Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Κατερίνη-Αθήνα 16/10/09


Οι πεδιάδες και τα βουνά γύρο μας είναι καλυμμένα με μπαμπάκι που μοιάζει με σύννεφα. Καφεπράσινα δέντρα αχνοφαίνονται μέσα του και με κάνουν να νοιώθω ότι θα 'θελα να ήμουν εκεί πάνω στο βουνό και να έτρεχα με τα χέρια ανοικτά κάτω απ'τον ουρανό. Ο λευκός ουρανός που μας καλύπτει έχει μια υποψία γκρι μέσα του που του δίνει άλλο νόημα. "Μακάρι να έβρεχε...να έβρεχε πολύ" σκέφτομαι και έξω από το παράθυρο εμφανίζεται ένας πράσινος ποταμός καλυμμένος από βλάστηση. Τα βουνά από πάνω του χάνονται μέσα στα σύννεφα και τώρα όλα τα φύλλα των δέντρων δίπλα μας, έγιναν ξαφνικά κίτρινα. Ξεκλέβουμε ματιές προς τον ποταμό μέσα από την πυκνή βλάστηση. /και μου λείπεις ήδη...

Πίναμε τσίπουρο με κρόκο Κοζάνης χτες. "Εινθ' κο μας" είπε ο μαγαζάτορας και μου εξήγησες ότι δεν μπέρδεψε την γλώσσα του όπως νόμιζα. Ήρθε και μας τσούγκρισε τα ποτήρια κερνώντας μας μια ρακί μόλις κάτσαμε...Σιδηροδρομικές ράγες και κίτρινα πρόβατα να κάνουν επέλαση πάνω τους...Χτες το τσίπουρο ήταν φοβερό αλλά δεν είχε καμία επίδραση. Λες να ήταν ο κρόκος Κοζάνης που το αφόπλιζε; Ίσος να ήταν και η επόμενη μέρα που μας βάραινε.. Σήμερα, που θα έφευγα. Θυμάμαι πόσο πολύ έβρεχε χτες και πόσο κρύο έκανε. Θυμάμαι πόσο χαρούμενος ήμουν που ακουμπούσες πάνω μου καθώς περπατούσαμε στα βρεγμένα πεζοδρόμια. Ήμουν ντυμένος και με τα 3 τζάκετ που είχα μαζί μου. Ήρθα στο τέλος του καλοκαιριού και φεύγω μέσα χειμώνα. Δεν υπήρξε Φθινόπωρο ανάμεσά τους...

Μουσική πλέον δεν χρειάζομαι στα ταξίδια. Σκέφτομαι σενάρια σε διαφορετικές πτυχώσεις της πραγματικότητας και απολαμβάνω το τοπίο, όποιο κι αν είναι αυτό. Καπνοί στροβιλίζονται στον αέρα μακριά μας. Η υγρασία και το βάρος της ατμόσφαιρας τους κάνουν συμπαγείς σαν σύννεφα που γεννιούνται στην γη και ανεβαίνουν ψηλά να συναντήσουν τους ομοίους τους. Τώρα όλη η πλαγιά γεμίζει από διάσπαρτες εστίες που καπνογονούν, όπως και στο 6ο από τα 7 όνειρα του Κουροσάβα. "Μα, τί καίνε απόψε;;" σκέφτομαι. "Γέμισε η πόλη αγάπη" που λέει και το άσμα. Γέμισαν όλες οι καφεκίτρινες πεδιάδες με καπνό...ή μήπως με ομίχλη;..ή με αγάπη;..με αγάπη για όσους τις κοιτάζουν...;

Ταξιδεύω πολύ τελευταία και έχω κουραστεί να νοιώθω ότι δεν έχω σπίτι. Νοιώθω κουρασμένος επειδή πραγματικά τώρα δεν έχω σπίτι. Με φιλοξενούν οι γονείς μου, οι γονείς σου, εσείς όλοι, και σας ευχαριστώ...Θολωμένα χωριά στην ομίχλη...Κατανοώ ακόμα καλύτερα την διαφορά στις λέξεις "home" και "house" που εύστοχα ξεχωρίζουν οι "φίλοι" μας οι Άγγλοι.

Κοιτάζω έξω απ'το παράθυρο και βλέπω...Βλέπω έναν πατέρα να παίζει με τον μικρό του γιο και την μικρότερη κόρη του σε ένα κατάμαυρο χωράφι δίπλα στο σπίτι τους. Από την θαλπωρή της θέσης μου, βλέπω 3 σκύλους να τρέχουν και τα χνώτα τους να γίνονται σύννεφα αμέσως μόλις έρθουν σε επαφή με τον παγωμένο αέρα. Βλέπω μια κατακόκκινη καλύβα, στραβοφτιαγμένη, ετοιμόρροπη, μικρή, θλιμμένη, στο κέντρο ενός άδειου και σκουρόχρωμου χωραφιού. Ακουμπισμένος στο πλάι της, καθισμένος κάτω, ένας γέρος με γκρι γένια που ακουμπούν πάνω στο χοντρό μπουφάν του...Θλιμμένος, μικρός, ετοιμόρροπος, στραβοφτιαγμένος.

Καθώς πάμε προς Αθήνα ο καιρός φαίνεται να φτιάχνει. Μου κάνει εντύπωση πόσο γρήγορα άλλαξε το περιβάλλον. Ο ήλιος σιγά σιγά δυναμώνει και όλο ζωντανεύουν τα χρώματα γύρο μας. Οι εργάτες που φτιάχνουν το δρόμο ξεκουράζονται τώρα κάτω από την σκιά μιας μεγάλης πινακίδας. Τα δέντρα έγιναν πράσινα ξανά και τα νερά σκούρα μπλε. Παρατήρησα έναν άνθρωπο να ψαρεύει σκεπασμένος από τα πελώρια δέντρα, καθισμένος στην κατηφόρα του δάσους που καταλήγει στη λίμνη(;). Ένοιωσα καλύτερα και έκλεισα τα μάτια μου για να ξεκουραστούν από τον ήλιο. Ποτέ δεν μπορώ να κοιμηθώ στα ταξίδια. Νοιώθω ότι έτσι θα χάσω το καλύτερο μέρος τους και η παρακολούθηση της μετάβασης με κάνει να εγκλιματίζομαι καλύτερα στο νέο μέρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου