Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Ιστορία για λευκά περιστέρια, γράμματα και μοναχικούς ανθρώπους

Ο αέρας φυσούσε πάντα προς τη μεριά του ήλιου σ'αυτό το μέρος. Έκανε τα φύλα των δέντρων να πάλονται όμορφα και δρόσιζε τα περιστέρια που κρύβονταν εκεί. Το περιστέρι ήταν ένα από αυτά και τίποτα δε το ξεχώριζε από τα υπόλοιπα, εκτός ίσος απο το γεγονός οτι ήταν ολόλευκο. Δεν έκανε όμως όλα αυτά που κάνουν τα περιστέρια.
Όταν ξημέρωνε και ο αέρας φυσούσε προς την ανατολή, πετούσε προς τον ήλιο και έψαχνε. Έψαχνε μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων έψαχνε μέσα στους θάμνους, μέσα στις φωλιές των μικρών ζώων, πάνω στους λοφίσκους και στα ξέφωτα, κάτω απ'τα καπέλα των μανιταριών, και μέσα στις κουφάλες των παλιών δέντρων, στις όχθες των ποταμών που διέσχιζαν το δάσος, μέσα στα κρυστάλλινα νερά και μέσα στον αφρό του καταρράκτη, στις πέτρες της όχθης και στις καλαμιές που φύτρωναν λίγο πιο κάτω. Μερικές φορές πετούσε ψηλά και έψαχνε μέσα στα σύννεφα. Το βράδυ δε σταματούσε, παρά μόνο για λίγες ώρες ξεκούρασης , και έψαχνε στις σκιές των δέντρων και στους ήχους της νύχτας. Έψαχνε πάλι στα φύλα των δέντρων στους θάμνους και στην όχθη του ποταμού. Στο τέλος έβρισκε ένα γράμμα, ένα λευκό φάκελο να τον φέρνει το ποτάμι ή να έχει κρυφτεί μέσα στα φύλα των δέντρων στους θάμνους στην όχθη και τη σκιά της νύχτας.
Το περιστέρι έπαιρνε το γράμμα και πετούσε ψηλά στον ουρανό, όπου ο άνεμος το οδηγούσε. Πάντα του έδειχνε να πάει προς την πόλη, πέρα από το δάσος. Το περιστέρι έβλεπε τα πράσινα δέντρα που λαμπίριζαν από κάτω του στο φώς του ήλιου, τα έβλεπε να διακόπτονται από ήσυχες πολυκατοικίες και μερικά πιο χαμηλά σπίτια με αυλές. Στη πόλη λίγοι άνθρωποι περπατούσαν στους δρόμους πάνω στα ηλιόλουστα πεζοδρόμια δίπλα από τους κήπους και κάτω από την σκιά μερικών δέντρων που υπήρχαν. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο μειλίχια και ήρεμα με απαλές κινήσεις, χωρίς να λένε πολλά λόγια και μετά συνέχιζαν το δρόμο προς το σπίτι τους. Σπάνια κάποιο αυτοκίνητο περνούσε και άφηνε έναν ήχο, μια βουή να το ακολουθεί και μετά να σβήνει μέσα στο ήρεμο φως της μέρας.
Το περιστέρι έψαχνε στη πόλη για ένα μοναχικό άνθρωπο που είχε στο μπαλκόνι του, συνήθως μια γλάστρα βασιλικού, μια 'αράχνη'* ή κλειστά νυχτολούλουδα. Πλησίαζε το παράθυρο και άφηνε στο περβάζι το γράμμα καθώς ο έκπληκτος άνθρωπος το κοίταζε καθισμένος στο γραφείο του όπου έγραφε ποιήματα. Έπαιρνε το γράμμα από κει που το είχε αφήσει το περιστέρι με τρεμάμενα χέρια. Έψαχνε έξω απ'το παράθυρο αλλά δεν έβλεπε πουθενά το περιστέρι. Καθόταν στο γραφείο του και άνοιγε προσεκτικά το φάκελο. Αρχικά του φαινόταν άδειος αλλά πάντα σε μια γωνία έβρισκε ένα σπόρο. Άφηνε το φάκελο στο περβάζι απ'οπου τον έπαιρνε ο άνεμος και τον γυρνούσε πάλι πίσω στο δάσος όπου ανήκει. Ο άνθρωπος έβαζε τον σπόρο σε μια γλάστρα και του έδινε χώμα από το βασιλικό, την 'αράχνη' ή το νυχτολούλουδο. Τον πότιζε με το νερό που είχε δίπλα στο κρεβάτι του για να ξεδιψά τη νύχτα και πήγαινε να κοιμηθεί. Έβλεπε όνειρα εκείνη τη νύχτα οτι γινόταν περιστέρι και πετούσε μέσα στην έρημο. Έβλεπε την καυτή άμμο από κάτω του και ένοιωθε το ζεστό αέρα πάνω στο δέρμα του. Πετούσε για ώρες ατελείωτες μέσα στην έρημο μέχρι που συναντούσε ένα δέντρο. Καταπράσινο, δροσερό, με δυνατές ρίζες πάνω σε στέρεη γη. Πάντα πριν φτάσει στο δέντρο ξυπνούσε διψασμένος και ιδρωμένος. Θυμόταν τον σπόρο και έψαχνε τη γλάστρα στο δροσερό φως της αυγής.
Έβρισκε ένα λουλούδι κλειστό ακόμα. Είχε λεπτό και καταπράσινο μίσχο και τα πέταλά του ήταν κόκκινα σαν το αίμα. Όταν το πρώτο φώς της μέρας έπεφτε πάνω του, φωτίζοντας και το δωμάτιο, αμέσως άνοιγε απαλά τα φύλλα του και γέμιζε το γύρο χώρο με το πιο όμορφο άρωμα που υπάρχει. Ο άνθρωπος έκπληκτος το κοιτούσε και μετά έκλεινε τα μάτια να μυρίσει την υπέροχη αυτή ευωδία. Το άρωμα απλωνόταν σε όλο το σπίτι, πλημμύριζε έξω από τα παράθυρα και έφτανε μέχρι το δρόμο. Εκεί το μύριζε ένας άλλος άνθρωπος, μοναχικός, και έκλεινε και αυτός τα μάτια για να νοιώσει καλύτερα την ευωδία. Σταματούσε στο πεζοδρόμιο κάτω από το σπίτι και σκεφτόταν οτι ήταν το πιο όμορφο άρωμα που είχε μυρίσει στη ζωή του. Ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού και έμπαινε μέσα στο δωμάτιο με τον μοναχικό άνθρωπο που πλέον δεν ήταν μόνος. Κάθονταν μαζί στο τραπέζι και έλεγαν ιστορίες για λευκά περιστέρια, για γράμματα, για λουλούδια και για μοναχικούς ανθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου