Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Πιες μια μπύρα να σε φτιάξει...


Παίζει να ήταν από τα πιο μεγάλα μεθύσια που έχω κάνει ποτέ. Τα μέγιστα δεν τα θυμάμαι για ευνόητους λόγους. Για παράδειγμα ήθελα το καλοκαίρι που μας πέρασε να γράψω για όταν πήγαμε με τον Βασίλη στον Ανεμόμυλο, στη Γαρίτσα, για 1 μπουκάλι νόστιμη τεκίλα, αλλά αυτά που μόνο θυμάμαι είναι ότι μας πήρε 1 ώρα να γυρίσουμε σπίτι, ότι πέταξα την μπουκάλα πάνω στα βράχια και ότι είδαμε κάτι σαν... έναν άσπρο σκούφο να διασχίζει την θάλασσα δίπλα μας και σκάσαμε στα γέλια χωρίς λόγο. Ο Γιάννης μου είχε προτείνει να γεμίσω τα υπόλοιπα με τελείες...Πλάκα θά'χε....

Ήμασταν σπίτι του Γιώργου και της Ηλιάνας και ήταν Τσικνοπέμπτη. Είχαμε οργανωθεί από την προηγούμενη μέρα(Τρίτη νομίζω ήταν...) και τα είχαμε όλα. Ψησταριά, ψήστες (εμάς), σουβλάκια, και σουβλακοφάγους. Το σπίτι ήταν σαν ντισκοτέκ λόγο όχι μόνο του καρναβαλιού, αλλά και του Γιώργου. Ένα χόμπι του ήταν να αγοράζει πράγματα που έβρισκε στο ίντερνετ σε χαμηλές τιμές, άσχετα με το αν τα χρειαζόταν ή όχι. Στο νταβάνι κρεμόταν μια ντισκομπάλα, υπήρχαν παντού φούξια πούπουλα, φούξια φουλάρα και μικροπράγματα και όλα αυτά μαζί με ένα μηχάνημα που έκανε μπουρμπουλήθρες, δημιουργούσαν ένα τελείως αλλόκοτο και ψυχεδελικό σκηνικό.

Δέν ήμασταν πολλά άτομα...Είχαμε μαζευτεί οι συνήθεις ύποπτοι για εκείνη την περίοδο. Είχαμε πάρει υπερβολικά πολλά σουβλάκια. Θέλαμε όμως και λουκάνικα, έτσι πήγαμε με το Γιώργο και πήραμε και υπερβολικά πολλά λουκάνικα. Αρχίσαμε να ψήνουμε από τις 6 το απόγευμα. Ευτυχώς είχε τέντα στο μπαλκόνι του όπου ψήναμε, γιατί τότε άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν έπεφτε η νύχτα είχαμε αρχίσει να τρώμε τα πρώτα σουβλάκια και να πίνουμε καμιά ρετσίνα και ένα γλυκό λευκό κρασί που είχε φέρει η Ελένη.

"Καλά είναι τα σουβλάκια" έλεγε ο Γιώργος "Ήθελαν όμως κι άλλο πιπέρι"

Οτιδήποτε και αν έτρωγε έπρεπε να έχει "κι άλλο πιπέρι". Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ήθελε να μας αποδείξει ότι αντέχει περισσότερο απ' το καθένα μας τα καυτερά φαγητά...Πάντως τα κατάφερε και μας το απόδειξε. Έτρωγε απίστευτες ποσότητες πιπεριού και μπούκοβου σε καθημερινή βάση... Απ'ότι θυμάμαι δεν του άρεσαν τα Αll bran...Δεν είχε βγει και το Activia τότε... Πρέπει να ήταν δύσκολα τα πράγματα...

Anyway...Νομίζω ότι ακόμα μπορώ να γευτώ την γλυκιά γεύση που άφηνε το λευκό κρασί που πίναμε. Αυτή η σχεδόν ζαχαρώδη γλυκάδα του, το έκανε φθηνό αλλά και ιδιαίτερα ευχάριστο. Από την άλλη υπήρχε και ρετσίνα... Αντιμετώπισα αυτό το τρομερό δίλημμα, αλλά τελικά κατέληξα πως θα πιω και άπ' τα δύο. Αργότερα ήρθα και άλλοι δύο φίλοι του Γιώργου. Καθόμασταν έξω στην βεράντα και ήταν βράδυ πλέον. Πίναμε, γελούσαμε, λέγαμε κουταμάρες και όσο περισσότερο πίναμε τόσο περισσότερες κουταμάρες λέγαμε. Η δίψα εκείνη την νύχτα ήταν φοβερή. Διψούσαμε φοβερά. Οι ρετσίνες και το κρασί μας τελείωσαν σχετικά γρήγορα. Ψάχνοντας στο σπίτι για ποτά ανακαλύψαμε 5-6 γεμάτες μπουκάλες. Η μία από αυτές ήταν ούζο με μαστίχα Χίου. Δοκιμάσαμε λίγο και ήταν αηδία...θα το αφήναμε για το τέλος... Αρχίσαμε να πίνουμε χωρίς φόβο και πάθος...

