε ανοίξει ο πατέρας σου ακόμα. Τα υπόλοιπα ήταν κάποιο άλλο ουίσκι, ούζο και βότκα. Έπινα και από τα τρία στην αρχή ενώ ο Μίτσος είχε αρχίσει να αδειάζει ένα μπουκάλι ουίσκι.

"Ρε μαλάκα, πιές και από κανένα άλλο μπουκάλι. Θα καταλάβει ο πατέρας μου όταν γυρίσει.."
"Ναι ναι, τώρα! Σε λίγο θα πάρω άλλο."

Πήγαμε στο δωμάτιό σου όπου είχες τα drums που αγόρασες. Είχες και δυο κιθάρες. Ότι πρέπει δηλαδή. Ψάχναμε να βρούμε ενισχυτή να συνδέσουμε την ηλεκτρική. Τον βρήκα εγώ δίπλα στο δέντρο και τραβώντας τον διαπίστωσα οτι ήταν ακόμα στο πολύμπριζο. Κόντεψα να ρίξω κάτω το πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχατε και έσπασα και ένα βάζο! Δεν δώσαμε και ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το γεγονός. Θέλαμε να αρχίσουμε να παίζουμε μουσική. Παίξαμε ένα κομμάτι που είχα γράψει. Ο Μίτσος το άκουγε σαν να ήταν μια θεόσταλτη μελωδία των χερουβίμ, σαν να ήταν το καλύτερο κομμάτι που είχε ακούσει ποτέ.

"Πω πωωω!! Γαμάτο! Είναι σαν τα ριφάκια που έχουν οι Anathema αλλά ακόμα καλύτερο!! Πάμε άλλη μία;!;!"

Είχαμε ήδη πιει 3 μισοάδεια (μπορεί και μισογεμάτα, εξαρτάτε πώς το βλέπει κανείς) μπουκάλια. Ο Μίτσος ήταν γραφτό να τελειώσει το γεμάτο μπουκάλι που ξεκίνησε. Παίζαμε μουσική με όση ένταση είχαμε! Παίζαμε ξανά και ξανά την ίδια μελωδία, μπερδεμένη με τα επιφωνήματα του Μίτσου και τα μισόλογα και των τριών μας, άλλοτε αγριεμένη και άλλοτε ρευστή και χαοτική σε ένα ταλαντευόμενο κρετσέντο πριν την έκρηξη, πριν την απόλυτη οργή εστιασμένη πάνω στις χορδές μας, στις χορδές της ψυχής μας. Τότε για λίγες στιγμές ένοιωσα να περιπλανιέμαι στο κενό, ένοιωσα να εξαϋλώνομαι και να φεύγω απ'το σώμα μου! Μπορούσα να διακρίνω τα αστέρια στον ουρανό από το παράθυρο και τα ένοιωθα να έρχονται προς εμένα, σιγά σιγά με σταθερά βήματα πιο κοντά μας.
Παίζαμε τουλάχιστον για 1 μισή ώρα παραλλαγές του ίδιου μοτίβου στη διαπασών. Βλέπαμε φως στο διπλανό σπίτι παρόλο που η ώρα ήταν 3 τα ξημερώματα. Περιμέναμε ότι κάποιος θα έρθει όπου να'ναι και θα μας πει να σκάσουμε μπας και κοιμηθεί. Κάνείς δεν ήρθε...Μετά μας είπες οτι δίπλα έμεναν οι θείοι σου με τις ξαδέλφες σου...Δεν τις είχα γνωρίσει ακόμα τότε. Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέμαι πώς είναι, πώς μοιάζουν.
Κουρασμένοι σταματήσαμε να παίζουμε και καθίσαμε στη κρεβατοκάμαρα των γονιών σου. Ακούσαμε την ιστορία του Μίτσου για μια φίλη του, που ο πατέρας της έχασε και τα δυό του χέρια σε ένα ατύχημα, όταν ήταν νέος. Ακούσατε εμένα να προσπαθώ να συγκρατήσω την έκρηξη του γέλιου μου μετά από το:

"Καλά εε!!Πρέπει να τον ακούσετε να παίζει κιθάρα!! Είναι φοβερός κιθαρίστας!"

Ήμασταν τόσο κομμάτια που δεν ελέγχαμε αυτά που λέγαμε πριν τα πούμε. Ήμασταν ελεύθεροι από κάθε λογοκρισία, ελεύθεροι να γέρνουμε επικίνδυνα προς τη μυθοπλασία χωρίς όμως να το επιδιώκουμε. Μιλήσαμε για σχέδια που ξέραμε οτι δεν θα τα πραγματοποιούσαμε ποτέ, για συναυλίες και ταξίδια που ποτέ δε θα κάναμε μαζί και για σκέψεις μας που θα χάνονταν μόλις ξεμεθούσαμε. Βρισκόμασταν όμως όσο κανένας άλλος άνθρωπος στο παρών. Νοιώθαμε την ένταση της οργάνωσης καθορίζοντας όλες τις λεπτομέρειες για τα ταξίδια και για τις συναυλίες που ποτέ δε θα κάναμε. Οραματιζόμασταν τόσο ξεκάθαρα τις σκέψεις μας και νοιώθαμε οτι γινόμασταν απόλυτα κατανοητοί ο ένας στον άλλον, παρόλο που πιστεύω οτι ο καθένας καταλάβαινε αυτό που ήθελε τελικά. Βέβαια, ποτέ κανένας δεν πρόκειται να καταλάβει επακριβώς πώς νοιώθει κάποιος άλλος. Ακόμα και αν έχουν βρεθεί σε ίδιες καταστάσεις ο καθένας θα τις βιώσει διαφορετικά. Το θέμα και όλη η ουσία, είναι στο να μπορέσεις να νοιώσεις οτι κάπου ανήκεις, οτι αλληλεπιδράς με τους γύρω σου, οτι είσαι ζωντανός!
Είχαμε πιεί πάρα πολύ και δεν είχαμε κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ. Άρχισα να βλέπω λευκές τελείες να αναβοσβήνουν στα μάτια μου. Νομίζω κοιμήθηκα λίγο, πριν να μας ανακοινώσει ο Μίτσος οτι θέλει να κάνει μπάνιο. Άρχισε να γδύνετε 'χύμα' μπροστά μας και να προχωράει προς το μπάνιο. Ήταν τελείως κομμάτια. Σκουντουφλούσε πάνω στις πόρτες. Τελικά έκανε μπάνιο με κρύο νερό και νομίζαμε οτι συνήλθε. Είχε όμως όρεξη να ανάψει και τις κλανιές του με έναν αναπτήρα..! Μετά επιτέλους ντύθηκε και ηρέμησε.
Το πρωί αποφασίσαμε να πάρουμε το λεωφορείο και να πάμε για καφέ στην πόλη. Στο δρόμο για τη στάση πήραμε και φάγαμε πορτοκάλια από τη πορτοκαλιά του διπλανού σπιτιού. Στο λεωφορείο ο Μίτσος ακόμα ζαλισμένος μου ζητούσε να στείλω μήνυμα με το κινητό του σε κάποια κοπέλα. Το τί έγραψα και σε ποιόν το έστειλα ούτε εγώ δεν το κατάλαβα...Ήμασταν όλοι ακόμα ζαλισμένοι. Κοιμηθήκατε στην γαλαρία του λεωφορείου. Προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος για να κατέβουμε όταν έπρεπε. Ο Μίτσος καθόταν δεξιά μου και εσύ αριστερά μου. Είχατε ακουμπήσει και οι δύο πάνω μου, ο καθένας από τη μεριά του. Μια γιαγιά που ανέβηκε αργότερα κάτι μου έλεγε για το πιοτό και οτι "...μυρίζετε μέχρι εδωκάτω ".

Τα θυμάσαι όλα αυτά άραγε Johnny; Απορώ εγώ πώς τα θυμάμαι...

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

...


Νοιώθω πάλι αυτή την αίσθηση κενού και ανεκπλήρωτου να ανεβαίνει απο το στομάχι μου. Δε ξέρω ακριβώς γιατί. Μπορεί να φταις εσύ, μπορεί να φταίω εγώ, μπορεί να φταίνε και όλοι οι υπόλοιποι. Κάθε φορά περνάει αλλά και κάθε φορά ξανάρχεται. Μπορεί να αργεί κάποιες φορές και άλλες να επιστρέφει αμέσως.
...Μπορεί να φταίει και ο καιρός...Πρέπει να δείξουμε σε όλους τώρα σα καλά παιδιά την πρόοδο που κάναμε. Την πρόοδο προς τα που;; Προς τα κάπου αόριστα ; Δεν έχει σημασία; Προοδεύσαμε λοιπόν και μάθαμε νέα πράγματα ...και τι έγινε; Αν όλα όσα μάθαμε υπάρχουν μόνο στη φαντασία αυτού που τα σκέφτηκε και δεν χρειάζονται πουθενά πρακτικά, τι ακριβώς μάθαμε; Πώς μας βοηθάει κάτι τέτοιο; ...στην όξυνση του νου!!Μάλιστα..μεγάλη "όξυνση" είχαμε..Μήπως όμως αυτή η όξυνση έχει μερικά κιλά bias; Μήπως όλα αυτά οφείλονται στο maturity;
Μπορεί να φταίει και η γενικότερη κατάσταση. Όλη η σαπίλα μαζεμένη και σκουπισμένη κάτω από το χαλάκι..που εδώ και πολύ καιρό έχει ξεχειλίσει και όλα βρίσκονται μπρος στα μούτρα μας τώρα..υπομονή μέχρι πότε;και τί να κάνεις; να το παίξεις επαναστάτης και να καείς στην φωτιά που ανάβεις; Να συμβιβαστείς και να προσπαθήσεις να αφομοιωθείς;...το δοκίμασα αυτό...δε καταπίνεται με τίποτα!..Ε τί να σου κάνω τότε; κάτσε να έχεις την αίσθηση κενού και ανεκπλήρωτου, θα μου πεις.
ΟΚ. βρήκα λοιπόν γιατί την έχω. Για τον ίδιο λόγο που την έχω κάθε φορά. Απλά προσπαθώ να το ξεχνάω, να μου φταίει δήθεν και κάτι άλλο κάθε φορά. Να ξεχνάω για να μην ζητάω κιάλλα, να κάνω σα καλός στρατιωτάκος το καθήκον μου για να με αφήνουν ήσυχο να βλέπω τηλεόραση χωρίς τύψεις.
Ξαναρωτώ:ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ; και απαντώ..: μέχρι να αλλάξει κάτι (lol), ή μέχρι να διαλέξεις παραπάνω, την πρώτη απόφαση.

Αν έχετε εσείς καμία άλλη ιδέα του τί να κάνει κανείς...παρακαλώ πείτε μου..(Φανταστικοί μου αναγνώστες...)

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Σκάλες



  • Οι ψυχές μας βρίσκονται σ'ενα δρόμο και μπροστά τους συναντούν σκάλες.
  • Σκάλες που ανεβαίνουν και σκάλες που κατεβαίνουν.
  • Η κάθε σκάλα έχει 107 σκαλοπάτια.
  • Αν τα διανύσουν τρέχοντας οι μέρες περνάνε γρήγορα και οι νύχτες ξεχνιούνται.
  • Αν ξεκινάνε διστακτικές οι μέρες τις πορείας είναι πολλές.
  • Έτσι όσο πιο γρήγορα περάσουν από τη μια σκάλα τόσο πιο γρήγορα θα έρθει η επόμενη.
  • Αν είναι σκάλες που ανεβαίνουν οι ψυχές μας τρέχουν χαρούμενες να ανέβουν για να δουν τον ήλιο και τον ορίζοντα.
  • Όσο πιο ψηλά φτάνουν τόσο πιο όμορφο είναι το τοπίο.
  • Ο χρόνος όμως πάντα τις σπρώχνει μπροστά, έτσι όσο πιο ψηλά ανέβουν τόσο πιο μεγάλη θα είναι η πτώση, που οδηγεί στην επόμενη σκάλα.
  • Άλλες φορές χτυπάνε πέφτοντας και άλλες προσγειώνονται πάνω στους θάμνους που περιμένουν από κάτω.
  • Όταν οι σκάλες κατεβαίνουν, οι ψυχές μπαίνουν σε αυτές τις τρύπες και κατεβαίνουν κι'αυτές κάτω από τη γη.
  • Το φως δε φτάνει ποτέ εκεί κάτω και διάφοροι φόβοι τριγυρνούν στα τοιχώματα του τούνελ.
  • Κάποιοι από αυτούς κρύβονται στα ρούχα και στις τσέπες για να εμφανιστούν ξαφνικά κάποια άλλη στιγμή, ενώ κάποιοι άλλοι γίνονται απτοί μέσα στο τούνελ.
  • Δυστυχώς ο χρόνος μας σπρώχνει μόνο μπροστά.
  • Ευτυχώς ο χρόνος μας σπρώχνει μόνο μπροστά.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Ιστορία για λευκά περιστέρια, γράμματα και μοναχικούς ανθρώπους

Ο αέρας φυσούσε πάντα προς τη μεριά του ήλιου σ'αυτό το μέρος. Έκανε τα φύλα των δέντρων να πάλλονται όμορφα και δρόσιζε τα περιστέρια που κρύβονταν εκεί. Το περιστέρι ήταν ένα από αυτά και τίποτα δε το ξεχώριζε από τα υπόλοιπα, εκτός ίσος απο το γεγονός οτι ήταν ολόλευκο. Δεν έκανε όμως όλα αυτά που κάνουν τα περιστέρια. Όταν ξημέρωνε και ο αέρας φυσούσε προς την ανατολή, πετούσε προς τον ήλιο και έψαχνε. Έψαχνε μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων έψαχνε μέσα στους θάμνους, μέσα στις φωλιές των μικρών ζώων, πάνω στους λοφίσκους και στα ξέφωτα, κάτω απ'τα καπέλα των μανιταριών, και μέσα στις κουφάλες των παλιών δέντρων, στις όχθες των ποταμών που διέσχιζαν το δάσος, μέσα στα κρυστάλλινα νερά και μέσα στον αφρό του καταρράκτη, στις πέτρες της όχθης και στις καλαμιές που φύτρωναν λίγο πιο κάτω. Μερικές φορές πετούσε ψηλά και έψαχνε μέσα στα σύννεφα. Το βράδυ δε σταματούσε, παρά μόνο για λίγες ώρες ξεκούρασης , και έψαχνε στις σκιές των δέντρων και στους ήχους της νύχτας. Έψαχνε πάλι στα φύλα των δέντρων στους θάμνους και στην όχθη του ποταμού. Στο τέλος έβρισκε ένα γράμμα, ένα λευκό φάκελο να τον φέρνει το ποτάμι ή να έχει κρυφτεί μέσα στα φύλα των δέντρων στους θάμνους στην όχθη και τη σκιά της νύχτας. Το περιστέρι έπαιρνε το γράμμα και πετούσε ψηλά στον ουρανό, όπου ο άνεμος το οδηγούσε. Πάντα του έδειχνε να πάει προς την πόλη, πέρα από το δάσος. Το περιστέρι έβλεπε τα πράσινα δέντρα που λαμπύριζαν από κάτω του στο φώς του ήλιου, τα έβλεπε να διακόπτονται από ήσυχες πολυκατοικίες και μερικά πιο χαμηλά σπίτια με αυλές. Στη πόλη λίγοι άνθρωποι περπατούσαν στους δρόμους πάνω στα ηλιόλουστα πεζοδρόμια δίπλα από τους κήπους και κάτω από την σκιά μερικών δέντρων που υπήρχαν. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο μειλίχια και ήρεμα με απαλές κινήσεις, χωρίς να λένε πολλά λόγια και μετά συνέχιζαν το δρόμο προς το σπίτι τους. Σπάνια κάποιο αυτοκίνητο περνούσε και άφηνε έναν ήχο, μια βουή να το ακολουθεί και μετά να σβήνει μέσα στο ήρεμο φως της μέρας. Το περιστέρι έψαχνε στη πόλη για ένα μοναχικό άνθρωπο που είχε στο μπαλκόνι του, συνήθως μια γλάστρα βασιλικού, μια 'αράχνη'* ή κλειστά νυχτολούλουδα. Πλησίαζε το παράθυρο και άφηνε στο περβάζι το γράμμα καθώς ο έκπληκτος άνθρωπος το κοίταζε καθισμένος στο γραφείο του όπου έγραφε ποιήματα. Έπαιρνε το γράμμα από κει που το είχε αφήσει το περιστέρι με τρεμάμενα χέρια. Έψαχνε έξω απ'το παράθυρο αλλά δεν έβλεπε πουθενά το περιστέρι. Καθόταν στο γραφείο του και άνοιγε προσεκτικά το φάκελο. Αρχικά του φαινόταν άδειος αλλά πάντα σε μια γωνία έβρισκε ένα σπόρο. Άφηνε το φάκελο στο περβάζι απ'οπου τον έπαιρνε ο άνεμος και τον γυρνούσε πάλι πίσω στο δάσος όπου ανήκει. Ο άνθρωπος έβαζε τον σπόρο σε μια γλάστρα και του έδινε χώμα από το βασιλικό, την 'αράχνη' ή το νυχτολούλουδο. Τον πότιζε με το νερό που είχε δίπλα στο κρεβάτι του για να ξεδιψά τη νύχτα και πήγαινε να κοιμηθεί. Έβλεπε όνειρα εκείνη τη νύχτα οτι γινόταν περιστέρι και πετούσε μέσα στην έρημο. Έβλεπε την καυτή άμμο από κάτω του και ένοιωθε το ζεστό αέρα πάνω στο δέρμα του. Πετούσε για ώρες ατελείωτες μέσα στην έρημο μέχρι που συναντούσε ένα δέντρο. Καταπράσινο, δροσερό, με δυνατές ρίζες πάνω σε στέρεη γη. Πάντα πριν φτάσει στο δέντρο ξυπνούσε διψασμένος και ιδρωμένος. Θυμόταν τον σπόρο και έψαχνε τη γλάστρα στο δροσερό φως της αυγής. Έβρισκε ένα λουλούδι κλειστό ακόμα. Είχε λεπτό και καταπράσινο μίσχο και τα πέταλά του ήταν κόκκινα σαν το αίμα. Όταν το πρώτο φώς της μέρας έπεφτε πάνω του, φωτίζοντας και το δωμάτιο, αμέσως άνοιγε απαλά τα φύλλα του και γέμιζε το γύρο χώρο με το πιο όμορφο άρωμα που υπάρχει. Ο άνθρωπος έκπληκτος το κοιτούσε και μετά έκλεινε τα μάτια να μυρίσει την υπέροχη αυτή ευωδία. Το άρωμα απλωνόταν σε όλο το σπίτι, πλημμύριζε έξω από τα παράθυρα και έφτανε μέχρι το δρόμο. Εκεί το μύριζε ένας άλλος άνθρωπος, μοναχικός, και έκλεινε και αυτός τα μάτια για να νοιώσει καλύτερα την ευωδία. Σταματούσε στο πεζοδρόμιο κάτω από το σπίτι και σκεφτόταν οτι ήταν το πιο όμορφο άρωμα που είχε μυρίσει στη ζωή του. Ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού και έμπαινε μέσα στο δωμάτιο με τον μοναχικό άνθρωπο που πλέον δεν ήταν μόνος. Κάθονταν μαζί στο τραπέζι και έλεγαν ιστορίες για λευκά περιστέρια, για γράμματα, για λουλούδια και για μοναχικούς ανθρώπους.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Λευκάδα


Ήμασταν οι πρώτοι, οι καλύτεροι της εποχής μας με τα βλέμματα βραχνά και κόκκινα να ατενίζουν το μέλλον. Μέσα στο καλοκαίρι... χαθήκαμε μέσα στο καλοκαίρι εκείνο που ζήσαμε πιο πολύ από κάθε άλλο άνθρωπο και γνωρίσαμε τη γεύση του άγουρου και την φτύσαμε. Ξαπλωμένοι στο δρόμο τα μεσάνυκτα ονειρευτήκαμε το μέλλον...ονειρευτήκαμε αλλά μόνο όνειρο έμεινε και 'μείς τα παιδιά του. Ξαπλωμένοι παντού στο δωμάτιο, ζούσαμε το χθες γιατί δεν μας άρεσε το αύριο, ζούσαμε ξανά και ξανά στο ίδιο μέρος, στην ίδια μέρα, στο ίδιο φως και στην ίδια γλύκα του πρώτου πρωινού ήλιου που μας έβρισκε πάντα με τα μαλλιά μας μπλεγμένα, με τα μάτια σβηστά και βουρκωμένα να ζητάμε κι'άλλο νεκταρ, κι'άλλη φωνή, κι'άλλο πιοτό...Κάθε νύχτα ξεχνιόμασταν στο πυρετό και στα όνειρά μας λέγαμε μόνο αλήθεια...λέγαμε λέξεις τόσο ξένες και τόσο πραγματικές που κανείς δε καταλάβαινε το νόημα. Μόνο εμείς. Μια χούφτα από παιδιά με κόκκινα μάτια που πάνω μας έμεναν για πάντα χαραγμένες σαν ουλές αυτές οι λέξεις. Χαραγμένες στη μνήμη και στο κορμί. Και όταν ξεχνάμε ο ένας τον άλλον και σαν αγρίμια ψάχνουμε με την οσμή, θα είναι αυτές οι ουλές και τα σημάδια που θα μας οδηγήσουν πάλι στην αρχή, εκεί που ζήσαμε για μια αιωνιότητα το πιο πυκνό αίσθημα αγάπης και αδελφικότητας στο πιο ζεστό μέρος της καρδιάς μας. Οι ουλές θα είναι που θα μας κάνουν να ξαναβρεθούμε να ξαναενωθούμε σαν τις πεταλούδες λίγο πριν πεθάνουν, λίγο πριν γυρίσουν ξανά στην γήινη φύση τους στη γήινη μάζα που μας περικλείει. Να ανοίξουμε ξανά μαζί τα μάτια μας προς τον ήλιο που ανατέλλει και να μην ενδιαφερθούμε για τίποτα πια, μόνο για το πώς θα κάνουμε νέες ουλές νέα στολίδια πάνω μας που με μια εικόνα τους να γελάμε και να κλαίμε μαζί, να ενώνουν τις καρδιές μας και να τις κάνουν κομμάτια...Θα περιμένουμε νοσταλγικοί και ώριμοι αιμορραγώντας απο τις παλιές πληγές που τόσο αγαπήσαμε, που θα αγαπάμε για πάντα και θα μας αγαπούν και αυτές ακόμα πιο πολύ.