Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Αποτίμηση



Να προχωράς μπροστά μου είχες πει
και να μιλάμε για ήττες, για σκιές και για αγίους
μου'χες πει
για τις βαλσαμωμένες προσευχές μες στους θανάτους
και για τις πιο μικρές σου αναμονές
για αυτές που'ναι σα να μη πέρασαν ποτέ
σα να ξεχάστηκαν στο σπίτι όπου έμεινες μικρός
από την άνοιξη παλιά μέχρι και τώρα στο περβάζι
να κοιτάμε το φεγγάρι πριν να βγει
(μου είχες πει)
να πιούμε
για τις μέρες, για τις νύχτες, τα πουλιά και τους ανθρώπους, για τις νεκρές σου τις ματιές, για τα πιωμένα σου τα χείλη και τα σβησμένα, άναστρα μάτια σου, θαμμένα στην καρδιά σου
να πιούμε για τις μέρες και τις νύχτες όπου χάθηκαν τ'αστεία που δεν είπαμε
(και με αυτά να γελάμε ξανά)
να ακούσουμε ξανά τις πρώτες σου κασέτες
σαν τα όνειρα των εραστών τoν Αύγουστο
σαν ηλιαχτίδες στα πρωινά φύλλα των δέντρων
άκουγα τις μέρες τότε πόσο γέλαγαν
και πως πεθαίναν ξαπλωμένες στο κρεβάτι
πάντα κάτι έμενε στο νου μου να σου πω
και συ μου έλεγες " ένα ακόμα σκαλοπάτι "  

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Παγοθύελλα

Επιτέλους ηρεμία... όσο άσχημο και αντίθετο και να ακούγεται αυτό σε σχέση με αυτά που πιστεύω για τους ανθρώπους, είναι αλήθεια. Δεν έχω ξανακουραστεί πιο πολύ, δεν έχω ξαναματώσει τόσο πολύ... και για ποιο λόγο? Συνειδητοποιώ ότι νοιώθω ένα χαμόγελο στα χείλη μου τώρα που γράφω. Νοιώθω πιο ελεύθερος... χωρίς υποχρεώσεις που ξεκινούν από μένα, χωρίς τον φόβο της τυφλής κατηγορίας, δίχως ματωμένες σκέψεις μπερδεμένες με τριαντάφυλλα... Το ήξερα ότι εκεί θα κατέληγε... μου το είχες πει από την αρχή εξάλλου. Ότι έτσι κάνεις με όλους. Το φοβόμουν όσο τίποτα. Αλλά ήθελα να δοκιμάσω, να δω αν μπορώ να γίνω κάποιος... και προσπάθησα μέχρι αηδίας... Όπως κάνω πάντα δηλαδή... Για μια στιγμή νόμισα ότι έγινα κάποιος... Βρέθηκα σε έναν παγετώνα με λειψά ρούχα και σκιές να κινούνται γύρω μου μέσα στον απόηχο του χιονιού. Επέμενα περπατώντας όλο και πιο μακριά, μέχρι που χάθηκα... Τώρα ξέρω... Δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από εσένα εκεί έξω... και αυτό μου το'χες πει... Πάγωσα μέχρι τον πυρήνα και πέθανα εκεί... ίσος είναι ο μόνος τρόπος τελικά για να συνειδητοποιήσεις ότι ονειρεύεσαι, να συνειδητοποιήσεις την ύπαρξη του εαυτού σου μέσα στο χώρο και στον χρόνο όπως παλιά... Ξέχασα, άλλαξα, συμβιβάστηκα... Έχασα τον εαυτό μου μέσα στην παγοθύελλα... Πέθανα εκεί... Ευτυχώς! Για να μπορέσω να γυρίσω πίσω τελικά, να με ξαναβρώ από κει που με άφησα... Ενδιαφέρον τo ταξίδι αλλά και πολύ επικίνδυνο. Χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας, χωρίς διαβεβαιώσεις...

(παύση)

και ακόμα χαμογελάω... ψηλαφίζω το πρόσωπό μου για να βεβαιωθώ. Επιτέλους ηρεμία! :)

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Scripta manent

Σε είχα ερωτευθεί ένα πρωινό λίγο πριν ξυπνήσω και ένοιωθα τα μαλλιά σου να ακουμπάν το πρόσωπό μου... χωρίς να βρίσκεσαι δίπλα μου. Δε κατάλαβα ποτέ τι ζήτησες από μένα όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν. Δε καταλαβαίνω ακόμα τι θέλεις από μένα. Νοιώθω ότι σου δίνω όσα πράγματα μπορώ απλώς μήπως και πετύχω κάποια μέρα αυτό που θέλεις. Σα να κυνηγάς πουλιά στο απόλυτο σκοτάδι... μερικές φορές νομίζω ότι μου δίνεις και συ κάτι, αλλά συνήθως είναι ότι απομένει, ότι περισσεύει και δε ξέρεις που να το βάλεις. Κάποιες φορές πιστεύω ότι σ'αγαπάω, άλλες νομίζω ότι θέλω να σε κάνω ένα με μένα, άλλες ότι πρέπει να σε βοηθήσω να αλλάξεις αυτό που είσαι και να σταματήσεις (κατά την αντικειμενικότατη άποψη μου) να βλάπτεις τον εαυτό σου και να σταματήσεις να φοβάσαι πια τους ανθρώπους. Άλλες φορές σε φοβάμαι... Φοβάμαι ότι θα μου πεις χαμογελώντας ότι κάποιος που αγαπώ πολύ μόλις πέθανε, ή ότι θα μου πεις ξαφνικά ότι σε πρόδωσα και ότι με μισείς για όλα αυτά που σου έχω κάνει... χωρίς εγώ να ξέρω τίποτα απ' αυτά. Απλά θα μένω έκπληκτος και παγωμένος να σε κοιτάζω με απορία. Δε μπορώ να σε καταλάβω... και προσπαθώ τόσο καιρό... με μπερδεύεις... ανακατεύεις τα σωθικά μου κάθε φορά που βρισκόμαστε. Δεν είμαι σίγουρος αν θες να είσαι εδώ. Νομίζω πρέπει να σε αφήσω να φύγεις... Με κάνεις να νοιώθω ότι δε θα χρειαστεί τίποτα περισσότερο από το να μας αφήσω να σβήσουμε ο ένας από τη καθημερινότητα του άλλου... Δε θα χρειαστεί τίποτα περισσότερο από το να σταματήσω να κουράζομαι... από το να ξεκουραστώ...

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Τα έλεγε ο Κάφκα...

Έγραφα ένα μυθιστόρημα χτες βράδυ! Ήταν περίπου 500.000 σελίδες. Είχε να κάνει με όλα αυτά που έχουν σημασία πια, με όλα όσα πρέπει να ασχοληθούμε και με αυτά που μπορούμε να βάλουμε στην άκρη και να τα δούμε αργότερα. Κοιμήθηκα ήσυχος αλλά όταν ξύπνησα δεν μπορούσα να βρω που είχα βάλει αυτά που είχα γράψει. Δεν ήταν στην συνηθισμένη τους θέση. Δεν ήταν εκεί που τα έβαζα εδώ και τόσα χρόνια. Έψαξα στο μπαλκόνι μου, στα σκονισμένα συρτάρια μου και στα ράφια του γραφείου που τα έβρισκα συνήθως αλλά δεν υπήρχαν. Τότε προσπάθησα να θυμηθώ τι είχα γράψει αλλά δεν θυμόμουν. Δεν θυμόμουν καν για το θέμα που είχα γράψει. Απλώς ξεχείλιζα από την αγωνία και την προσμονή του να θυμηθώ κάτι που είναι πάρα πολύ σημαντικό αλλά το έχω ξεχάσει. Αγωνιούσα να ηλεκτροδοτήσω τους νευρώνες του εγκεφάλου μου που έκρυβαν αυτές τις πληροφορίες που θα με έστρεφαν στη σωστή κατεύθυνση που θα με βοηθούσαν να κάνω αυτά που θέλω. Τί ήθελα όμως να κάνω? Είχε σχέση με εμένα με τους ανθρώπους γύρω μου? με το κόσμο γύρω μου? Δε θυμάμαι. Έψαχναν όλοι μου οι φίλοι μέρες και ώρες και ανακατέβαμε μαζί το σπίτι μου. Τα πράγματα μου είχαν γίνει σοροί που ξεχύνονταν από δω και από κει ανάλογα με το πού βρισκόμασταν και ψάχναμε και ανακατέβαμε το μυαλό μου και την καρδιά μου. Έπρεπε να το βρούμε πάση θυσία. Κάπου εδώ θα είναι δεν μπορεί να εξαφανίστηκε! Ίσως παράπεσε κάπου! Ίσως παράπεσε κάτω από το πάτωμα ή μέσα σε καμιά από τις κλειδαρότρυπες από τις πόρτες, μπορεί να βρισκόταν μέσα στους τοίχους ή μέσα στα καλώδια... αλλά είναι αυτό δυνατόν? θα χωρούσε εκει? Πόσο μεγάλο ήταν αυτό που ψάχνουν 2 χρόνια τώρα κάποιοι άγνωστοι μέσα σε μια κουφάλα ενός γέρικου δέντρου? ΤΙ είναι τελοσπάντον αυτό που ψάχνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μαζεύτηκαν εδώ? Το μόνο που ξέρω είναι ότι κάποιος έχασε κάτι μέσα στο σπίτι μου πριν από πολλά χρόνια και ήρθαν μετά ακάλεστοι όλοι αυτοί οι συγγενείς του και άρχισαν να ανακατεύουν το σπίτι που μένω! Τώρα το έχουν κάνει κανονικό εργοτάξιο, δουλεύουν σε 8ωρη βάση σύμφωνα με τον κανονισμό και πληρώνονται. Όλα νομότυπα και κανονικά. Γιατί πολλές φορές μπορεί να γίνονται και έλεγχοι από τα κεντρικά. Κάποιος έλεγε ότι σε έναν άλλο τομέα είχαν γίνει έλεγχοι και υπήρξαν κυρώσεις. Μπορεί να έρχονταν και εδώ κάποια στιγμή. Εγώ κοιταζα να είναι τα δικά μου πράγματα στην σειρά τους και να ξέρω που τα έχω... σε περίπτωση πολέμου. Ποτέ δε ξέρεις τι γίνεται. Εμείς καλά έχουμε όλα τα καλά εδώ και μπορούμε να ζούμε όμορφα και ωραία, αλλά σε άλλα μέρη ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή. Διαβαίνουμε μια περίεργη και πολυσύχναστη μεριά της ιστορίας. Μας την δίδαξαν στο σχολείο και την θυμάμαι ακόμα! Θυμάμαι κάθε σελίδα λες και την έχω μπροστά μου κάθε φορά! Θυμάμαι τα πάντα από αυτό το βιβλίο! Εγώ το είχα γράψει εξάλλου! Έχει να κάνει με τα πράγματα που έχουν σημασία για μένα και που θα πρέπει να τα κοιτάζω και ποια πράγματα μπορεί κάποιος να τα δει αργότερα. Είναι ένα είδος οδηγού για το πώς να οργανώσεις και να ξαναβρείς το δρόμο σου στη ζωή. Το θέμα είναι άλλο όμως... Πότε θα φύγουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι από το σπίτι μου? Τι κάνουν εδώ μέσα? Δουλεύουν λένε... Τι δουλειά κάνουν τελοσπάντων? 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ημιτελές

Ήταν όλα αρκετά... και παραπάνω... και δεν ένοιωσα καν τη πνοή μου να κόβεται. Ήταν σαν να ανέβαινα σε ένα βουνό μέσα σε μια καταιγίδα και μετά σαν να μη μπορώ να ανασάνω... στο βυθό της θάλασσας, στα έγκατα του πλανήτη, στις πολύβοες σκέψεις μας και στα ξεστρατισμένα μας αντίο. Ονειρεύτηκα για ένα ολόκληρο βράδυ ότι καθόμασταν μαζί... σε ένα στασίδι... μέσα σε μια εκκλησία... και το φως έμπαινε από κάποιο παράθυρο ψηλότερα και μας γέμιζε αστέρια πιο φωτεινά από τους ήλιους που ξέρουμε... φωτεινότερα... το φως ήταν που έκανε το σκοτάδι γύρω μας να ασφυκτιά. Θαμπωμένοι  και τρομαγμένοι από την κενότητα γύρω μας ψάχναμε ο ένας τον άλλο για να πιαστούμε. Εγώ σε βρήκα... και οι άγκυρες μου στάθηκαν πάνω σου σαν τσιμεντένιοι ογκόλιθοι καρφωμένοι σε ξένο χώμα. Και περίμενα να καταλαγιάσει η σκόνη, περίμενα να καταλαγιάσει η καρδιά μου μπας και δω τι έγινε. Τα δευτερόλεπτα είναι τα δύσκολα, όχι οι μέρες... τα δευτερόλεπτα. Και αν είναι να μου πεις κάτι μη περιμένεις ούτε δευτερόλεπτο! πέστο μου τώρα!! ΠΕΣΤΟ ΤΩΡΑ!Γιατί τα γαμημένα τα δευτερόλεπτα είναι τα πιο δύσκολα... τα πιο δύσκολα. 

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Happy tree thoughts

Τώρα στις μέρες του καλοκαιριού ξεχάσαμε... Τώρα στα κάτασπρα σύννεφα μετράμε τις μέρες που έρχονται σε μας... και τα χαμόγελα στερεωμένα στα μαλλιά μας να μας νανουρίζουν. Μουδιάσαμε τόσα χρόνια, κακομάθαμε...  δε ακούγαμε τους γδούπους και τα επιφωνήματα. Περιμέναμε ελπίζοντας πως όλα θα περάσουν... όλα θα γίνουν καλύτερα όλες οι γαμημένες οι πληγές θα γιατρευτούν μόνες τους. Και τα μάτια μας πόσο τεμπέλικα κοιτάζουν τον ορίζοντα τώρα. Πόσο φοβισμένα. Πόσο λάγνα κοιτούνε πίσω. Και νοιώθω μια ανακούφιση μια ηρεμία μια δικαίωση... Επιτέλους ηρεμία! Επιτέλους ησυχία! Σταματήσαμε να φοβόμαστε τι θα χάσουμε, δεν υπάρχουν και πολλά πια... Το ηλιοβασίλεμα θα είναι πάντα όμορφο όταν το κοιτάς... Όπως και η χαρμολύπη του '60 στην Αμερική, όπως και οι νέοι αιώνες που περνάνε μπροστά μας, όπως και τα φοβισμένα σου μάτια και η ανάγκη μου να τα αλλάξω, αυτή η γαμημένη ανάγκη να φτιάξω όλο το γαμημένο κόσμο... η προσπάθεια μου να δω την αλήθεια σαν μια πρόταση, η ανάγκη μου να μεγαλώσω και να κάνω πιο πλατύ τον ορίζοντα. Μα τώρα ήρθε η ώρα, πρέπει να τους πούμε και την αλήθεια... πρέπει να τους πούμε οτι οι μικρές στιγμές που είχαμε πέρασαν και δεν θα υπάρξουν πουθενά αλλού. Οτι πια δε θα μπορούμε να καταλάβουμε κάν τι θα πεί αυτό. Απλά θα κοιτάμε μια γραμμή από σύννεφα στον αέρα καθώς ο ήλιος μας κλείνει τα μάτια και θα αναρωτιόμαστε πώς έγινε αυτό, θα αναρωτιόμαστε γιατί μας φαίνεται τόσο ψεύτικος ο ήλιος και γιατί δε μπορούμε πια να νοιώσουμε αυτό το σκίρτημα στα σωθικά μας. Τι συνέβη? "Δε θυμάμαι να πεθαίνουμε" θα μου πεις. "Δε θυμάμαι να ξεμακραίνει η πνοή μας από αυτά που λέγαμε" θα μου πεις μπερδεμένη... Εγώ θυμάμαι όμως... μας θυμάμαι να σβήνουμε σιγά σιγά ξαπλωμένοι στο καναπέ μας... 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Ναι...

Για αυτούς τους θανάτους σας λέω...
για το θάνατο που νιώθεις όταν περπατάς μέσα από τον ήλιο, στην σκιά του καλοκαιριού
για το θάνατο που κρύβεται μέσα στα αγριολούλουδα όταν τα κοιτάξεις από κοντά,
μόλις νοιώσεις την πνοή τους στο δέρμα σου
για τον θάνατο που κρύβεται μέσα στις χαραμάδες του ήλιου
και για την απροθυμία των πρωινών χαμόγελων
για τα χέρια που ακουμπάν στον δέρμα σου καθώς τα σύννεφα γίνονται ροζ
και αναστατώνουν τις πεταλούδες μέσα στα σπλάχνα σου
για τη μυρωδιά των γιασεμιών στον γεμάτο υγρασία αέρα
Για το θάνατο που υπάρχει στην στιγμή που περπατάς στα σκοτεινά δρομάκια της πόλης ένα λαμπρό πρωινό
και για τον θάνατο που κάνει τις λέξεις μέσα στο κεφάλι σου να αντηχούν καθώς χαμογελάς.
Για την ελευθερία των λευκών καθαρών ρούχων κρεμασμένα στον αέρα από πάνω μας... Για τα λουλούδια και τα αγριόχορτα που αγωνιούν να φτάσουν να σε ακουμπήσουν, καθώς περνάς δίπλα τους.
...και ναι... γιατί να βιαζόμαστε τόσο; Ο θάνατος είναι πάντα ο πρώτος συγγενής που έρχεται.
Είναι αυτός που μυρίζει αίμα μετά το ατύχημα. Ο τεχνοκράτης θάνατος. Πέτρινος μες στην αβεβαιότητά μας.
Και τέλος είναι και αυτός ο θάνατος, ο καλά κρυμμένος, ο πρωταρχικός, ο αναπόφευκτος, ο γνωστός, ο αναγκαίος, ο γλυκός και ο αμόλυντος που κρατά την καρδιά μου στα χέρια του όταν περνάς απ' το μπαλκόνι μου τη νύχτα.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Παραγεμισμένες καρδιές...

Κάνουμε κύκλους κύριοι... Δε θέλουμε ποτέ να αφήσουμε ελεύθερο τον εαυτό μας γιατί ο φόβος που ταΐζουμε κάθε βράδυ έχει πάρει τώρα πια τη θέση της καρδιάς μας. Και δε μπορούμε ούτε να τη δούμε ούτε να την αγκαλιάσουμε πια. Αλλά δε μας νοιάζει... σαν βλάσφημοι μικροί θεοί ανακατεύουμε τα δεδομένα στις εικασίες μας και εκστασιασμένοι λατρεύουμε το άπειρο! Λατρεύουμε όλα τα αστέρια στον ουρανό αλλά και το καθένα ξεχωριστά! Το καθένα με το όνομά του! Mε το δικό του γνώρισμα... και ΌΧΙ, δεν μας επιτρέπουμε να ξεχάσουμε κανένα!! ΚΑΝΈΝΑ!! Ναι! Λατρεύουμε το άπειρο κυρίες και κύριοι! Και προσπαθούμε να το αγκαλιάσουμε και προσπαθούμε να το νοιώσουμε, να τα δοκιμάσουμε, να το καταλάβουμε με τα μεθυσμένα μας λόγια... Λατρέψαμε την απολυτότητα και την ευδαιμονία μέσα στο χάος του μυαλού μας! Για να ξεχάσουμε τον εαυτό μας... να ξεχάσουμε τα όνειρα που μας χτυπάνε την πόρτα τα μεσάνυχτα. Μεθυσμένοι με τον θάνατο που μας χαμογελάει περιπαιχτικά σε κάθε μας βήμα ανοίγουμε τα χέρια μας για να αγκαλιάσουμε όλο το κόσμο, να αγκαλιάσουμε με όλη μας τη δύναμη τον άνθρωπο που κοιτάμε κατάματα αυτή τη στιγμή. να αγαπήσουμε όλα του τα λάθη όλες τις ασχήμιες του και να προσπαθήσουμε με όλη μας τη καρδιά να τον κάνουμε χαρούμενο να τον κάνουμε καλύτερο και τελικά να του ζωγραφίσουμε ένα χαμόγελο με λαδομπογιές πάνω στο στόμα... Διαλέγουμε πάντα τους πιο δύσκολους... αυτούς με τα σπασμένα μάτια και τις ραμμένες καρδιές... και αυτό που θέλουμε είναι να δώσουμε όλη αυτή την αγάπη που συσσωρεύεται μέσα μας και κάνει τη καρδιά μας να ασφυκτιά κάτω από το βάρος της...

Η αλήθεια

Και τώρα θυμήθηκα: "Η αλήθεια είναι μια σπηλιά στα μαύρα βουνά, κοιτάζοντας τον γαλαξία μέσα στα μάτια μιας τυφλής κουκουβάγιας"! Και το παράξενο είναι ότι όλα αυτά είναι πράγματι αλήθεια...! Αυτά που ακούμε γύρω μας και μας ξαφνιάζουν, και κάνουν το στέρνο μας να διαστέλλεται για να παίρνουμε πιο μεγάλες ανάσες από την πραγματικότητα. Κανείς δε μας ζήτησε ποτέ να τα εξιστορίσουμε, αλλά νοιώθουμε πολύ καλά ότι είναι αλήθεια... Δε μπορεί να συμβαίνει και αλλιώς εξάλλου! Τα μάτια μας βλέπουν όλο και περισσότερους γαλαξίες τελευταία χωρίς να μπορούμε να το εξιστορίσουμε σε κανένα γύρω μας... Δεν είναι οι νεκρές κεραίες πάνω απ'τα κεφάλια μας ούτε τα μακρόσυρτα μοιρολόγια που ακούγονται που μας κάνουν να ανησυχούμε... Ο αέρας μας κάνει... που μας μιλά συγκαταβατικά... που μας δροσίζει μέχρι να παγώσουμε και σπρώχνει τα σύννεφα, σιγά σιγά, όλο και πιο κοντά στον ήλιο...

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Συγκομιδή

Γιατί αγάπη δεν είναι τα άυπνα μάτια μας

... δεν είναι τα σπασμένα μας δάχτυλα

Έρωτας δεν είναι το σκοτάδι της ψυχής μας


Αγάπη ( ΓΑΜΗΜΈΝΗ αγάπη) δεν είναι τα στοιχειωμένα λόγια γραμμένα πάνω στο τοίχο 



ούτε τα μάτια μας ήταν ποτέ τόσο ξένα

Ερωτευμένα κι'αυτά με τους καλύτερους εφιάλτες μας

δε ζητήσαμε ποτέ τίποτα λιγότερο από τη συγκομιδή μας...

από την αναστάτωση

τον τριγμό

του σώματος

και της ψυχής μας

Πάνω σε αυτό το ατέρμονο ταξίδι προς το θάνατο

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Κατανόηση

κι αν πεθάνουμε νέοι
κι αν τα βήματα φτάσουν
ως το τέλος του κόσμου
κι αν ξυπνήσουμε πάνω 
σε μια έρημη πόλη
με ανθρώπους που έφυγαν
και της καρδιές τους ξεχάσαν
κι αν οι μέρες σκοντάφτουν
και το μέτρημα χάνουμε
και αν τα μάτια μας κλείνουν
στην πανέμορφη δύση
κι αν ριγούν τα χαλάσματα
κι αν ο έρωτας σβήνει

θα'ρθει πάντα ο άνεμος
που σφιχτά μας κρατάει
και γελάει με τους φόβους μας
και τα μάτια μας κλείνει
μας φιλάει στο μέτωπο
και γλυκά κοκκινίζει
όταν παίρνει το χέρι μας
και γελώντας μας δείχνει
μια ξύλινη βάρκα του
που θυμίζει το σπίτι μας
και κρατάει στο χέρι του 
2 νομίσματα που έχουν
χαραγμένα τα μάτια μας
και τότε το ξέρουμε
ποση αγάπη μας έχει

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ατελείωτες Παρελάσεις

Προσκυνάμε ευλαβικά τις νεκρές παρελάσεις των ημερών
μπροστά από τα έκπληκτα μάτια μας
και ούτε που καταλαβαίνουμε τι μας λένε
και όσα καταλαβαίνουμε δε βγάζουν νόημα πια.
Μας κοιτάνε φοβισμένες οι μέρες
με τα εναγώνια βλέμματά τους πίσω από το θαμπό γυαλί που μας χωρίζει.
Εμείς ήρεμοι, τις κοιτάμε νωχελικά, μισομεθυσμένοι
καθισμένοι σε κάποιο μπαρ που πήγαμε να σκεφτούμε τα όνειρά μας
καθόμαστε μ'ένα γυάλινο λερωμένο ποτήρι
στο χέρι και το κουνάμε μιλώντας
στον εαυτό μας
του λέμε όλα μας τα όνειρα
όλα μας τα λάθη που θα ξανακάναμε
και όλες τις λέξεις που θα ξαναλέγαμε
όλες τις ιστορίες που θα ξανακούγαμε
όλες τις βόλτες που θα ξανακάναμε
Του λέμε για τα έκπληκτα μάτια
από τις μέρες που περνάνε
για τις βροχές που μας μούσκεψαν
και για άλλες που δεν ήρθαν ποτέ
τους λέμε για τα μάτια μας
που έγιναν πεζά μέσα σε μια νύχτα
και για τους χιτώνες που κρατάμε στην ντουλάπα μας
για τις πανέμορφες εμμονές μας
που μας σφίγγουν το λαιμό όταν δεν κοιτάμε
για τα αστέρια που πέθαναν μέχρι το φως τους να φτάσει ως εδώ
και για τα ψιθυριστά λογία τους που μας άγγιζαν μέσα στο σκοτάδι
για τα γιορτινά ρούχα μας που είναι πλέον γεμάτα στάχτη
και για τις γιορτές που έρχονται φωνάζοντας για να ξυπνήσουν τη λύπη μας
παραμιλάμε, νοσταλγώντας το παρόν και το μέλλον που ονειρευόμαστε
καθισμένοι σ' αυτό το μπαρ στην άκρη της θάλασσας
με ματωμένα χέρια και σκισμένα ρούχα, από το δρόμο, για να φτάσουμε ως εδώ
και κοιτάμε το ποτήρι...
το ποτήρι που κρατάει το χέρι μας...      

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

People just ain't no good!


Ναι... Προφανώς μπορεί να δίνω περισσότερη σημασία απ' ότι θα 'πρεπε σε αυτές τις μαλακίες, άλλα νομίζω γενικά το παραπάνω ισχύει. Δε ξέρω τι ακριβώς περιμένω και γω αλλά το ανθρώπινο είδος συνεχίζει να με απογοητεύει σταθερά και αμετάκλητα. Κάθε φορά και πιο κοντά στον Bukowski... κάθε φορά με την ίδια ηλίθια γεύση στο στόμα... κάθε φορά το ίδιο αγκίστρι καρφωμένο πάνω μας. Νομίζω δε θέλω να το παραδεχτώ. Δε θέλω να το πιστέψω άλλα όλο αυτό συνεχίζει να μου παραθέτει τα ακλόνητα και φυσικά συμπεράσματα για την πραγματικότητα και τις εκφάνσεις της, με τα οποία πολλές φορές επιχειρηματολογούσα εγώ το προηγούμενο βράδυ. Μετά όμως απλώς δε θέλω να τα πιστέψω... δε με συμφέρει... Πάντα ήθελα να πιστέψω στους ανθρώπους, στην γενικότερη αλληλεγγύη , στην ουτοπική ζεστασιά και κατανόηση που πίστευα ότι κατοικεί στον βαθύτερο και ιδανικότερο πυρήνα της ανθρωπότητας. Πόσο ψέματα είναι τελικά αυτό... Πόσο αναληθές και γλυκερνά αφελές είναι όλο αυτό... Εγώ όμως εκεί, να επιμένω και να παραλογίζομαι υπερασπιζόμενος την ανθρώπινη κατανόηση την αλληλεγγύη την αμοιβαία εθελοντική προσφορά για το κοινό καλό, την ... έχουν αρχίσει και μου προκαλούν αηδία πλέον όλα αυτά σαν κάποιο πολύ νόστιμο και ευπαρουσίαστο πιάτο σε ένα εστιατόριο που έχει ξεχαστεί έξω από το ψυγείο και μόλις το πλησιάζεις η οσμή του αναγκάζει το πρόσωπό σου να συσπαστεί. Και ξέρεις ότι τα υλικά ήταν καλά... ξέρεις ότι κάποτε ήταν πεντανόστημο. Η μαλακία που κάνω επανειλημμένα είναι που δοκιμάζω... δε θέλω να πιστέψω ότι όλο αυτό είναι σάπιο και βρωμάει. Εμπιστεύομαι τους ανθρώπους και πραγματικά τους δίνω ότι καλύτερο έχω. Και είμαι ακόμα τόσο αφελής που πιστεύω ότι θα το καταλάβουν ότι θα το εκτιμήσουν και ότι έστω θα μου χαμογελάσουν...χαχα Ναι ακούγεται πολύ χαζό αυτό τώρα, ακούγεται σαν κάποιος αναρχικός να εξηγεί πώς όλος ο κόσμος από αύριο, θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα. Κάθε φορά ανησυχώ οτι την επόμενη φορά θα ξανακάνω τα ίδια... Στο τέλος κάθε φορά ορκίζομαι ότι θα κοιτάξω να προστατέψω περισσότερο τον εαυτό μου και όχι όλους τους υπόλοιπους γύρω μου. Ποτέ όμως δεν νοιώθω σίγουρος ότι θα το κάνω...



Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Μείνε μαζι μας γαμώτο!!

... μείνε μαζί μας. Μου θυμίζεις τη Θ. τόσο πολύ που κάποιες φόρες νόμιζα ότι όλο αυτό που ζούσα είχε ξαναγίνει και απλώς το θυμόμουν από τότε. Ήταν σα να ήξερα τί θα πεις μετά, ήταν σα να ήξερα τι θα μου ψιθυρίσεις αχνά μέσα στο σκοτάδι του μαγαζιού κι ας ήταν τόσο αλλόκοτο και αλλοπρόσαλλο αυτό που έλεγες. Δυστυχώς δε κατάλαβα τελικά τι έλεγες... Δυστυχώς τα χείλη σου γελούν ακόμα και όταν τα μάτια σου πνίγονται. Δυστυχώς δεν είχαμε περισσότερο χρόνο και αυτό που πρόλαβα να σου δώσω ήταν μόνο συγκατάβαση και αμήχανα χαμόγελα. Και τώρα καταλαβαίνω ότι αυτά δεν έφταναν, δε θα μπορούσαν ποτέ να φτάνουν γιατί αυτή η παλίρροια μέσα σου ήταν τεράστια... δεν έφτανε μια απλή χειραψία για να νικήσει τους φόβους σου. Ήσουν τόσο μπερδεμένη, οι σκέψεις σου γαϊτανάκι στον άνεμο που μόλις κόπαζε έπεφτε κάτω στις λάσπες και δε μπορούσε ποτέ πια να είναι πολύχρωμο και ανάλαφρο. Όλο μου έλεγες μου έλεγες μου έλεγες και εγώ άκουγα λες και ήταν κάποιο παραμύθι. Προσπαθούσα να συμμετέχω και γω να το αλλάξω λίγο να το κάνω πιο ρεαλιστικό να του βάλω πάτωμα, πόρτες παράθυρα να του βάλω αιτία και αιτιατό να του βάλω χώμα και αλήθεια... μόνο που τότε δε θα ήταν παραμύθι πλέον, δε θα ήταν τα δικά σου λόγια , θα ήταν κάποιου άλλου τα λόγια. Ίσως κανενός. Ίσως αυτού που θα μπορούσες να είσαι. Γιαυτό σου λέω : ΓΑΜΩ ΤΟ ΔΙΑΟΛΟ! ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ! ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ  ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΑ! ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΧΩΡΙΣ ΓΑΜΗΝΕΝΕΣ ΡΟΓΜΕΣ! Γύρνα πίσω με ένα πιο φωτεινό βλέμμα, πιο ήρεμο πιο καθαρό και μην μας μισήσεις... σε θεωρούμε κομμάτι μας, σε θεωρούσαμε παιδί μας, ένα κομμάτι από κάποιο εσωτερικό μας τμήμα προστατευμένο όσο καλύτερα μπορούμε γιατί το βλέπαμε πόσο εύθραυστο είναι, βλέπαμε τις ρωγμές στο χαμόγελό σου και είχαμε μια μπερδεμένη λέξη στα χείλη μας να μας φοβίζει... Ήθελα να είσαι χαρούμενη και θα μπορούσες να είσαι αν το επέλεγες. Θέλω να είσαι χαρούμενη και μπορείς να είσαι αν το επιλέξεις... τώρα. 

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Σιωπές

 Κάποτε μπορούσα να σταθώ όρθιος και να σηκώσω τα χέρια μου προς τον ήλιο χαμογελώντας. Τώρα όμως κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ παιδιάστικο. Θα έπρεπε οι γύρω μου να αναρωτηθούν γιατί το έκανα αυτό και αν είμαι καλά. Θα με κοίταζαν σαν να έκανα κάτι υπερβολικό και θα με λοξοκοιτούσαν καθώς θα μουρμούριζαν ο ένας στον άλλο έχοντας τα χέρια τους κοντά στο στόμα τους προσποιούμενοι ότι θέλουν να το κρύψουν. Μπορεί να γέλαγαν κιόλας "κρυφά", γιατί εντάξει δεν είναι σωστό να κοροϊδεύουμε τους γύρω μας.. έτσι δεν είναι? Οι πνοές τους μπορεί να μύριζαν θειάφι και οι ματιές τους λάσπη, αλλά θα μπορούσαν να το ξεχάσουν αυτό για μια στιγμή, δεν θα τους ενδιέφερε... Θα ήταν τόσο χαρούμενοι που ξέχασαν αυτές τους τις ιδιότητες που θα προσπαθούσαν να κρατήσουν όσο περισσότερο γίνεται αυτές οι στιγμές. Θα έβρισκαν καινούργιες λεπτομέρειες να σχολιάσουν και νέους τρόπους να πουν τα ίδια πράγματα. Και όταν οι σιωπές γύρω τους άρχιζαν να μουρμουρίζουν θα έπιαναν από την αρχή αυτά που έλεγαν επαναλαμβάνοντάς τα για να τις αποτινάξουν από πάνω τους.

Οι σιωπές ως γνωστόν, σε  πλησιάζουν σίγα σιγά και νιώθεις ξαφνικά τα κρύα χέρια τους στο δέρμα σου. Αν δεν πεις κάτι, οτιδήποτε, για να τις κάνεις να σταματήσουν, θα αρχίσουν να μουρμουρίζουν σιγά στην αρχή και δεν θα καταλαβαίνεις τι λένε. Αν δεν βρεις τίποτα να πεις ούτε αυτή την φορά θα δυναμώσουν τις φωνές τους και θα πολλαπλασιάζονται παίρνοντας η μία δύναμη από την φωνή της άλλης και μετά θα αρχίζουν να ξεχωρίζουν τις πρώτες τους λέξει καθώς θα δυναμώνουν και θα παίρνουν θάρρος. Μετά αρχίζουν να ακούγονται και μιλάνε για θειάφι και για λάσπη και αρχίζουν να περιγράφουν τις μυρωδιές τους και όλο δυναμώνουν οι φωνές τους και όλο ακούγονται οι σιωπές και όλο και παραφέρονται και όλο θα γίνονται πραγματικές και θα σου λένε όλα αυτά που δεν θα ήθελες να ακούσεις και θα σε σπρώχνουν με τα παγωμένα χέρια τους για να δόσεις μεγαλύτερη προσοχή σε αυτά που σου λένε και...

 'Έτσι μου έχουν πει τουλάχιστον ότι γίνεται, που να ξέρω και γω...

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Ε

Είθε οι μέρες μας να 'ναι γαλήνιες  
και να πεθαίνουνε πάντα μ' αγάπη
και τα αστέρια που τις κοιτάζουνε
να ξέρουν όλα μας τα λάθη

Να γνωριζόμαστε μόνο από τ' άρωμα
να σ'αγγαλιάζω μέσα στα δάση
θα έρχεται ο άνεμος από το παράθυρο
θα 'ρθει να διώξει όλη τη στάχτη

Ο ήλιος θα στέκεται από πάνω μας
θα 'ναι το χέρι που ακουμπάει στην πλάτη
θα μας ζαλίζει με τις ελπίδες του
και νέους δρόμους στη καρδιά μας θα πλάθει

Κι όταν τα γέλια μας ξεμακρύνουνε
θα 'ρθει η ώρα που δε θέλει να φτάσει
θα περπατήσουμε πάνω στον άνεμο
και θα ενωθούμε με την αγάπη 

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Η θλίψη πάντοτε έρχεται απο εδώ
στέκεται όρθια μπροστά μου στο σκοτάδι
πάνω στο πράσινο γρασίδι που πατώ
από το φως που ρίχνει πάνω το φεγγάρι

Στέκεται πάνω απ το κεφάλι μου την νύχτα
και τα μεσάνυχτα μου λέει παραμύθια
για όσα όνειρα θα ήθελα να δω
μα δε τα λέω τα κρατάω μυστικό

Κι όταν τα μάτια μου ανοίγω το πρωί
τη βλέπω δίπλα μου να στέκεται εκεί
με περιμένει καλημέρα να της πω
το πρόσωπό της στο καθρέφτη μου να δω

Τα 'στερια τώρα μου φερε να δω
θα  κολυμπάμε μες στον έναστρο ουρανό
--------------------------------------------------
Θα κολυμπάμε μες στον έναστρο ουρανό
τα 'στερια τώρα μου φερε να δω
 

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Είναι...

τα απελπισμένα τραγούδια μας
στις θλιμμένες Κυριακές
και οι κόκκινες μέρες του καλοκαιριού
τα μάτια σου μαύρα σαν ποτέ
και οι ανάσες στο σβέρκο μου
η ζέστη του λαιμού σου
τα αστέρια στο μεσημεριανό καλοκαίρι
και οι γαλαξίες που τραβιούνται πάνω στα σεντόνια μας
η ανατολή μέσα στο ηλιοβασίλεμα
και αυτές οι Κυριακές ακόμα έρχονται
σα χαμένα αστέρια σε ξένους ουρανούς
γεμάτους θαλασσινές αύρες και προσμονή
κοιτιόμαστε καθισμένοι στον άνεμο
και οι λέξεις μας φεύγουν σα καπνός απτο στόμα μας
στροβιλίζονται και χάνονται πάνω απτα κεφάλια μας
μιλάμε ταυτόχρονα και οι πλανήτες κινούνται γύρω μας
το κεφάλι μου γυρνάει προς το παράθυρο
και βλέπω τελικά τον αντικατοπτρισμό σου
σαν τη πρώτη πνοή της άνοιξης
δροσερή, γλυκιά και ανυπόμονη
όπως τα μάτια σου... 

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Το σημάδι του ήλιου


Καθόμασταν πάνω στο φράχτη. Κοίταζα το γρασίδι κάτω από τα λερωμένα μου παπούτσια. Η βλάστηση κινούταν ανάλογα με τα προστάγματα του ανέμου. Εκεί είχαμε την ιδέα να πάμε να χτυπήσουμε πουλιά με τις σφεντόνες μας. Ο αέρας φύσαγε ζεστός και υγρός και μύριζε σκόνη.

Αρχίσαμε να περπατάμε προς το, γεμάτο πολυκατοικίες κέντρο της πόλης. Κανείς δεν υπήρχε στο δρόμο. Ο αέρας έκανε κάποια ανοικτά παραθυρόφυλλα να χτυπάνε, πάνω από τα κεφάλια μας. Από τα ανοικτά παράθυρα των ισογείων ακούγαμε τους ανθρώπους μέσα να μιλάνε, ακούγαμε τις τηλεοράσεις τους να ψιθυρίζουν. Άλλα σπίτια μύριζαν τηγανητά ψάρια και άλλα βαριές σάλτσες με σκόρδα.

Ήταν σχεδόν δώδεκα η ώρα. Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Στα τμήματα τουλάχιστον του ουρανού, που μας άφηναν οι πολυκατοικίες να δούμε. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας. Σήκωσα το κεφάλι μου και με μισόκλειστα μάτια κοίταξα για μια στιγμή τον ήλιο. Κανείς δε μιλούσε, απλώς περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο. Τώρα όταν έκλεινα τα μάτια μου, το σημάδι του ήλιου εμφανιζόταν μπροστά μου με αχνοπράσινο χρώμα σε μαύρο φόντο. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτό το σημάδι για να στοχεύσω πιο εύκολα. Δεν το σκεφτόμουν στα σοβαρά, αλλά ήταν μια σκέψη.

Τα σπίτια άρχισαν να χαμηλώνουν καθώς προχωρούσαμε και οι δρόμοι έμοιαζαν να έχουν περισσότερο χώρο. Είχαμε διασχίσει το κέντρο της πόλης και συνεχίζαμε να περπατάμε. Υπήρχαν κάποια μικρά μαγαζιά στο δρόμο μας. Μπήκαμε σε ένα σκιερό παντοπωλείο και αγοράσαμε αναψυκτικά. Το μαγαζί το είχε ένας γέρος που καθόταν στο βάθος. Η υγρασία και οι χοντροί του τοίχοι, το έκαναν δροσερό. Σχεδόν παγωμένο. Είχε αυτή τη διάχυτη μυρωδιά από μπαχαρικά, σαπούνια, σκόνες πλυντηρίου και μούχλας που έχουν αυτά τα μέρη. Συνεχίσαμε να περπατάμε στο χωματόδρομο που υπήρχε στο τέλος της πόλης.

Ακολουθούσαμε το δρόμο μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε ένα σπίτι. Ο αέρας είχε παρασύρει την κουρτίνα έξω απ' το παράθυρο από την πλευρά του δρόμου και την έκανε να πάλλεται. Κοιτάξαμε από τα παράθυρα για να δούμε μια λιτή τραπεζαρία με ξύλινο τραπέζι και καρέκλες. Στους τοίχους κρέμονταν παλιές, ξεβαμένες φωτογραφίες. Ένα βάζο με ένα μοναχικό λουλούδι που είχε γερμένο το μίσχο του βρισκόταν στο κέντρο του τραπεζιού, και μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν σε μια από τις ξύλινες καρέκλες. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο της και είχε αποκοιμηθεί. Στην ησυχία του μεσημεριού μπορούσαμε να την ακούσουμε να ανασαίνει καθώς κοιμόταν.

Κοιταχτήκαμε. Κάποιοι γέλασαν βάζοντας το χέρι μπροστά στο στόμα, για να μην κάνουν θόρυβο καθώς με είδαν να σηκώνω μια πέτρα που βρησκόταν κάτω απ το παράθυρο και να σημαδεύω με την σφεντόνα το πορσελάνινο βάζο στο κέντρο του τραπεζιού. Άκουγα δίπλα μου τους άλλους να ψιθυρίζουν και να κρυφογελάνε. Σημαδεύοντας, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και είδα ότι το απομεινάρι από το σημάδι του ήλιου, βρισκόταν ακριβώς πάνω στο βάζο. Τέντωσα το λάστιχο με όλη μου τη δύναμη, μέχρι που το χέρι μου έτρεμε. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου ξανά, για να σιγουρευτώ και άφησα το λάστιχο να στείλει την πέτρα από το παράθυρο κατευθείαν πάνω στο βάζο. Το δωμάτιο γέμισε από τον εκκωφαντικό θόρυβο του γεμάτου νερό βάζου που θρυμματίστηκε, καθώς και από την έκπληκτη κραυγή της γυναίκας που ακολούθησε.

Είδα το βάζο να εκρήγνυται από το δυνατό χτύπημα της πέτρας και το νερό να πετάγεται σε όλο το χώρο. Για ένα δευτερόλεπτο ο χρόνος είχε παγώσει. Τα ποδοβολητά των υπολοίπων και οι φωνές της γριάς, με έκαναν να κοιτάξω αριστερά μου και να τους δω να τρέχουν πίσω προς τη πόλη. Χωρίς να καθυστερήσω και να το πολυσκεφτώ, άρχισα να τρέχω και εγώ από πίσω τους.

Δεν κοιτάξαμε ποτέ πίσω αλλά απ ότι φαίνεται δεν μας ακολούθησε κανείς. Διασχίσαμε όλη την πόλη τρέχοντας. Τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι έτρωγαν και ακούγαμε από πολλά σπίτια ήχους από κουτάλια και μαχαιροπίρουνα να κροταλίζουν πάνω στα πιάτα καθώς περνούσαμε δίπλα τους. Συνεχίσαμε να τρέχουμε μέχρι που φτάσαμε πάλι πίσω στο φράχτη και σταματήσαμε πάνω του, σα να ήταν η γραμμή τερματισμού. Λαχανιασμένοι καθίσαμε πάνω στο γρασίδι να ξαποστάσουμε. Όταν βρήκαμε την ανάσα μας, κάποιος είπε :

" Είδες το μπλε παγόνι ζωγραφισμένο πάνω στο βάζο; "

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012


Ο κόσμος μας λάμπει σα καμμένα παλάτια

και τα παιδιά στο δρόμο παίζουν με τ'αποκαίδια

βάφονται μαύρα για να γελούν με τη θλίψη τους

μαύρα, για να γελούν με τα ψέματα που τους λένε

και βάφονται λευκά για να κοιμούνται το βράδυ

λευκά, για να αγαπάνε το δρόμο το πρωί

ματωμένες λεπίδες στις τσέπες τους και άγουρα φρούτα

κουρασμένα σπίτια σε παππαρούνες και σε ανθόκηπους
τα περιμένουν να γυρισουν το απογευμα, με το φως της εξωπορτας ανοικτο

αλλα αυτα δε γυρνανε

ξέρουν που πάνε

δε ρωτανε πια γιατι οι λεπίδες τους ειναι ματωμένες


Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Προς αυτούς που με προέτρεψαν

Σφίγγαμε κάθε μέρα τα χείλη μας και ξυπνούσαμε πολύ πρωί, αλλά ποτέ δε βλέπαμε τον ήλιο... Φοβάμαι να γράψω πια... Μήπως και γίνουν στ' αλήθεια αυτά που θα πω. Φοβάμαι το μέλλον και την πραγματικότητά μας. Φοβάμαι ότι η πραγματικότητα θα μας προσπεράσει και μεις, κουρασμένοι, βαριοί, λαχανιασμένοι, με κύκλους κάτω από τα μαύρα μάτια μας, θα τρέχουμε να αρπάξουμε το τελευταίο βαγόνι του τραίνου, να προσπαθούμε να πιάσουμε το σιδερένιο κάγκελο και είτε να αφεθούμε να συρθούμε πάνω στις πέτρες και τις σιδηρογραμμές, είτε με την τελευταία μας πνοή να μας απειλεί, να προσπαθήσουμε να τραβηχτούμε πάνω στο τραίνο, σα λαθρεπιβάτες στην ίδια μας τη ζωή.

Και μετά... " Όλα θα πάνε καλύτερα...". Πώς αλλιώς μπορούν να πάνε εξάλλου; (surprize me {not}!)

Έχουμε βέβαια πάντα και την άλλη λύση κρεμασμένη στο λαιμό μας, σε μορφή φιαλιδίου με υδροκυάνιο. Την αγγίζουμε με τα δάχτυλά μας και φλερτάρουμε μαζί της. Αυτή την άλλη λύση... αυτή που καιγόμαστε με την φωτιά που ανάβουμε. Την φωτιά που είχαμε μέσα μας τόσο καιρό και της πετούσαμε ποτά, τραγούδια και αναμνήσεις για να την θέσουμε υπό έλεγχο.

Και... νοιώθω την ανάγκη να δηλώσω ότι είχαμε κάθε καλή πρόθεση... Αλήθεια! Είχαμε κάθε καλή πρόθεση να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Αλλά... αυτά τα ψεύτικα χαμόγελα, τα αμφίβολα βλέμματα, αυτά τα χάρτινα μάτια που μας κρατούσαν σε απόσταση και... τα ψεύτικα βλέφαρα, το έκαναν τόσο δύσκολο. Σας παρακαλώ όμως, να το θυμάστε προς υπεράσπισή μας! Είχαμε κάθε καλή πρόθεση! Θέλαμε το μέλλον να γεννήσει κάτι καλό για εμάς. Τώρα ο μόνος τρόπος είναι να το βιάσουμε...

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Φρουρός


Καθόταν δίπλα στη πόρτα και είχε τις μαύρες του, δεν έλεγε τίποτα . Τί να πεί; Δεν ήξερε τί να πεί και σε ποιόν να το πει; Περνούσαν δίπλα του άνθρωποι, δεν του έδιναν σημασία και καθόταν εκεί, λουσμένος με την μαύρη πίσσα της απελπισίας του να τρέχει από τα ρούχα του και τα μανίκια του και να τον ενοχλεί, όπως ενοχλητικά είναι τα βρεγμένα ρούχα. Βρεγμένα από πίσσα, από ιδρώτα, από άγχος, από αμηχανία.

Καθόταν εκεί χωρίς να ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του. Δεν είχε με κάτι άλλο να ασχοληθεί. Τα κοίταζε, τα έξυνε, τα έτριβε, τα δάγκωνε και όλα αυτά για να προσποιείται ότι είναι απασχολημένος. Να δείχνει απασχολημένος στους γύρω του, να μην κάθετε εκεί χωρίς να κάνει τίποτα. Τώρα κάτι έκανε... ασχολούταν με τα χέρια του. Τα πείραζε, τα κοίταζε, τα ξανακοίταζε, τα έτριβε, τα ξανακοιτούσε, τα δάγκωνε, και έτσι περνούσε η ώρα... έτσι κάτι είχε να κάνει και αυτός καθισμένος σε αυτή την άβολη πολυθρόνα δίπλα από τη πόρτα. Εκεί ήταν η θέση του. Καθόταν εκεί για να είναι σβέλτος, ευέλικτος και καλός στη δουλειά του.

Τώρα ήταν πολύ καλός στο να παραμένει εκεί καθισμένος! Στεκόταν εκεί, στην πιο άβολη και αμήχανη στάση που θα μπορούσε. Αλλά πίστευε... αλλά ήλπιζε, να μην φαίνεται αυτό στους γύρω του, να τους ξεγελάει με την ενασχόλησή του με τα χέρια του και με το ύφασμα της πολυθρόνας που κάθε τόσο άγγιζε με τα ακροδάχτυλά του, για να νοιώσει την υφή του και να μην ξεχνάει πού βρίσκεται, να παραμένει σε εγρήγορση και να δείχνει έτοιμος κάθε στιγμή! Έτοιμος να κάνει τη δουλειά του!!...Γιατί η δουλειά δεν είναι ντροπή! Και οι άλλοι γύρω του που έτρεχαν από δω και από κει, που συζητούσαν με ακατανόητους για αυτόν φράσεις, γεμάτες τεχνικούς όρους, που πληκτρολογούσαν χτυπώντας δυνατά τα πλήκτρα στα πληκτρολόγια (μάλλον για να τους ακούν οι γύρω τους ότι εργάζονται και ότι είναι καλοί σε αυτό που κάνουν ) που συμπλήρωναν ατελείωτα έγραφα και τα στοίβαζαν στο γραφείο τους, τα τοποθετούσαν άτσαλα δίπλα από τις καρέκλες τους και γέμιζαν ολόκληρα συρτάρια με αυτά και όταν τα γέμιζαν τα έβαζαν σε φακέλους που ξεχείλιζαν,τα έβαζαν στα ντουλάπια, στα συρτάρια, στο πάτωμα..., πάνω στο πάτωμα όπου έβρισκαν, και όπου αλλού μπορούσαν να τα χωρέσουν... και αυτοί την δουλειά τους έκαναν, όπως και αυτός. Απλά η δουλειά του τώρα ήταν να κάθετε.

Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν χρήσιμος, ότι προφανώς και αυτός προσφέρει το "λιθαράκι" του και κάνει ότι καλύτερο μπορεί. Και ναι! Ετσι ήταν! Δε θα έπρεπε να ζηλεύει τους άλλους. Για ποιο λόγο να τους ζηλεύει εξάλλου; χαχα! Αυτοί έτρεχαν και κουράζονταν και είχαν ευθύνες και δε μπορούσαν, δεν επιτρεπόταν να κάνουν λάθη. Ενώ αυτός κοίτα πόσο χαλαρός ήταν... μπορούσε να κάθετε και να παίζει με τα χέρια του και με το ύφασμα της πολυθρόνας του. Έτσι τυχαία τώρα, θυμήθηκε ότι μερικές φορές όταν γυρνούσε σπίτι, μετά τη δουλειά, ένοιωθε σαν να του είχε ξεφύγει κάτι, σα να μην είχε κάνει κάτι σημαντικό που ήθελε, αλλά τώρα το ξεχνούσε, δεν μπορούσε να το θυμηθεί, δεν μπορούσε να το σχηματοποιήσει. Θα ένοιωθαν και οι υπόλοιποι έτσι μάλλον... είχαν τόσα πράγματα να κάνουν κάθε μέρα... δε μπορεί, κάποια θα τα ξεχνούσαν.

Βρισκόταν μερικές φορές εκεί καθισμένος, τεντωμένος, γεμάτος ανησυχία και σκεφτόταν. Δεν ονειροπολούσε! Οοοοχι δεν ονειροπολούσε! Σκεφτόταν! Σκεφτόταν ότι μπορεί να υπήρχε κάποιος που σκόπευε να έρθει εδώ και θα το είχε σχεδιάσει καλά, γιατί θα ήξερε ότι στεκόταν και αυτός εδώ καθισμένος στην πολυθρόνα - καρέκλα του. Σίγουρα θα τον είχε λάβει υπόψιν του όποιος θα ερχόταν με αυτό το σκοπό. Θα τον είχε υπολογίσει. Μπορεί να ήταν και οπλισμένος αυτός που θα ερχόταν, μπορεί να είχε και συνεργό, να ήταν δύο μαζί, ή τρεις. Τί θα έκανε τότε;; Θα έκανε την δουλειά του, θα έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπέ να κάνει όπως όλοι εκει μέσα. Όπως όλοι! Ήθελε και αυτός να προσφέρει, να είναι χρήσιμος, να κάνει την δουλειά του. Και σίγουρα ήταν χρήσιμος να κάθετε εκεί! Αποτελούσε τον ανασταλτικό παράγοντα για τον καθένα που θα ερχόταν με άσχημους σκοπούς. Αυτός θα ήταν που θα έπρεπε να τον σταματήσει, να βάλει ένα τέλος στα σχέδια οποιουδήποτε κακόβουλου ατόμου.

Εξάλλου είχε περάσει και εκπαίδευση! Ήταν σίγουρος ότι θα έκανε τα πάντα και θα κατάφερνε να εξουδετερώσει, να αποτρέψει, να σταματήσει(!)... όποιον ήθελε να πάρει λεφτά από εδώ. Δεν θα άφηνε κανέναν να κάνει κάτι τέτοιο... Όχι! Θα τον σταματούσε πάση θυσία, ακόμα και τραυματισμένος θα κατάφερνε να τον σταματήσει... να τους σταματήσει, όσοι και αν ήταν. Θα τους καταλάβαινε από τα συνωμοτικά τους βλέμματα, από την σκουρόχρωμη αύρα τους, από τα φουσκωμένα παλτά τους, που μάλλον από κάτω θα έκρυβαν όπλα, πιστόλια, μπορεί και καραμπίνες... μπορεί να είχαν και χειροβομβίδες ή αυτόματα όπλα, ή συνεργούς έξω από την τράπεζα να τον σημαδεύουν. Σηκώθηκε από την θέση του και με σταθερά βήματα πήγε μέχρι το παράθυρο. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Κοίταξε πάνω, στις σκεπές από τις απέναντι πολυκατοικίες... δεν είδε κανέναν. Μα φυσικά, θα κρύβονταν!... Έτσι θα κάθονταν εκεί ανέμελοι; Φυσικά και θα ήταν κρυμμένοι! Αλλά δεν πειράζει γιατί μόλις έμπαιναν μέσα θα τους καταλάβαινε και θα τους άρπαζε από το όπλο και θα τους αφόπλιζε, για να μην μπορούν να χτυπήσουν κάποιον εκεί μέσα... Και αν ήταν πολύ δυνατοί, τί θα έκανε;... θαα... θα χρησιμοποιούσε το γκλομπ που είχε, θα τους χτυπούσε τόσο γρήγορα που θα ζαλίζονταν και θα ξαφνιάζονταν από την μη αναμενόμενη επίθεσή του. Θα τους έριχνε στο πάτωμα και θα πάλευαν και θα τους χτυπούσε πρώτος με γροθιές στο πρόσωπο για να αποπροσανατολιστούν, για να μπερδευτούν, για να είναι πιό εύκολο για αυτόν να κάνει την δουλειά του. Και θα έβλεπαν όλοι τότε πόσο χρήσιμος είναι. Όχι οτι δεν το έβλεπαν και τώρα αλλά να, τότε θα ήταν πλέον ξεκάθαρο! Θα τους χτυπούσε στο πρόσωπο... Και αν τον χτυπούσαν αυτοί πρώτοι; ... θα... Δεν θα τον χτυπούσαν! Θα ήταν προετοιμασμένος, θα τους καταλάβαινε απο την αρχή, μόλις πατούσαν το πόδι τους εδώ. Θα άρπαζε τον ένα από το χέρι και θα του το γυρνούσε πίσω από την πλάτη και θα τον ακινητοποιούσε. Και αν είχε και συνεργό θα του έλεγε :
"Σταμάτα αυτό που κάνεις! Αργά ή γρήγορα θα σε πιάσουν! Έχω εδώ τον συνεργό σου και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παραδοθείς!"
Και εκείνος σίγουρα θα καταλάβαινε και θα ενέδιδε, θα τα παρατούσε. Ο καθένας έτσι θα έκανε στη θέση του. Και αν δεν τα παρατούσε... Θα χτυπούσε αυτόν που κράταγε στο σβέρκο για να πέσει αναίσθητος και θα τον έσπρωχνε πάνω στον συνεργό του, για να τον ξαφνιάσει και να κερδίσει λίγο χρόνο και να του επιτεθεί αμέσως! Θα τον χτυπούσε στο πρόσωπο μέχρι να σταματήσει και αν δεν σταματούσε θα τον χτυπούσε κιάλλο... μπορεί να μάτωναν τα χέρια του και τα ρούχα του αλλά δεν θα σταματούσε, δεν θα τα έχανε με λίγες πιτσιλιές αίμα. Θα έπρεπε να είναι αποτελεσματικός, να κάνει την δουλειά του, να γίνει ήρωας! Και αν προσπαθούσε να σηκωθεί ο άλλος, θα τον άρχιζε στις κλοτσιές, θα τον χτυπούσε στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Δεν θα τους άφηνε να βλάψουν κανέναν εκεί μέσα, ούτε τον ίδιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, τους αξίζουν αυτά που θα πάθαιναν, τους αξίζει να τους έσπαγε τα δόντια με μια κλοτσιά, τους αξίζει να τους άφηνε λιπόθυμους σε μια λίμνη αίματος, τους αξίζει να τους χτυπήσει, να τους... και αν πέθαιναν δεν θα έφταιγε αυτός... θα ήταν σε αυτοάμυνα, σίγουρα θα αθωωνόταν στο δικαστήριο. Μπορεί να τον έδειχναν και στις ειδήσεις και τότε σίγουρα θα καταλάβαιναν ότι είναι χρήσιμη η δουλεία του, ότι κάνει και αυτός κάτι, ότι προσφέρει και αυτός κάτι.

Και ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά και επαναλάμβανε στο μυαλό του όλες τις εικονικές μάχες και τις εναλλακτικές τους, συνέβη! Το είδε μπροστά στα μάτια του! Αν είναι δυνατόν! Τόλμησαν να το κάνουν τελικά! Και ούτε κάν σκέφτηκαν να κρύψουν το όπλο καλύτερα, ούτε που τον υπολόγιζαν, σαν να μην υπήρχε! Και αυτός ο τύπος με το κρυμμένο όπλο, κάτω από την μαύρη αύρα του, μέσα στην μαύρη καπαρντίνα του, που περπατούσε τώρα σε slow motion προς το ταμείο, δεν σκέφτηκε καν να φέρει κάποιον άλλο μαζί του, θεώρησε οτι τα καταφέρνει μόνος του, ότι "τον έχει"! Αν είναι δυνατόν να έχει τόσο φοβερό θράσσος αυτό το άτομο! Τουλάχιστον κρύψε καλύτερα το όπλο σου, αφού το ξέρεις ότι υπάρχει φρουρός εδώ, θα έπρεπε να με υπολογίσεις, θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου, θα έπρεπε να πάρεις τα μέτρα σου, θα έπρεπε να έχεις σκεφτεί ότι είμαι εδώ για ένα σκοπό!
"ΜΑ ΚΑΛΑ ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΊΝΕΙΣ;!;!"
του φώναξε και όρμησε αμέσως, προς το σημείο στη καπαρντίνα του που φούσκωνε ύποπτα. Ο ψηλός, μαυροφορεμένος, γενειοφόρος, ύποπτος αντέδρασε ξαφνιασμένος (λες και δεν το περίμενε τάχα) και προσπάθησε να τον απομακρύνει. Θυμήθηκε την ευθύνη που είχε για αυτό το μέρος! Δεν θα τον άφηνε! Δεν μπορούσε να γίνει το δικό του! Έπεσε πάνω του με όλη την δύναμή του! Κατάφερε να βάλει το χέρι του στο μέτωπο του υπόπτου και να σπρώξει με όλη του τη δύναμη προς τα πίσω και προς το πάτωμα. Το κεφάλι του ύποπτου κροτάλισε με θόρυβο καθώς χτύπησε το έδαφος. Ζαλισμένος και σοκαρισμένος από το χτύπημα προσπάθησε να σηκωθεί. Στα αυτιά του υπήρχαν δυο κόκκινες γραμμές από αίμα που χάνονταν μέσα στα γένια του. Το πάτωμα δίπλα του άρχισε να γεμίζει με κόκκινες βούλες. Ήταν χλομός, έκπληκτος και προσπάθησε να αρπάξει με τα χέρια του το σημείο στην καπαρντίνα του που φούσκωνε.
"Θα με πυροβολήσει"
σκέφτηκε ο φρουρός που στεκόταν πάνω από τον πεσμένο άντρα. Φαντάστηκε τον εαυτό του να βρίσκεται στο νοσοκομείο γεμάτος αίματα, ξαπλωμένος στο φορείο και να προσπαθεί να ανασάνει. "ΌΧΙ" ούρλιαξε και με μία ενιαία κίνηση έβγαλε το όπλο απτη θέση του στη ζώνη του, και πυροβόλησε το πρόσωπο του άντρα στο πάτωμα... Ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότισης φάνηκε σαν να σταμάτησε τον χρόνο γύρω τους. Το μόνο που κινούταν για μια στιγμή, ήταν ο καπνός που αναδυόταν από την προτεταμένη κάννη του όπλου. Όλοι γύρω τους είχαν ακινητοποιηθεί. Δεν ακούγονταν πια οι ήχοι από τα πληκτρολόγια, από τις συνομιλίες, από τα χαρτιά. Η απόλυτη ησυχία μετά τον εκκωφαντικό κρότο. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μετά από ένα δευτερόλεπτο που διάρκεσε όσο ένα εκατομμύριο σκέψεις, το ουρλιαχτό μιας γυναίκας διέλυσε σε μικρά κομμάτια την γυάλινη σιωπή που τους κάλυπτε. Επικράτησε αναστάτωση και ακολούθησαν και άλλες φωνές. Η κόκκινη κηλίδα είχε φτάσει τώρα στα παπούτσια του και τα λέρωνε. Έσκυψε και έψαξε το σημείο που φούσκωνε στην καπαρντίνα. Προσπάθησε να μην κοιτάξει το πρόσωπο αλλά δεν τα κατάφερε... Βρήκε ένα χοντρό φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα που έγραφε πάνω του, με άτσαλα γράμματα : "στο ταμείο". Πήρε μαζί του τον φάκελο και περπάτησε προς το ταμείο, αφήνοντας πίσω του βαθυκόκκινες πατημασιές πάνω στο άσπρο μαρμάρινο πάτωμα.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Everybody cries


Μου ήρθε στο μυαλό κατευθείαν το 'every body hurts' των R.E.M. Όταν ήμουν πιο νέος δε πίστευα οτι το ρεφρέν μπορεί να είναι αλήθεια. Έλεγα : σιγά μη κάθεται τώρα ένας μεγάλος άνθρωπος να κλαίει. Θα έχει μάθει πλέον να αντιμετωπίζει την ζωή και τα προβλήματα της με ένα τρόπο που θα του επιτρέπει να συγκρατείται, να ελέγχει τα συναισθήματά του, τουλάχιστον μπροστά σε άλλους ανθρώπους και να στέκεται ανάλογα στις περιστάσεις.

Έτσι έλεγα, μέχρι που την είδα να μπαίνει απο την πόρτα του γραφείου και να κλαίει! Έκλαιγε και είχε τα διπλάσια χρόνια μου! Περπάτησε βιαστικά και κάθησε μακριά μου. Πρόφερα το όνομά της... Μουδιασμένος, αβέβαιος για το αν συνέβαινε πραγματικά αυτό που ζούσα. Σηκώθηκα απ' την καρέκλα μου και πήγα κοντά της με ασταθή βήματα. Δεν ήταν άλλος στο δωμάτιο. Πήγα κοντά και την ακούμπησα στον ώμο. Προσπάθησα να την παρηγορήσω, γιατί συμπαθώ την απλότητα του χαρακτήρα της και το βλέμμα της που κοιτάζει ευθεία όταν σου μιλάει. Άνοιξα το στόμα μου αρχίζοντας να μιλάω, χωρίς να ξέρω τι θα πώ. Είπα κάτι απρόσωπο. Πρόφερα κάποιες σαστισμένες και αδέξιες λέξεις, προσπαθώντας να κερδίσω λίγο χρόνο για να πώ κάτι καλύτερο. Δεν τα κατάφερα. Κάθισα δίπλα της λέγοντας κι'άλλες τυπικότητες. Προτάσεις που μύριζαν φορμαλδεϋδη και φωτιστικό οινόπνευμα. Μου είπε τα γνωστά προβλήματα που υπήρχαν, σκουπίζοντας με τα χέρια τα κατακόκκινα μάτια της. Ηρέμησε, χαλάρωσε, ανάσανε... Κατάλαβα πως, ότι και να έλεγα δεν θα είχε κάποια ουσιαστική διαφορά. Ανάσανε ξανά, έβαλε τα χέρια της στα γόνατά της, σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντάς με σαστισμένο στο δωμάτιο να προσπαθώ να καταλάβω τί είχε γίνει.

Το βάρος της ζωής μερικές φορές είναι πάρα πολύ για να το αντέξουμε. Η ευθύνη της ύπαρξής μας... λές και είμαστε υποχρεωμένοι επειδή γεννηθήκαμε, να αποδείξουμε οτι το αξίζαμε, οτι δεν κάνουμε λάθη, οτι τα καταφέρνουμε στα δύσκολα. Εκει δηλαδή που δεν τα καταφέρνουν κάποιοι άλλοι (πώς αλλιώς εννοείς κάτι δύσκολο;). Και τελικά, ποιοί είναι αυτοί οι άλλοι; Γιατί δεν τα καταφέρνουν; Αυτοί, πώς δικαιολογούν την ύπαρξή τους σ'αυτό το κόσμο;

Αλλά φυσικά δεν μπορούμε να κάνουμε τέτοιες σκέψεις... είναι αντιπαραγωγικές

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

everybody wants happiness, nobody wants pain, but you can't have a rainbow without a little rain...


Ευπρόσδεκτες οι καταιγίδες, ευπρόσδεκτα και τα νευρικά σύννεφα και οι κάλπικες λέξεις ευπρόσδεκτες, αρκεί να ποτίζονται με ομορφιά και γαλήνη. Γιατί το κεφάλι μας τώρα τελευταία δεν κατοικεί μαζί μας, έχει βαρεθεί όλα αυτά τα διαδικαστικά και έχει βγει για λίγο έξω στην βροχή και στην υγρασία. Ευπρόσδεκτες οι βροχές...

Ευπρόσδεκτα και τα χάρτινα μάτια, όσο ευπρόσδεκτα και τα μαραμένα χαμόγελα από χείλη ξένων. Και οι Κυριακές ευπρόσδεκτες και τα κίτρινα απογεύματα τους, με την ικανότητα τους να κάνουν το χρόνο να σταματά μόνο κατά την διάρκεια της αναμονής. Της αναμονής του χθες και του αύριο μαζί, γιατί δεν θέλουμε πλέον να διαφέρουν αυτά τα δύο, αλλά θέλουμε να θυμίζει το ένα στο άλλο τον δρόμο, για να μην χάνονται, να μην ξεστρατίζουν μέσα στο μαγεμένο δάσος της ζωής μας. Εκεί που στέκεται το μυαλό μας και περιμένει τις βροχές, περιμένει αυτή τη χαρακτηριστικά γνώριμη μυρωδιά στον αέρα πριν βρέξει, πριν γεμίσει την καρδιά μας με μια θλιμμένη ανακούφιση, με μια ξεπλυμένη αγωνία που καταλάγιασε και τώρα το μόνο που έμεινε να κάνουμε είναι να γιορτάσουμε αυτό το μελαγχολικό συναίσθημα, αυτή την πικρή ύπαρξη της αλήθειας, να το δοξάσουμε και να το ξορκίσουμε με τις πρώτες ψιχάλες.

Εμείς όμως στεκόμαστε όρθιοι μπροστά από βρεγμένες μπαλκονόπορτες και τα γεμάτα υγρασία ντουβάρια μας... λες και φοβόμαστε. Χάνουμε, την πρωταρχικής σημασίας, για τη ζωή, αίσθηση, χάνουμε την επαφή με το νερό, με την λάμψη των σταγόνων, με τη γεύση τους, με την αίσθηση τους πάνω μας... ανάμεσά μας, μεταξύ μας, μέσα μας.

Ευτυχώς όμως υπάρχει και αυτό το μαγεμένο δάσος στη ζωή και το μυαλό μας, πάντα ως το πιο προνοητικό μέρος μας, αντιδρά, εναντιώνεται και επιλέγει να πάει εκεί μόνο του... τί άλλο να έκανε; Οι σκέψεις μας ευτυχώς δέχονται την βροχή πάνω τους και την οικειοποιούνται με όλη τους την αγάπη.

Και εκεί ακριβώς, σε αυτό εδώ το σημείο, είναι που υπάρχει η ζωή. Ανάμεσα στην ευπρόσδεκτη αγάπη και στις ευπρόσδεκτες βροχές, στα ευπρόσδεκτα δικά μας απογεύματα, που για αυτά ο χρόνος σταματά όταν τα χείλη σου ακουμπούν το πρόσωπό μου και ο χρόνος σταματά όταν μου λες αλήθειες, όταν μου λες πως μ' αγαπάς και όταν κατηφορίζουμε μαζί τον πλακόστρωτο δρόμο προς την αγκαλιά του σπιτιού μας και επιμηκύνεται ο χρόνος όταν βάζεις το χέρι σου μες στο δικό μου και κάνεις τη καρδιά μου να αναπηδά μέσα στο στήθος μου. Κάνεις όλες εκείνες τις στιγμές της μέρας να έχουν νόημα... όταν βλέπω τα μάτια σου να γελούν, όταν βλέπω τα χείλη σου να λάμπουν...

Γι' αυτό λέω: Ευπρόσδεκτες οι βροχερές μέρες που μας σφίγγουν τόσο δυνατά που δεν μπορούμε ν' ανασάνουμε, ευπρόσδεκτοι και οι μικροί δαίμονες που σέρνονται κάτω απ' το άδειο κρεβάτι μου το βράδυ όταν ξαπλώνω μόνος μου σ' αυτό. Ευπρόσδεκτες και οι στιγμές γλυκιάς απελπισίας που με τα παγωμένα χέρια τους κρατούν το λαιμό μου. Ευπρόσδεκτη και η υγρασία που γεμίζει την ψυχή μας όταν ξυπνάμε από ακατανόητα όνειρα το βράδυ και βρίσκουμε καθισμένη στο κρεβάτι μας τη θλίψη. Ευπρόσδεκτες όλες οι καταρρακτώδεις μαύρες βροχές, ευπρόσδεκτες για να περάσουν... ευπρόσδεκτες για να ξεκινήσουν και να τελειώσουν, ευπρόσδεκτες για να μην ξεχνάμε, για να μην γινόμαστε αλαζονικοί και να μην γίνονται τα μάτια μας στενά... σα χαραμάδες φωτός. Ας ποτίσουν οι βροχές όλη μας την ύπαρξη και ας μας γεννήσουν ξανά, καλύτερους και πιο έντιμους με την σημασία, την σημαντικότητα των πραγμάτων γύρω μας, την σημαντικότητα της ύπαρξής μας.

Πάντα θα καρτερούμε για εκείνη την ηλιόλουστη μέρα που το χώμα θα ακτινοβολεί γήινες ευωδίες και θα μας καλεί να τρέξουμε πάνω του και να ρουφήξουμε μέσα μας όλο το νέκταρ του ήλιου που επιτέλους θα έχει βγει γεμάτος νέα όνειρα, νέες υποσχέσεις και θα μας κλείνει χαμογελαστός το μάτι ωθώντας μας σε νέους λιθόστρωτους δρόμους, με το χέρι σου μέσα στο δικό μου, για ακόμα μια φορά.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Είναι που...


... και όλα αυτά που θέλω να πω.. και να έχω.... αλλααά.... Ναι... δε ξέρω....

Κάποιες φορές περπατάς δίπλα μου. Συνήθως λίγο πριν κοιμηθώ. Μου μιλάς για τα όμορφα χρόνια και τις πολύχρωμες ιστορίες σου. Και ξεχνάω... Σε ακούω και νοιώθω κάθε σου λέξη να έχει τόσο μεγάλη δύναμη... τόση ορμή, τόση αγάπη, που με κάνει χαρούμενο πάλι. Με κάνει να δω πόσο όμορφα είναι τα δέντρα γύρω μας, τα ξύλινα παγκάκια με τις χαραγμένες λέξεις πάνω τους, τα σύννεφα, οι πέτρινοι τοίχοι και ο ήλιος, όταν τον αφήσουμε να μας μας κοιτάξει και να μας χαμογελάσει πλατιά...

Έρχεσαι όταν ονειρεύομαι και είναι μερικές φορές που τα καταφέρνεις... λύνεις τον κόμπο στη καρδιά μου και μου διηγείσαι ιστορίες, τόσο γλυκές, τόσο όμορφες, που θέλω να τις μοιραστώ, για να νοιώσουν και άλλοι αυτή τη ζεστασιά και την γλύκα που γεμίζει τα σωθικά μου.

Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι πίσω απ' τις σκέψεις σου. Κανείς δε ξέρει. Σε κοιτάω καμιά φορά όταν μπορώ, για να μην σε ξεχνάω, να θυμάμαι και να κατανοώ καλύτερα τις πράξεις σου και τα συναισθήματά σου, να μπορώ να σε προλάβω,... γιατί μερικές φορές με τρομάζεις... Θέλεις να φύγεις, θέλεις να μένεις για πάντα εδώ. Θέλεις να αρχίσεις το παραμύθι σου απ' την αρχή, αλλά βιάζεσαι να δεις τι γίνεται στο τέλος του. Θέλεις να σε αγαπάνε, θέλεις να τους αγαπάς πάντα εσύ πιο πολύ. Θέλεις να τα έχεις όλα, αλλά δεν θα σε πείραζε και να μην είχες τίποτα, αν μπορούσες να κρατήσεις την καρδιά σου στην θέση της, να μην χάσεις τον εαυτό σου και όλα του τα ψεγάδια που τόσο σφιχτά αγκαλιάζεις. Θέλεις να βλέπεις τα δέντρα κάθε μέρα αλλά να μένεις στη πόλη που μεγάλωσες, μαζί με τις αναμνήσεις σου. Θέλεις όλους αυτούς που σου σφίγγουν την καρδιά να τους σκοτώσεις,... να τους μισήσεις, αλλά θλίβεσαι μόνο με την σκέψη του να κάνεις κάτι τέτοιο.

Όσες μέρες περνάνε, ξεκουράζονται πάνω στα βλέφαρά μας και τα κάνουν πιο βαριά από χτες... Όσες μέρες περνάνε ξεκουράζονται πάνω στη καρδιά μας... αλλά εμείς τις αγαπάμε γιατί πάντα έχουν κάτι νέο να μας πουν Όσο μικρό και αν είναι, κάνει το ρολόι να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, μας προστατεύει και μας θυμίζει ότι είμαστε ακόμα εδώ...

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

# /12/2010


Στο όνειρό μου, απόψε ήταν, που είδα έναν μικρό εσκιμώο. Καθόταν και με κοιτούσε περίλυπος, σαστισμένος... και θλιμμένος Έτριβε τα μάτια του με την άκρη από το γούνινο μανίκι του και έμοιαζε έτοιμος να κλάψει. Στο χιόνι πίσω του έπαιζε μια ταινία, βουβή και ασπρόμαυρη, που έδειχνε τους ανθρώπους με πλατιά χαμόγελα, να γνέφουν καταφατικά. Έδειχναν τόσο χαρούμενοι... και οι εικόνες εναλλάσσονταν τόσο γρήγορα... Οι εικόνες επαναλαμβάνονταν..

Ο εσκιμώος με κοιτούσε στα μάτια... τόσο ανέκφραστος και τόσο θλιμμένος Με κοιτούσε στα μάτια, μέχρι που άρχισε να δακρύζει! Προσπάθησα να του πιάσω το μικρό χέρι του που κρυβόταν μέσα στην γούνα του, να τον παρηγορήσω, αλλά ήταν τόσο μακριά μου. Δεν τον έφτανα.

Το κλάμα του ήταν τόσο ζεστό, τόσο αληθινό, που θα μπορούσε να μας αγκάλιαζε όλους, θα μπορούσε να μας ένωνε για πάντα, θα μπορούσε από εκείνη τη στιγμή, να προκύψει κάτι πανέμορφο, κάτι διαφορετικό, θα άλλαζε όλος ο κόσμος εκείνη την στιγμή, θα μπορούσαμε να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας για πάντα. Άρχισα να κλαίω και εγώ μαζί του γιατί το ξέραμε και οι δυο μας τώρα, ότι τίποτα από αυτά δε θα γίνουν, από αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Ξέραμε ότι τα γεγονότα θα μας προσπεράσουν και θα μας περιφρονούν εδώ που είμαστε. Ξέραμε, και οι δύο, ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσω και ο άνεμος που φυσούσε πίσω του δε θα υπάρχει πια. Ξέραμε ότι δεν θα προλάβαινε ποτέ να μου πει την ιστορία του. Ξέραμε ότι το φως πίσω στο σπίτι μου θα με έκανε να ξεχάσω την ματιά του, και οτι αν ξεκινούσε τώρα να μου μιλήσει, δεν θα προλάβαινε ποτέ να πει αυτά που πρέπει για να καταλάβω εγώ ποιός είναι, και λέγοντας τα μισά, εγώ μάλλον θα καταλάβαινα κάτι άλλο και δε θα μπορούσε ποτέ πια, να είναι ο ίδιος, να παραμείνει ίδιος. Και τώρα που τα σκεφτόταν αυτά, τα κλάσματα των δευτερολέπτων και τα δευτερόλεπτα τα ίδια, μας προσπερνούσαν και έκαναν τις πρώτες λέξεις ακόμα πιο μεγάλες, πιο κουραστικές, πιο ανούσιες, ακόμα πιο χάρτινες και ραντισμένες με την βροχή της ψυχής μας, με την βροχή των ματιών μας....

Μετά κοιτούσα το ταβάνι, μπροστά μου,... από πάνω μου, και τον άκουσα να μου ψιθυρίζει από κοντά:

" Τουλάχιστον, εγώ βρέθηκα στο όνειρο κάποιου, έτσι ακριβώς όπως είμαι. "

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Νέος κόσμος


Τεντωμένα τόξα τα μάτια μας

και ούτε ένα δάκρυ

ολόφυτα δάση οι σκέψεις μας

που μας τραγουδάνε πριν κοιμηθούμε



Οι μύες των χεριών μας ασάλευτοι

να χυθεί ξανά περιμένουν, το "πρώτο αίμα"

γιατί μια φορά μόνο δε μας φτάνει

θέλουμε να είμαστε σίγουροι οτι φοβόμαστε





Στο σπίτι μας κανείς δε μιλάει


Περιμένουμε τις πληγές να γιατρευτούν μόνες τους

Κάρβουνο μυρίζουν οι πνοές μας


απο φωτιές που δεν θυμόμαστε πια


Ξεχασμένο το τσεκούρι, στο κελάρι

να κρατά τη ζεστασιά του χεριού μας

οι σκέψεις μας τριγυρίζουν ορφανές

κάνουν το φως να χλομιάζει τη μέρα





Ερέβη πανέμορφα το μέλλον μας

ποιός θα έρθει εδώ να μας φτάσει;

Σκουριασμένες χορδές τα χάδια μας


χαμογελάμε κάνοντας τα ίδια λάθη...

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Οινόη


... λεγόταν ο σταθμός που συναντηθήκαμε. Φεύγαμε για την 5ήμερη άδεια πριν πάμε στην Κύπρο. Σταματήσαμε Οινόη και περιμέναμε ανταπόκριση για Θεσσαλονίκη. Μεγάλη μαλακία... Βροχερή μέρα, με έναν θυμωμένο ουρανό να μας κοιτάζει βλοσυρά. Περπατούσαμε μέσα στις λάσπες για να πάμε στην στάση του τραίνου, και είχαμε ένα κόμπο στο λαιμό, μια θηλιά από ανασφάλειες, φόβους και αρβιλολογίες να μας σφίγγει όλο και πιο πολύ.

Η μαλακία ήταν οτι το τραίνο για Θεσσαλονίκη θα ερχόταν τις 9μιση, και εμείς φτάσαμε Οινόη από τις 4. Νύχτωσε από τις 5... Δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πήγα σε ένα περίπτερο δίπλα στο σταθμό και πήρα ένα κρουασάν. Ξαναπήγα και αγόρασα ...πατατάκια. Δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο. Περιφερόμουν στο σταθμό χωρίς να ξέρω τί να κάνω, όταν είδα οτι δίπλα του υπήρχε ένα κυλικείο, που έμοιαζε μάλλον περισσότερο με ταβέρνα. Ήμουν φορτωμένος σα γάιδαρος, με το σακ βουαγιάζ, το στρατιωτικό σάκο και το "λουκάνικο". Μπήκα μέσα και άφησα τα πράγματα σε ένα τραπέζι. Παρήγγειλα να φάω μια χωριάτικη και σουβλάκια. Μέσα υπήρχαν μόνο γέροι, που είχαν γυρίσει όλοι τις καρέκλες τους για να κοιτάνε προς την μικρή τηλεόραση η οποία κρατούσε το μαγαζί στην ζωή με τεχνητή υποστήριξη.

Καθίσατε στο διπλανό τραπέζι και πίνατε κρασιά. Πιάσαμε την κουβέντα λέγοντας τις γνωστές μαλακίες που λένε οι φαντάροι για να περνάει η ώρα. Για όλα όσα λέγαμε, ξέραμε από πριν τις απαντήσεις και την ροή της συζήτησης, αλλά αυτή η σιγουριά μας έκανε να νοιώθουμε κάτι σταθερό, κάτι που επιτέλους δεν μεταβάλλεται, κάτι που το γνωρίζουμε και 'μεις. Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα έτσι.

Θυμάμαι οτι ήμουν πολύ κουρασμένος αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Καταφέραμε, με χίλια ζόρια, να ανεβάσουμε τα πράγματα στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Λίγο πριν φύγουμε πήρα ένα βιβλιαράκι με τα δρομολόγια των τραίνων της Οινόης. Το κράτησα σε μια τσέπη του μπουφάν μου και το ξαναθυμήθηκα πάλι, εκείνο το βράδυ που βγήκαμε μαζί και πίναμε κόκκινο αψέντι, μπύρες, ναργιλέδες και ούζα. Έτυχε μετά από περίπου 3 μήνες, να μετατεθείς στο στρατόπεδο που ήμουν και να βγούμε μαζί. Κατά τις 7 το απόγευμα ήμασταν τελείως μεθυσμένοι. Μου έλεγες για τα πράγματα που έχεις κάνει στη ζωή σου και εγώ σε άκουγα μουδιασμένος και έβλεπα τα μάτια σου να γεμίζουν αστέρια. Μου έλεγες για τα όργια που είχες κάνει στη ζωή σου και εγώ κοίταζα τα μάτια σου για να καταλάβω οτι είσαι ακόμα εσύ... οτι είσαι ο ίδιος άνθρωπός που μου μιλούσε πριν λίγο. Μου έδειξες την καρδιά σου εκείνο το βράδυ και είδα οτι είχε σπάσει σε 4 κομμάτια. Μου το επανάλαβες τόσες φορές... "Η καρδιά μου έσπασε σε 4 κομμάτια" μου έλεγες ξανά και ξανά. "... σε 4 κομμάτια". Προσπαθούσα να σε πείσω οτι το μόνο που έχει σημασία στην ζωή είναι να αποζητάς την ευτυχία, με κάθε τρόπο. Και τότε είδα το σχήμα των ματιών σου να αλλάζει... να γίνονται τα μάτια σου ξένα. Τότε κατάλαβα.... Κατάλαβα πόσο λίγο σε ξέρω και πόσο διαφορετικά και αυθαίρετα φαντάστηκα τη ζωή σου...

Το λεωφορείο που μας γύριζε πίσω στο στρατόπεδο ήταν όπως πάντα σκοτεινό και παγωμένο. Κάθισες στη θέση πίσω μου με σβησμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη. Στο λεωφορείο νόμιζα οτι θα ξερνούσες από στιγμή σε στιγμή. Σε κοιτούσα λες και περίμενα να το κάνεις. Δεν άντεξα και αποκοιμήθηκα στη θέση μου. Φτάσαμε στο στρατόπεδο και αιωρηθήκαμε μέχρι τους θαλάμους. Την άλλη μέρα τα μάτια σου ήταν κρυμμένα. Κρυμμένα πίσω από το χαμόγελο που είδα όταν σε γνώρισα στην Οινόη, κρυμμένα εκτός αυτού εδώ του κόσμου, κρυμμένα για πάντα μέσα σου...
Κρυμμένα στο χθεσινό αψεντι...

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Πριν 3 μήνες


Πρέπει να είναι η νύχτα σας απόψε. Αυτή τη νύχτα που ακολουθήσαμε το αμάξι σου, καθώς οι ψίθυροι αντηχούν από κάθε τοίχο γύρο μας και χτυπούν στα τοιχώματα της καρδιάς μας. Αυτή τη νύχτα μένουμε κρυμμένοι μέσα στις σκέψεις μας. Σκέψεις από ατόφιο χρυσάφι, από ατόφιο μόλυβδο. Μάλλον τελικά, είναι δικιά σου η νύχτα απόψε. Με τα αστέρια, τον κρυμμένο ήλιο, τα χαμόγελα στο φεγγάρι και τους γαλαξίες πάνω απ' το κεφάλι μας. Μέσα στο κεφάλι μας...
Οι σκέψεις μας σα μαντρωμένα σκυλιά, όταν κοιτάμε τηλεόραση με δακρυσμένα μάτια. Με μάτια που θα έπρεπε να είναι δακρυσμένα. Το φως της οθόνης φωτίζει τα ρούχα μας και το πρόσωπό μας. Το φωτίζει με χρώματα που εναλλάσσονται, που γεννούν αυτή την ακαταμάχητη ανάγκη για απελπισία, για οριστικά χαμόγελα, οριστικά τελειωτικούς εναγκαλιασμούς. "Εναγκαλιασμοί οριστικοί"...
Και τί να σκεφτώ; Τί να θεωρήσω οτι θέλω; Και γιατί μου λείπετε έτσι; Γιατί υπάρχει αυτό το κενό στο παζλ; Γιατί η καρδιά μου είναι βαριά; Θα μου λείψουν τα χαμόγελά μας. Θα μου λείψουν οι σιωπές μας. Θα μου λείψουν οι ατελείωτες στιγμές παραφροσύνης και η ατελείωτη συζήτηση για το μέλλον. Θα θυμάμαι για πάντα τις μεθυσμένες μας εξόδους και τα λεφτά που πετούσαμε πάνω στη μπάρα για περισσότερο ποτό, για περισσότερη ξεγνοιασιά...
Νοσταλγία;... Απο τώρα; Ειλικρινά... δε ξέρω τι είναι αυτό που κρύβεται μες στη καρδιά μου. Μάλλον μου λείπετε... Απόψε...

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

9/9/10


Έχω ένα μολύβι και μπορώ να γράψω, τώρα, για όλες τις θλίψεις που έρχονται και μου χτυπούν την πόρτα κάθε μέρα. Εκεί που κάθομαι και κοιτάζω τα κυπαρίσσια από το μπαλκόνι ακούω χτυπήματα στη πόρτα, άλλες φορές δυνατά και άλλες φορές απαλά σαν κάποιος να χαϊδεύει το ξύλο. Δεν τους ανοίγω πάντα γιατί ξέρω τι θέλουν...θέλουν να με ρωτήσουν αν έχω φίλους, θέλουν να με βάλουν να κοιτάξω τα άδεια δωμάτια γύρω μου, να μου δείξουν τους τάφους που κρύβονται πίσω από τα κυπαρίσσια, θέλουν να βάλουν το μυαλό μου να τρέχει με 100 χιλιόμετρα προς το λευκό άπειρο μέσα στους δρόμους της πόλης, θέλουν να κοιτάξω τον εαυτό μου σαν μια κουκκίδα στην γη, θέλουν να με ρωτήσουν: " Γιατί δεν έγινε αυτό ακόμα; Πότε θα γίνει;" . Και γω συνήθως μένω άναυδος να τις κοιτάζω... Να προσπαθώ να δώ τα μάτια τους κάτω από τις μαύρες κελεμπίες που τις καλύπτουν. Το ξέρω άτι η θλίψη δεν έχει μάτια... Δεν έχει βλέμμα. Προσπαθώ όμως...Το μόνο που βλέπω είναι τα χέρια τους που ξεπροβάλλουν και κινούνται σαν τρελά, σαν να έχουν δική τους βούληση, άγαρμπα και παραμορφωμένα. Μετά, όταν κάνουν το μέτωπό μου να ιδρώσει, όταν κάνουν τα μάτια μου να ιδρώσουν, ικανοποιούνται και με αφήνουν ξαπλωμένο και γκρίζο μέσα στο άδειο δωμάτιο, πάνω στο φουσκωτό στρώμα, να σκέφτομαι ότι δεν θα τις αφήσω να μπουν την επόμενη φορά. Πάντα μιλάω για την επόμενη φορά...

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Lobotomy!!

Είμαστε "μια απ' όλα" κύριοι! Καταναλώνουμε και καταναλωνόμαστε! Δαγκώνουμε και μας δαγκώνουν ζωντανούς!! Γιατί η ζούγκλα που φτιάξαμε περιέχει όλων των ειδών τα ζώα και μερικά ξέρετε, δεν κατέχουν καθόλου μετωπιαίο λοβό... τον αφαίρεσαν μάλλον μόνοι τους!! Με δικιά τους θέληση! Και ποιός να τους κατηγορήσει όμως;; Ποιός να πει ότι δεν έκαναν σωστά;; Αφού ζούμε στην Μπανανία με τους Μπανάνους!! Τί άλλο καλύτερο να κάνεις από λοβοτομή;; Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το τί έχεις να πεις! Πολύ περισσότερο, κανένα δε τον νοιάζει τί σκέφτεσαι! Το μόνο που έχει σημασία είναι αν έφερες τη ζαριά που ήθελες... αν έγινε τελικά το δικό σου. Και επίσης, κανέναν δεν ενδιαφέρει ΠΩΣ (με πιό τρόπο) έφερες αυτή τη ζαριά!
Αλλά έτσι είναι τα πράγματα και εμείς δεν μπορούμε να λέμε και πολλά πολλά, γιατί έχουμε και δουλειές να κάνουμε. Πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας λιγάκι και να δούμε καθαρά το συμφέρον μας. Να βολευτούμε σε καμιά τρύπα μαζί με άλλους και να σκάβουμε για το κοινό καλό! Να βοηθήσουμε και 'μεις την κοινωνία μας, που μας πρόσφερε τόση μόρφωση και τόση αγάπη! Έδιωξε τις άσχημες σκέψεις, έδιωξε τις κακές σκέψεις,... έδιωξε το άγχος! Μας ελευθέρωσε μέσα σε μιά στιγμή!! Μας λοβοτόμισε με μια κίνηση!! Μας έκανε ΚΟΝΤΌΦΘΑΛΜΟΥΣ ΗΛΙΘΊΟΥΣ!!! (Ακούστε και το τραγούδι για να πειστείτε) Και έτσι, όσο πιο ανένδοιαστοι είμαστε, όσο πιο ανέντιμοι είμαστε, και όσο λιγότερο σκεφτόμαστε, τόσο καλύτερα περνάμε. Τόσο πιο "χαρούμενοι παλιάτσοι" είμαστε!
Γιατί αν σκεφτόμασταν πραγματικά, έστω και για λίγο..., αν σκεφτόμασταν πραγματικά το τί γίνεται γύρω μας.... αν το σκεφτόμασταν σαν άνθρωποι (με όλη την έννοια της λέξης) που κοιτάνε ψηλά, που κοιτάνε μπροστά! Τότε, ίσως να μην ένοιωθα τόσο μόνος, ίσως να μην ένοιωθα αυτή την απελπισία, αυτό το κενό, αυτή την αηδία, αυτό το θυμό, την οργή, το μίσος,... ίσως να ήταν κάποιος άλλος τότε, πιο τολμηρός από εμένα, που θα σήκωνε πρώτος μια πέτρα από το έδαφος...

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

On fire


Ο χρόνος... είμαστε ακόμα εδώ ή έχουμε περάσει χωρίς να το καταλάβουμε;; Πότε έφυγαν τα χρόνια αυτά που μυρίζαμε τα άνθη της άνοιξης και δοξάζαμε το μυρωμένο μέλι που μας περιέλουζε; Πότε ξεχάσαμε να γελάμε κοιτώντας τον ήλιο; τόσα καλοκαίρια πέρασαν, που μέσα τους ζούσαμε τις κατακίτρινες όμορφες αγωνίες μας... τα μαγεμένα ηλιοβασιλέματα πριν το τέλος... που έφτασε πριν την ώρα του... τις μέρες που τόσο γλυκά περιμέναμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε... που δεν μας έφτανε ποτέ, τίποτα λιγότερο, από το αεράκι να μας δροσίζει τις καλοκαιρινές μας σκέψεις και όνειρα. Τα απογεύματα που περνούσαμε βάφοντας και ζωγραφίζοντας, τα όνειρα αυτά, με τα πιο όμορφα πολύχρωμα μολύβια βουτηγμένα σε νερομπογιές και στην αψίτητα της γλώσσας μας...
Οι μέρες τότε αφιερώνονταν στην δροσερή μας ανάσα πάνω στις πρωινές ακτίνες του ήλιου και στον ήχο που έκανε ο ήλιος, καθώς χτυπούσε επάνω μας και μας ζέσταινε το αίμα. Και το βράδυ... το βράδυ καθόμασταν κοντά στη φωτιά. Στη φωτιά που ανάβαμε όταν βρισκόμασταν όλοι μαζί, κοντά... όταν βάζαμε δίπλα στις μέρες που περνούσαν, τις πυρωμένες καρδιές μας. Τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή τη ζέστη. Αυτή η πανέμορφη φλόγα, έκαιγε τις μέρες που πέρναγαν μπροστά μας, μας έκανε να ξεχνάμε, να αγαπάμε χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς ποιόν και γιατί...
Και τότε ήταν κάποιες νύχτες που δεν βρίσκαμε τα ονόματά μας γραμμένα πάνω στα σπίτια μας, ούτε μας αναγνώριζε κανείς εκεί γύρω. Ξαφνικά γινόμασταν ξένοι, άγνωστοι, διάφανοι μέσα σε μια νύχτα, μετά την ριπή του ανέμου, μετά το ξεστράτισμα του χρόνου, μετά την άνοιξη, μετά... Κοιτάγαμε τα ρούχα μας και δεν ήταν ούτε αυτά δικά μας... ούτε αυτά! Έγραφαν όμως πάνω τους το όνομά μας, όλα μας τα ονόματα, όπως μας φώναζαν αυτοί που μας αγαπούσαν. Παίρναμε μαζί μας αυτά τα ρούχα και φεύγαμε μακριά από το μέρος που έμοιαζε με το σπίτι μας...αλλά δεν ήταν. Φύγαμε τόσο μακριά που δεν θα γυρίσουμε ποτέ πια. Ακόμα και αν το θέλουμε, ακόμα και αν το βλέπουμε στα όνειρά μας το βράδυ, ακόμα κι αν το λέμε στις κρυφές προσευχές που κάνουμε πριν κοιμηθούμε. Δε γυρνάμε πίσω, γιαυτό κοιτάμε κατάματα όποιον βρίσκεται μπροστά...μας. Δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε καν αυτούς που μας ακολουθούν... γιατί, μια νύχτα μου είπες "όπως και η ζωή, ο άνεμος ποτέ δεν γυρίζει πίσω".

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Ιστορίες πριν κοιμηθείς


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα γουρουνάκι. Το γουρουνάκι αυτό έφυγε από εκεί που έμενε και πήγε να εξερευνήσει το κόσμο και να βρει ένα καινούριο σπίτι. Καθώς προχωρούσε μέσα στο δάσος είδε 2 λαγουδάκια να κάθονται και να το κοιτάνε επίμονα. Κοίταξε τα μεγάλα μπροστινά δόντια που είχαν και ένα ρίγος το διαπέρασε καθώς σκέφτηκε ότι αυτά τα ζώα θα θέλουν να το φάνε!!
Άρχισε, λοιπόν, να τρέχει μέσα στο δάσος για να τους ξεφύγει. Καθώς κοίταζε πίσω του, με τρόμο ανακάλυπτε οτι τα λαγουδάκια το είχαν πάρει στο κυνήγι και το ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινε. Άκουγε πίσω του τα λαγουδάκια να του φωνάζουν και να του ζητάνε να σταματήσει. Το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνό και το γουρουνάκι τρομοκρατημένο παραπατούσε και έτρεχε μέχρι που σκόνταψε σε μια μεγάλη ρίζα. Έπεσε κάτω και πετρωμένο από το φόβο του το γουρουνάκι έτρεμε και περίμενε το χειρότερο.
Γύρισε και κοίταξε τα μεγάλα δόντια που προεξείχαν καθώς τα λαγουδάκια είχαν μαζευτεί γύρω του απειλητικά και του είπαν:
"Είσαι καλά;" "Μήπως χτύπησες;"
Σαστισμένο το γουρουνάκι κατάλαβε οτι δεν ήθελαν το κακό του. Σηκώθηκε όρθιο ξεσκονίστηκε και τώρα στα μάτια του τα λαγουδάκια φαίνονταν πολύ πιο φιλικά. Με το κατάλευκο τρίχωμά τους, με την χαριτωμένη φουντωτή ουρίτσα τους, με τα φιλικά μάτια τους, τα στρουμπουλά μάγουλά τους, τα ψωμωμένα μπουτάκια τους...
" Όχι, μια χαρά είμαι" τους απαντάει.
"Δεν θέλαμε να σε τρομάξουμε και να φύγεις. Δεν έχουμε και πολλούς περαστικούς από εδώ τελευταία"
Το γουρουνάκι τους εξήγησε οτι ήθελε να βρει ένα καινούριο σπίτι για να μείνει και νέους φίλους να κάνει. Τα λαγουδάκια το οδήγησαν στο δικό τους σπίτι για να το φιλέψουν γλυκό του κουταλιού. Το γουρουνάκι έφαγε λαίμαργα το γλυκό αλλά πεινούσε κι άλλο...
"Πεινάω!" δήλωσε.
"Θα πάω να μαζέψω μερικά βελανίδια"
"Θα σας πάω σπίτι μου για φαγητό κάποια μέρα"
"Φτιάχνω πολύ νόστιμη πίτα με βελανίδια...και λαγουδάκια"
"Τί!!!Τί είπες;;;;" Είπαν ξαφνιασμένα και τα 2 λαγουδάκια μαζί.
"Τί είπα; ...Νόστιμη πίτα με βελανίδια και καρότα. Μήπως δεν σας αρέσουν τα καρότα;; Γιατί εγώ τρώω πολλά καρότα" τους απάντησε.
"Όχι, όχι και εμείς τα τρώμε τα καρότα" απάντησαν κάπως ανακουφισμένα τα λαγουδάκια.
Την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν και οι τρεις μαζί να ψάχνουν σπίτι για το γουρουνάκι. Βρήκαν ένα δίπλα ακριβώς από αυτό που κατοικούσαν τα λαγουδάκια. Το γουρουνάκι το βρήκε πολύ όμορφο και βολικό.
"Θα σας επισκέπτομαι συχνά και μια μέρα θα σας καλέσω για φαγητό" είπε στα 2 λαγουδάκια, τα οποία περίμεναν με ανυπομονησία αυτή τη μέρα, που θα τα προσκαλούσε ο φίλος τους για να γλεντήσουν
Μετά από μερικές μέρες το γουρουνάκι είχε εγκατασταθεί καλά στο καινούργιο του σπίτι και είχε αρχίσει τις προετοιμασίες
"Τί θα μαγειρέψεις μέσα σε αυτό το μεγάλο καζάνι που έχεις εκεί;" Ρωτούσαν τα λαγουδάκια.
"Δεν μπορώ να σας πω..."
"Πες μας!! Πες μας!!" επέμεναν
"Δεν γίνεται..."
"ΠΕΣ ΜΑΣ!! ΠΕΣ ΜΑΣ!! επέμεναν ξανά.
"Καλά λοιπόν! Θα μαγειρέψω λαγουδάκια βραστά!!"
"Ορίστε;!;! Τί είπες;;!!" Αναφώνησαν τα λαγουδάκια με μία φωνή.
" Λέω, θα μαγειρέψω καροτάκια βραστά!"
" Ααα... Εντάξει" είπαν τα λαγουδάκια καθησυχασμένα.
Καθώς λοιπόν το νερό έβραζε στην κατσαρόλα και η παρέα είχε αρχίσει να διασκεδάζει τραγουδώντας και λέγοντας αστεία, άκουσαν ένα περίεργο θόρυβο στην πόρτα. Αρχικά δεν έδωσαν σημασία αλλά ο επίμονος μονότονος θόρυβος σαν γρατσούνισμα συνέχισε να έρχεται από την πόρτα. Τα λαγουδάκια πήγαν στην πόρτα για να δουν τι ήταν. Το γουρουνάκι είδε οτι το νερό κόχλαζε στην κατσαρόλα και είπε : " Λαγουδάκια, ελάτε εδώ για να βάλω το φαγητό στη κατσαρόλα!". Τα λαγουδάκια άρχισαν να στριγγλίζουν υστερικά και να τρέχουν πανικόβλητα μέσα στο δωμάτιο.
"Ελάτε εδώ αμέσως!! Τί πάθατε τώρα;;"
"Γουρουνάκι, έχουμε άσχημα νέα! Έξω από την πόρτα σου είναι ο λύκος και ακονίζει τα νύχια του τόση ώρα και ετοιμάζεται να μας φάει!!"
Το γουρουνάκι τρόμαξε ακούγοντας αυτά τα λόγια και πήγε σιγά σιγά να δει από το παράθυρο. Τότε ο λύκος σπάει το τζάμι, μπαίνει μέσα και αρπάζει το γουρουνάκι που έτρεμε από τον φόβο του.
"Χα χα!! Τώρα θα σας φάω!" είπε και κοίταξε τα λαγουδάκια, ενώ τα σάλια του έτρεχαν στο χαλί.
"Άσε αμέσως κάτω το φίλο μας, γιατί θα δεις τι θα πάθεις!" είπαν τα λαγουδάκια, και πριν προλάβει να γελάσει ο λύκος από την απάντησή τους, έβγαλαν τα δόντια τους έξω και όρμησαν σαν ελατήρια πάνω στο ξαφνιασμένο λύκο. Το ένα δάγκωσε το πόδι του λύκου ενώ το άλλο άρπαξε το λαιμό! Με το πρώτο δάγκωμα ένα ουρλιαχτό και ένας πίδακας αίματος έλουσαν το δωμάτιο. Το γουρουνάκι σοκαρισμένο παρακολουθούσε. Το δεύτερο λαγουδάκι δάγκωσε το λαιμό του λύκου και συνέχισε να μασουλάει με τα δυνατά του δόντια τη μαλακή σάρκα. Ο λύκος ούρλιαζε και έβγαζε κραυγές πόνου, ενώ τα ασταμάτητα και αδίστακτα δόντια του τρυπούσαν την σάρκα όλο και βαθύτερα! Τίποτα δεν φαινόταν οτι μπορούσε να σταματήσει αυτά τα δόντια που ροκάνιζαν με μανία. Οι φωνές αντηχούσαν σε όλο το δάσος, αλλά σπάνια περνούσε κάποιος από εκεί τελευταία. Μετά από λίγο τα ουρλιαχτά σταμάτησαν. Το κουφάρι του λύκου βρισκόταν στη μέση από το αιματοβαμμένο δωμάτιο. Τα λαγουδάκια βαριανάσαιναν κουρασμένα από την προσπάθεια και είχαν ακόμα το βλέμμα τους στραμμένο στο κουφάρι του λύκου. Το γουρουνάκι είχε καθίσει σε μια γωνιά και έτρεμε κρατώντας το κεφάλι του σοκαρισμένο. Είχε χλωμιάσει και κουνούσε το σώμα του ρυθμικά μπρος πίσω, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του. Γύρισε και κοίταξε τα χαμογελαστά και καταματωμένα προσωπάκια από τα κουνελάκια. Η γούνα τους είχε μουσκέψει και είχε πάρει ένα έντονο ζωηρό κόκκινο χρώμα που έκανε αντίθεση με τα σημεία της που παρέμεναν λευκά ακόμα.
"Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;;" είπαν τα κουνελάκια.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010


Θυμάμαι πόσο άδειο ήταν το σπίτι που έμενα στην Πάτρα όταν πρωτομπήκα μέσα. Ήταν βράδυ. 8 με 9 το βράδυ και είχαμε πάει να το δούμε με το πατέρα μου για να το νοικιάσουμε. Το ρεύμα ήταν κομμένο Μπήκαμε μαζί με τον μεσίτη σε ένα σκοτεινό και παλιό σπίτι που δεν μπορούσαμε να δούμε σχεδόν τίποτα.
Όταν έμεινα για πρώτη φορά μόνος μου εκεί, είχα καθίσει στο κρεβάτι και σκεφτόμουν. Ένοιωθα το κόσμο να απλώνεται αχανής γύρο μου. Άρχισα να νοιώθω ασήμαντος, ξένος όσο ποτέ άλλοτε, αδιάφορος μέσα σε μια άγνωστη πόλη. Μέσα σε μια απρόσωπη, ανέκφραστη και επιφυλακτική πόλη, που με κοιτούσε ερευνητικά... άρχισα να νοιώθω ελεύθερος... Επιτέλους μόνος. Για λίγο επιτέλους μόνος και ελεύθερος.
Στο σπίτι τα παραθυρόφυλλα ήταν ξύλινα και ξεφτισμένα. Δεν είχαν βαφτεί ποτέ και είχαν μείνει έτσι, χωρίς καμία προστασία να φθαρούν. Ήταν ατόφιο ξύλο. Στις πρώτες φθινοπωρινές βροχές είχαν αρχίσει να σαπίζουν και να μαυρίζουν. Το σπίτι βρισκόταν στην ταράτσα του 6ου ορόφου μιας πολυκατοικίας Έπρεπε να βγεις έξω στην ταράτσα για να μπεις στο σπίτι.
Θυμάμαι την βροχή να έρχεται σχεδόν οριζόντια, λόγο του αέρα και να με βρέχει κάθε φορά που άνοιγα τα παράθυρα. Τα ξύλινα παράθυρα δεν έκλειναν καλά και έτσι όταν έβρεχε για ώρα, νερά έτρεχαν στο ξύλινο πάτωμα.
Το είχα γεμίσει με καφε-κόκκινες κουβέρτες, κόκκινα μαξιλάρια και μια κόκκινη βελέντζα Στους τοίχους είχα την καινή γυναίκα του Dali στην έρημο, μια αφίσα των Nirvana και όμορφα τοπία. Το CD player βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι και έπαιζε σχεδόν όλη μέρα δυνατά μουσική.
Είχα φτιάξει μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα στην οποία συνέβαλε πολύ η σόμπα αλογόνου με την λάμψη της, που θύμιζε φως από τζάκι. Σπάνια άνοιγα το φως το βράδυ. Άφηνα το φως της σόμπας να φωτίζει γλυκά το δωμάτιο. Τον πρώτο χρόνο πάντα κάποιος έμενε εκεί μαζί μου. Ο Γιάννης, η Θάλεια, ο Κωστής..
Όλα τα έπιπλα που είχα ήταν ξύλινα και το νταβάνι ήταν τόσο ψηλό που θύμιζε παλιό αρχοντικό. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί... Από το δυτικό παράθυρο έβλεπα πάντα τον ήλιο να χάνεται το απόγευμα μέσα στην θάλασσα, γεμίζοντας με ζεστά χρώματα όλη μου την ψυχή. Το βράδυ έβγαινα στην ταράτσα και κοίταζα τ'αστέρια ακούγοντας δυνατά μουσική από το σπίτι. Κάποιες φορές αναρωτιέμαι πώς με ανέχονταν οι γείτονες... Θυμάμαι που ακούγαμε και κάποιον άλλον τα απογεύματα, να βάζει και να ακούει πάντα τον ίδιο CD. Το Metropolis των Paradise Lost.
Το άλλο παράθυρο έβλεπε στην Πλατεία Γεωργίου. Την μεγάλη πλατεία, που είχαν καταστρέψει το πρώτο έτος που ήμουν εκεί. Καθόμουν στο παράθυρο και παρακολουθούσα ένα αυτοκίνητο να καίγεται στην μέση της πλατείας. Κατέβηκα κάτω όταν είχε σβήσει σχεδόν και τριγύριζα στην πόλη η οποία έμοιαζε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περπατούσα πάνω σε σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια και από βιτρίνες μαγαζιών. Ο αέρας μύριζε την ξινίλα των δακρυγόνων. Στα στενά υπήρχαν ματ παρατεταγμένα και αστυνομία σχεδόν παντού...
Προς το τέλος, τους τελευταίους μήνες πριν φύγω από κει, είχα βάλει "κουρτίνες". Είχα καρφώσει ένα πανί με ινδική τεχνοτροπία και σχέδια που μου είχε φανεί πολύ όμορφο. Εσύ μου το είχες χαρίσει. Ήταν κόκκινο και μπλε, με ένα κύκλο από μικρά παγόνια στο κέντρο του. Ο ήλιος και και η βροχές εκείνο το χρόνο πριν φύγω χάλασαν το χρώμα του και το ξέβαψαν. Το έκαναν να ταιριάζει με το σπίτι και με τις σκέψεις μου εκείνη την περίοδο...