Μέσα στο σπίτι η ντισκομπάλα χόρευε στο ρυθμό της μουσικής και όλα έμοιαζαν να λικνίζονται μαζί της...Η τηλεόραση, τα ράφια, τα ποτήρια μας, χόρευαν, αφήνοντας πίσω τους ίχνη απ' όπου περνούσαν. Καθισμένοι στον καναπέ κοιτάζαμε τηλεόραση χωρίς να βλέπουμε τί δείχνει. Ξαφνικά είδα μπουρμπουλήθρες να έρχονται από τα δεξιά του οπτικού μου πεδίου. Τότε όλα άρχισαν να φαίνονται σαν αρνητικά μιας φωτογραφίας και να φωσφορίζουν στον ρυθμό της μουσικής. Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι πάθαινα εγκεφαλικό αλλά μετά κατάλαβα ότι ο Γιώργος είχε ανάψει το black light. Η κατάσταση μέσα στο σπίτι ήταν παρανοϊκή, γι' αυτό σιγά σιγά αρχίσαμε να μετακινούμαστε προς τη βεράντα.

Πίναμε από όποιο μπουκάλι ήταν πιο κοντά μας κάθε φορά και έτσι στα ποτήρια μας μπορεί να υπήρχε ένα κοκτέιλ από ρούμι, βότκα και μαρτίνι ή οτιδήποτε άλλο. Ένοιωθα να βουλιάζω στην πλαστική καρέκλα μου και προσπαθούσα να ανασηκωθώ αλλά πάντα έμενα στην θέση που ήμουν. Ξεκινήσαμε μια τρελή κουβέντα με ένα από τα παιδιά για το αν υπάρχει ο θεός και ο Χριστός... Δεν θυμάμαι ακριβώς τι λέγαμε. Θυμάμαι ότι μιλούσαμε με τεράστιες, μεθυσμένες και ακατανόητες προτάσεις. Σε κάποια στιγμή μου έλεγε κάτι ιστορίες για τη μάνα του..., ενώ εγώ να του απαντούσα για το ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από μια μεγάλη έκρηξη και άλλα τέτοια. Όταν καταλάβαμε και οι δυο μας ότι αυτή η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί στο άπειρο αν θέλαμε, κοιτάξαμε γύρω μας και είδαμε ότι είχαμε μείνει μόνοι μας στη βεράντα μαζί με δυο τελειωμένες μπουκάλες πάνω στο σπασμένο τραπεζάκι. Μπήκαμε μέσα και ήπιαμε το ούζο με την μαστίχα Χίου...

Πρέπει να ήταν 3 τα ξημερώματα όταν αποφασίσαμε να πάμε στην πλατεία να κάνουμε πατίνια. Περπατούσαμε σα ζόμπι στην άδεια πόλη μέχρι να φτάσουμε. Δεν σκέφτηκα καν να κάνω πατίνια γιατί καλά καλά δεν μπορούσα να περπατήσω. Οι άλλοι κάνανε και πέφτανε πάνω στα πλακάκια και μέσα στα παρτέρια με τις λάσπες...Ο Γιώργος καθόταν και αυτός δίπλα μου, με ένα κενό και υγρό βλέμμα. Τότε ήταν που του ήρθε η φοβερή ιδέα.

"Θα πιω μια μπύρα!" ανακοίνωσε. "Πιες και συ μια μπύρα να σε φτιάξει" μου λέει και αρχίζει να κατευθύνεται προς το περίπτερο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ του λέω να μου φέρει και εμένα μια. Όταν ήπια την μπύρα μονορούφι κοίταξα τις πολυκατοικίες γύρο μου και σκέφτηκα ότι είναι όλες ανάποδα... Νόμιζα πως οι πολυκατοικίες αντανακλούνταν σε κάποιο είδος υγρού, που μετά κατάλαβα ότι ήταν ο ουρανός... Δεν σάλεψα άλλο από το παγκάκι που καθόμουν μέχρι να φύγουμε. Κοιτούσα τις απέναντι πολυκατοικίες χωρίς να αναγνωρίζω πάντα τι έβλεπα. "Την μπύρα την πίνουμε όταν ξυπνήσουμε το άλλο πρωί και όχι όταν μας έχουν τελειώσει όλα τα ποτά από ένα μεθύσι" σκέφτηκα όταν γυρνούσαμε σπίτι κατά τις 5 τα χαράματα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου